Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μια θάλασσα



Μια φίλη μου ξέροντας την αδυναμία μου για τη μελαγχολία που μου γεννούν οι χαμένες κοιτίδες του ελληνισμού με προσκάλεσε χθες βράδυ στην παρουσίαση ενός βιβλίου της συγγραφέως Καίτης Μαυρομάτη με θέμα : «Τα χρόνια της Αλεξάνδρειας»(εκδόσεις Ερμής). Δεν γνωρίζω τη συγγραφέα, ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο της. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω. Μία φράση της όμως στην πρόσκληση μου θύμισε κάτι πάρα πολύ οικείο: «...ώσπου είκοσι πέντε χρόνια μετά επέστρεψα στη γενέθλια γη και τότε στη μυρωδιά της... βρήκα το κλειδί που άνοιξε τις πόρτες της καρδιάς μου για να σας διηγηθώ το δικό μου έρωτα γι αυτή την πόλη.»
Ήμουν 2ετής φοιτητής όταν η Θεά Τύχη μου έστειλε δώρο ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Να συνταξιδέψω σ’ ένα ναυλωμένο από το σύλλογο Αλεξανδρινών καράβι που έκανε τη διαδρομή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια με σκοπό τον εορτασμό των 150 χρόνων της ελληνικής κοινότητας αλλά κυρίως να επιστρέψουν οι Αλεξανδρινοί για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, στα μέρη που μεγάλωσαν. Αντιγράφω απ΄το ημερολόγιό μου.

Τώρα είμαι στο κατάστρωμα. Κάνω βόλτες πάνω-κάτω και σιγοτραγουδάω ό,τι μελωδία μου κατεβαίνει στο μυαλό. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κανείς άλλωστε δεν έχει διάθεση για ύπνο. Μόλις γυρίσαμε από το Κοινοτικό Στάδιο και την εκδήλωση με το Λαζόπουλο, τους χορούς της κοιλιάς και άλλα φολκλορικά για την επέτειο των 150 χρόνων της Κοινότητας και η ευτυχία μαζί με μια γλυκιά κούραση αποτυπώνεται στα πρόσωπα όλων. Κανείς δεν θέλει να πάει για ύπνο. Όλοι ζητούσαν να σχολιάσουν, να συγκρίνουν, να ξαναθυμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, παράτησα μια παρέα φοιτητών που έχω γνωρίσει και ανέβηκα στο δεύτερο κατάστρωμα. Η ζέστη παραμένει αποπνιχτική, Οκτώβρης μήνας, σαν ένα τυπικό αυγουστιάτικο αθηναϊκό βράδυ.
Δεν έχω καταφέρει να βρω καρτοτηλέφωνο. Κάπου είδα, αλλά όλο και κάπου έπρεπε να πάω, όλο και κάτι είχα να προλάβω κι έτσι δεν έχω ακόμα τηλεφωνήσει ούτε στους δικούς μου αλλά κυρίως ούτε σ’ αυτήν. Θυμάμαι – παράξενο – εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκα στο καταφύγιο στον Όλυμπο, στο οροπέδιο των Μουσών. Πόσο πολύ ήθελα να είναι μαζί μου! Να ζούμε μαζί τέτοιες στιγμές! Εμπειρίες συγκλονιστικές, μοναδικές, ανεπανάληπτες που μόνο όταν τις μοιράζεσαι ολοκληρώνονται. Πώς να της εξηγήσω αυτήν την ατμόσφαιρα; Αυτό το μεγαλείο ψυχής; Αυτή την ψυχική ανάταση; Το κλάμα της κυρίας μπροστά στην πατρική της πόρτα; Τη βουβή, ψαλιδισμένη υπερηφάνεια μπροστά στο εντυπωσιακά λιτό και απέριττο Αβερώφιο Γυμνάσιο των μαθητικών τους χρόνων με τις μαρμάρινες σάλες και τα άρτια εργαστήρια Χημείας και Φυσικής, που κάποτε φιλοξενούσε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τέσσερις χιλιάδες όνειρα και τώρα μόνο τετρακόσια; Πώς να της εξηγήσω την αγαλλίαση στη θέα του οροπεδίου των Μουσών και του καταφύγιου από το μονοπάτι, μετά από οκτώ ώρες ανηφόρας, σφιγμένων δοντιών, πείσματος και μόνο πείσματος;
Με την άφιξή μας στο λιμάνι και αμέσως μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων αναχωρήσαμε με πούλμαν για την πανηγυρική δοξολογία στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο πρόξενος (Κωστής Μοσκώφ, αν άκουσα καλά). Η κατάνυξη στον καλοδιατηρημένο και πλούσιο Ναό ήταν πολύ δυνατή για όλους. Ακόμα και για μένα που δεν πάω ποτέ μου εκκλησία. Η ησυχία, η ευλάβεια, η συγκίνηση, σε ένα μείγμα θρησκευτικότητας, ελληνισμού και νοσταλγίας - που όμοιο του δεν έχω συναντήσει σε καμία συνοικιακή εκκλησία της Αθήνας διαπερνούσε κάθε κύτταρο του οργανισμού, κάθε ανεξερεύνητο νεύρο του εγκεφάλου, κάθε βαθιά κρυφή πτυχή της καρδιάς μου. Οι ηλικιωμένοι, δακρυσμένοι, δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη, παρά εισέπνεαν τη ζωή που είχε εγκλωβιστεί για μισό αιώνα στον Ιερό Ναό, στο περίτεχνο τέμπλο, στους πολυέλαιους, στις βυζαντινές εικόνες και στα μανουάλια. Αν κάποιος έστυβε την υγρή συγκινησιακή ατμόσφαιρα μέσα στο Ναό θα μάζευε σταγόνες από το ελιξίριο της ζωής...
