Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Αντίο

Δυστυχώς δεν έχω σκάνερ. Αν είχα θα αναρτούσα ένα μικρό χειρόγραφο κομμάτι χαρτί με τα ποιήματά του. Μεγάλα, καθαρά, σταθερά, καλλίγραμμα διαυγή γράμματα. Εντάξει τα στιχάκια του ποτέ δεν ήταν το φόρτε του. Όχι όπως οι ιστορίες του! Που ακούγαμε πάντα με ενθουσιασμό. Και που όσο μεγάλωνε θυμόταν κι άλλες και κάθε τόσο μας έλεγε καινούριες.
Και γέμιζε μαθητικά τετράδια, λογαριασμούς της ΔΕΗ και εφημερίδες με σημειώσεις του και με εκείνα τα αρχοντικά του γράματα. Από παραγγελίες για το μανάβη, μέχρι τη νέα ιστορία που του ήρθε στο μυαλό λίγο πριν κοιμηθεί και δεν ήθελε να την ξεχάσει. Όπως όταν άκουγε ένα καινούριο τραγούδι που του άρεσε να σημειώνει τους στίχους του.

Έζησε όλη του τη ζωή με παρέα! Ποτέ δεν ένιωσε μόνος ακόμα κι όταν έμεινε μόνος. Πάντα είχε κάποιο από μας δίπλα του, πάντα είχε κάποιο γείτονα, κάποιο ανήψι απ' το Νησί (της Λίμνης) και φυσικά πάντα τις ιστορίες και τις αναμνήσεις του.
Λίγο πριν πεθάνει, πριν λίγους μήνες, συγκέντρωσε τις φωτογραφίες μιας ζωής κι έφτιαξε από δύο άλμπουμ, ένα για κάθε του κόρη, με σημειώσεις, ονόματα και χρονολογίες.
Σ' αυτή την ηλικία - που δεν σηκωνόταν πια απ' το κρεβάτι - του έσειλαν πρόσκληση να παρευρεθεί σε γάμο στο πολυαγαπημένο του Νησί στις 26 Δεκεμβρίου. Τόσο ήταν αγαπητός...

Τα χρήματα που κέρδισε από τον έπαινο της Πολιτείας για την εκπαιδευτική του δράση δεν τα ξόδεψε σε ρούχα ή παπούτσια αλλά πήρε το, μοναδικό στο Νησί, γραμμόφωνο. Για να ακούει μουσική, αυτός, η οικογένειά του και οι φίλοι του. Έγινε συνώνυμος σε κάθε χαρά, γλέντι και γάμο.
Μόλις πρόσφατα ανακάλυψα το τετράδιο πενταγράμμων με μελωδίες της εποχής που έπαιζε στο μαντολίνο του! Τί συγκίνηση!

Έζησε μια ζωή χωρίς αρρώστιες, νοσοκομεία και χειρουργεία. Δεν έβαλε ποτέ νηστέρι πάνω του. Δεν ταλαιπωρήθηκε ποτέ από καμία ασθένεια.
Από τα μάτια του πέρασε όλος ο 2ο αιώνας με τους πολέμους, την κατοχή, τον εμφύλιο και πιο μετά τη χούντα. Έτυχε της μεγάλης τιμής η σημαία της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, της σημαίας που αναρτήθηκε στο κάστρο για να βροντοφωνάξει στους Έλληνες ότι ελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς να είναι αυτή που έκρυβε στο υπόγειο με κίνδυνο της ζωής του.

Κάθε καλοκαίρι που, πιο μικρός, βγαίναμε βόλτα στο Μώλο σταματούσε κόσμος και τον χαιρετούσε, άγνωστοί μου άνθρωποι ψαρομάληδες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.
Κι αυτός, παρά της μοναδικής αναγνώρισης που τύχαινε - βαθιά δημοκράτης - είχε μόνο ένα παράπονο. Ένα παράπονο που δεν μας το εκμυστηρεύτηκε ποτέ (και που το διάβασα σε κάποιο γραπτό του) : "ο οδηγός του τανκς ήταν μαθητής μου"...

Πριν μερικούς μήνες τον πήρε τηλέφωνο μια γριά γυναίκα. Χάρηκε τόσο πολύ. Ήταν η Σταυρούλα.
-Αντέχεις Νάσο μου;
-Αντέχω...Εσύ;
-Δεν με βαστάν τα πόδια μου... Αλλα θέλω να έρθω να σε δω... Θα έρθω...
Δεν την ξέραμε. Κανείς μας δεν την είχε ξανακούσει. Ήταν η πρώτη του αγάπη, που τον ανακάλυψε μετά από τόσα χρόνια, για να επιβεβαιώσει το γνωστό ρητό: οι πρώτες αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ!

