Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 22 ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ


















Τα βράδια, καθώς γυρνούσε στο μικρό κλειστοφοβικό σπίτι του στον αριθμό 22 της οδού Αλχημιστών, με τις τρεις τυφλές πλευρές και τα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη, που αρχικά είχε χτιστεί για να φιλοξενεί στρατιώτες της φρουράς του Κάστρου, το βλέμμα του θα μαγνήτιζαν οι τρομακτικές τερατόμορφες μορφές των υδρορροών του Καθεδρικού του Αγίου Βίτου, τα μπαρόκ κράνη των κωδοναστασίων και τα δίδυμα βέλη των δυτικών πύργων έτοιμα να απογειωθούν και να χαθούν στον σκοτεινό ουρανό.


Οι χάλκινες πρασινωπές τριγωνικές σκεπές του καθεδρικού θα βάφονταν ασημένιες μέσα από το φως του φεγγαριού που θα ξετρυπούσε τα σύννεφα και την ομίχλη και θα του φώτιζε το δρόμο.
Ύστερα από τη δουλειά του σαν άσημος υπάλληλος μιας ασφαλιστικής εταιρίας, θα περπατούσε στα ερεβώδη, υγρά καλντερίμια της Πράγας.



Χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις λέξεις και στις φράσεις που θα του έρχονταν στο μυαλό και θα έγραφε όλο το βράδυ, τα βήματά του θα τον έφερναν στους συγγενείς του, στην Εβραϊκή συνοικία. Θα διόρθωνε τα στρογγυλά γυαλιά του και ανάμεσα από τις φιγούρες των σκοτεινών αγαλμάτων που διακοσμούν τις στέγες και τις προσόψεις των σπιτιών του 18 και 19ου αιώνα θα έψαχνε μέσα στην ομίχλη να βρει εκείνη του τέρατος που δημιούργησε ο μεγάλος δάσκαλος της Καββάλα και της Τορά ο ραβίνος Λεβ, του γιγάντιου Γκόλεμ, του πρόδρομου του ρομπότ και του Φρανγκεστάιν, ενός πλάσματος που δημιουργήθηκε από πηλό και που μια μαγική πέτρα του έδινε ζωή για να κάνει οικιακές δουλειές. Θα κοντοστεκόταν έξω από την Παλιά –Νέα Συναγωγή, την αρχαιότερη της Ευρώπης, από το 1270, και μέσα στην υποβλητική ομιχλώδη ησυχία θα προσπαθούσε να αφουγκραστεί θορύβους που θα αποδείκνυαν ότι όντως ο ραβίνος Λεβ έκρυψε εκεί το άψυχο κουφάρι του δημιουργήματος του αφού έγινε για 2η φορά Θεός αναγκαζόμενος να του αφαιρέσει τη ζωή, όταν αυτό απέκτησε αυθυπαρξία.

Στη συνέχεια θα περπατούσε δίπλα στο ποτάμι. Η υγρασία και η μοναξιά θα τον ανάγκαζαν να σφίξει κι άλλο το φθαρμένο του παλτό. Το κρύο θα διαπερνούσε μέσα από τα υφάσματα του έμπορου πατέρα του και θα κυκλοφορούσε στις φλέβες του. Θα έβηχε και θα του έρχονταν φλέματα στο στόμα. Θα έβγαζε το μαντήλι και θα έφτυνε. Θα κοίταζε το μαντήλι με αγωνία. Πάλι θα έβγαζε αίμα.




Θα περνούσε κάτω από πανύψηλο γοτθικό πύργο
της Παλιάς Πόλης και θα έμπαινε στη, χτισμένη από το 1357, λιθόστρωτη γέφυρα του Καρόλου.

Θα περπατούσε δίπλα στα 30 σιωπηλά αγάλματα – αδριάντες που, μέσα από το αμυδρό φως των φανοστατών, αιώνες τώρα παρακολουθούν με αυστηρό ύφος τους διαβάτες της πόλης και κυρίως τους μοναχικούς.
Τo μυαλό του θα απασχολούσε η τελευταία επιστολή της Φελίτσε, η άρνησή της, η δυσπιστία της, τα διαρκή πισωγυρίσματα, το πείσμα της να μην τον αποδέχεται γι’ αυτό που είναι. Δεν ήταν πλούσιος, ενώ θα μπορούσε. Είχε σπουδάσει νομικά αλλά τον είχε κερδίσει η λογοτεχνία. Αυτό λαχταρούσε να κάνει στη ζωή του. Με γνώμονα τον ελεύθερο χρόνο για συγγραφή είχε διαλέξει τη νέα του δουλειά, η οποία τελείωνε στις 2 κι όχι στις 7 όπως η προηγούμενη. Αλλά η Φελίτσε δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί παρά την αρχική θετική διάθεση τελικά δεν μπόρεσε να ασχοληθεί με το συνεταιρισμό που του πρότεινε ο γαμπρός του για τη δημιουργία ενός εργοστασίου αμιάντου. Θα διέσχιζε την μεγάλη πύλη από την άλλη πλευρά της γέφυρας και θα έμπαινε στην οδό Μοστέτσκα στη Μάλα Στράνα, τη συνοικία στην οποία έχει να χτιστεί κτίριο από τον 17ο αιώνα. Θα διέσχιζε το δρόμο με τους χρυσούς θυρεούς και τα μασονικά σύμβολα και καθώς θα ανέβαινε τα σκαλιά για το Κάστρο στο μυαλό του ίσως να σκεφτόταν πως «όλα είναι χαμένα». Ήξερε πως η φυματίωση είχε προδιαγράψει τη δική του μοίρα. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να φανταστεί ότι 12 χρόνια αργότερα οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία στην πρώτη ουσιαστική πράξη του 2ου Π.Π. κι ενώ τα περιοδικά της εποχής θα δημοσίευαν την είδηση δίπλα σε αποτελέσματα ποδοσφαίρου, ούτε φυσικά αυτή των τριών αγαπημένων του αδερφών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης…










Το κείμενο γράφτηκε ακούγοντας το τραγούδι του Α.Μ.
Ο Α.Μ εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μουσική ύστερα από τη δική του επίσκεψη στην Πράγα πριν 7 χρόνια. Σε πείσμα της εποχής της επίδειξης και της ματαιοδοξίας επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.