Αντίο πολυαγαπημένε μου παππού. Μακάρι να φτάσω κι εγώ στα 96 σου χρόνια να έχω την υγεία σου και να γράφω μανιωδώς. Θα θυμάμαι πάντα την αγάπη, την καλοσύνη και την αισιοδοξία που ακτινοβολούσες.
Και να ξέρεις το παλιό νεοκλασσικό, το γραμμόφωνό σου, το μαντολίνο σου, τα γραπτά σου και οι φωτογραφίες σου είναι σε καλά χέρια.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ


Η ομορφιά σ' αυτή την πόλη είναι βαθιά κρυμμένη:



γι αυτό πρέπει να την αναζητάμε συνέχεια:



Καλλιθέα, οδός Συν/χη Δαβάκη, απέναντι από το ΙΚΑ.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Ενθύμια της απερισκεψίας μου

Αποδεχόμενος την πρόσκληση του Δημήτρη Αθηνάκη έχω άπειρα ενθύμια απερισκεψίας να γράψω. Σταχυολογώ ένα τελευταίο:

Μέρα μεσημέρι στην οδό Αθηνάς, πριν λίγους μήνες. Μόλις έχω "σηκώσει" χρήματα από το ΑΤΜ για να πληρώσω το νοίκι. Βλέπω ένα πηγαδάκι από κόσμο. Χώνομαι. Ένας "παππατζής" κάνει παιχνίδι. Κάθομαι και παρατηρώ το κόλπο. Τα στημένα, τα τσιράκια, τους δήθεν πελάτες. Εδώ "εδώ παππάς, εκεί παππάς, που είναι ο παππάς;"Βλέπω τα χέρια του πως κινουνται, το παιχνίδι με τα μάτια, τις αβάντες από τους άλλους, τα δήθεν κέρδη . Η αυτοπεποίθησή μου στο φουλ, η αλαζονεία μου στο τέρμα. Αποφασίζω να παίξω. Βάζω 100 ευρώ.Ξαφνικά ο παππατζής γίνεται ταχυδακτυλουργός από τους λίγους! Για πότε τα έχασα δεν το πήρα χαμπάρι! Πετάγεται ένας και μου λέει: "άντε βάλε άλλα τόσα να ρεφάρεις!" Αρνούμαι. Αλλά 10ο ευρώ ρε γαμώτο είναι πολλά. "Βάλε!" επιμένει ο περαστικός που μέχρι τότε δεν τον είχα παρατηρήσει, δεν είχε μιλήσει καθόλου και νόμιζα πως δεν ήταν στο κόλπο. Τελικά βάζω άλλα 100. Πάνε κι αυτά... Πάει το 1/3 από το νοίκι. Ακόμα το κλαίω.
Τον σπιτονοικοκύρη μου τον πλήρωσα με 2 εβδομάδες καθυστέρηση κι αφού μου έπρηζε σχεδόν καθημερινά.
Καλά να πάθω. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

Με τη σειρά μου καλώ τους Dim, Vassia και Ξανθίππη.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

ΕΝΑ ΓΛΕΝΤΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ.













KOYIZ: Ποιος από τους δύο ανωτέρω εικονιζόμενους εν χορώ κυρίους ανήκει στην παρέα;





Ύστερα από τέσσερις ώρες ορειβασία στο φαράγγι της Τιθωραίας καταλήξαμε κατά τις 6 το απόγευμα στο Καπετανάτο, μια ημι-υπόγεια πέτρινη ταβερνούλα.

Οι δύο νεαροί σερβιτόροι (μαθητές; το πολύ φοιτητές) δουλεύουν το χειμώνα στο θρυλικό Τιθόρα στα Πατήσια (πολλοί μπορούν να το ξέρουν κι από τη Σαντορίνη) . Το νέο αίμα του Τιθόρα έκανε το θαύμα του:Αντί για τα σκυλάδικα που σου παίρνουν τα αφτιά στην επαρχία αυτοί έβαζαν Θ. Παπαπακωσταντίνου, Μάλαμα κτλ.

Αντί λοιπόν να τα ακούμε είπαμε να τα παίξουμε. Βγήκαν οι κιθάρες κι έγινε χαμός! Και σ' αυτές τις περιπτώσεις έρχονται τα κεράσματα, τα κρασιά και οι συκωταριές, οι παραγγελιές και οι ανταποδώσεις. Τραγούδι εμείς,τραγούδι κι εσείς!

Αυτό το τελευταίο παριστά και η τελευταία φωτογραφία, όπου κάτοικος του χωριού ενθουσιασμένος έχει βάλει στο cd τσάμικα και μας εχειπροσκαλέσει για χορό. Όσοι ήξεραν χόρεψαν, εμείς οι υπόλοιποι απλά κρατούσαμε τα βήματα, συμμετέχοντας ο καθένας με το δικό του τρόπο σε άλλο ένα αυτοσχέδιο διονυσιακό γλέντι.
Πήγαμε για φαγητό στις 6.00 και φύγαμε λίγο πριν τα μεσάνυχτα κατακουρασμένοι αλλά εκστασιασμένοι!