Μετά τη δοξολογία η αποστολή πέρασε στο Πατριαρχείο πίσω από το ναό όπου μας καλωσόρισε η εμβληματική μορφή του Πατριάρχη Φώτιου και στη συνέχεια το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο μέχρι τις 18.30 όπου έπρεπε να παρευρεθούμε στην τελετή αποκάλυψης αναμνηστικής πλάκας και προτομής του Μ. Αλεξάνδρου στο Σάτμπι. Κάναμε βόλτες.
Η πόλη είναι τόσο ζωντανή, που συγκινεί τους συνταξιδιώτες μου ακόμα πιο πολύ. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μικροπωλητές και τελάληδες παντού, τα τραμ παραφορτωμένα. Ταμπέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πολύχρωμες με τα χαρακτηριστικά αραβικά γράμματα μου θύμιζαν την περιοχή στον Πειραιά γύρω από το σταθμό του τρένου, ή το πρωινό Μοναστηράκι. Η οικειότητα που ένιωθα χαζεύοντας την αγορά, τα μαγαζιά με τα τελάρα και τους πάγκους, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά και τα γλυκά, τα κτίρια, τις πολυκατοικίες, τα μικρά διώροφα σπιτάκια, τα ξύλινα χρωματιστά παντζουρόφυλα, τα σιδερένια μαύρα κάγκελα, τα κατεβασμένα ρολά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα παλιά Λάντα ή Ζάσταβα, ακόμα και η κατουρίλα, το γκρίζο και η αίσθηση εγκατάλειψης ήταν εντυπωσιακή. Παρά τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τις ημισέληνους, τα αραβουργήματα και τις αραβικές επιγραφές ένιωθα σαν να τα ήξερα από χρόνια, σαν να τα είχα ξαναδεί. Συμμερίζομαι άραγε τη συγκίνηση των συνταξιδιωτών μου, συμμετέχω κι εγώ στο ταξίδι τους στο παρελθόν ή η Αλεξάνδρεια κατάγεται από τον ίδιο μονοκύτταρο οργανισμό που προέρχεται η Ελλάδα κι ίσως όλη η αυτή η γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου;
Ακολούθησα τη θεία μου στο σπίτι που γεννήθηκε. Το εντόπισε αμέσως και χωρίς δισταγμό, παρά τα σαράντα χρόνια που είχε να το δει. Μια εξαώροφη πολυκατοικία κατασκευής 1928. Μου θύμισε το κτίριο της Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους. Ανέβηκε ενθουσιασμένη από το μεταλλικό ασανσέρ, κοντοστάθηκε με αγωνία στην πόρτα, χτύπησε ήρεμα το κουδούνι και μόλις της άνοιξε μια μεσήλικη πληθωρική Αιγύπτια λύθηκε, μπροστά στην εμβρόντητη γυναίκα, σε κλάματα. Ήταν η κόρη της παλιάς τους υπηρέτριας. Η γυναίκα την αναγνώρισε αμέσως την αγκάλιασε και κλάψανε μαζί. Αυτό ήταν.
Η συσσωρευμένη συγκίνηση του ταξιδιού είχε πλέον βρει το δρόμο να εκδηλωθεί. Όλοι δάκρυζαν. Από όπου κι αν περνάμε, κάποιος κάτι θυμάται και το αναφέρει με δάκρυα στα μάτια ή ακόμα πιο συγκινητικό, θα συναντήσει ένα παλιό του φίλο στη μέση του δρόμου και θα αγκαλιαστούν μέσα σε δάκρυα.
Μόνος στο κατάστρωμα, βηματίζω νευρικά μπρος – πίσω, μέσα στην αποπνιχτική ζέστη, πότε ακουμπώ στην κουπαστή και πότε χαζεύω την νυχτερινή Αλεξάνδρεια, τα αστέρια, τα φώτα, τις μυρωδιές, τους ήχους. Στη μικρή τσέπη της μπανάνας μου, έχω το στυλό και αυτό το φτηνό, μικρό, άσπρο, σπιράλ σημειωματάριο. Δυο στίχοι μου ‘χουν έρθει στο μυαλό: «Μια θάλασσα απόψε σε προσμένει, ό,τι μας χωρίζει και μας δένει / η σκέψη σου μονάχα με ημερεύει κι αυτό το πλοίο μόνο ταξιδεύει».
Έχουν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που τη φίλησα, σε εκείνο το παγκάκι στη Βουλιαγμένη, από την άλλη μεριά αυτής, της ίδιας θάλασσας.
- Πίστευα ότι δεν με ήθελες, της είχα πει ένα βράδυ μερικές νύχτες αργότερα χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα πόδια μου σε ένα πεζούλι του Άη Γιώργη, στον Λυκαβηττό. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι.
-Εγώ , βρε κουτό, δεν σε ήθελα; Από την πρώτη μέρα που σε είδα κάτι με χτύπησε, σαν αστροπελέκι!
-Ποιά πρώτη; Την πρώτη - πρώτη μέρα;
-Μα και βέβαια! Μόλις μπήκα στην αίθουσα, θυμάσαι; Πού γύρισες να με κοιτάξεις;
-Αν θυμάμαι λέει! Μα δεν σου φάνηκε καθόλου! Δεν έκανες τίποτα απολύτως! Σε κοίταζα συνέχεια. Και τότε και πιο μετά. Αλλά εσύ ούτε μια στιγμή!
Από την μία άκρη της Μεσογείου σκεφτόμουν μια κοπέλα στην άλλη. Μια Μεσόγειος και άπειρη αγάπη ανάμεσα μας... Ο αέρας ζεστός, τα νερά ήσυχα...Η Αλεξάνδρεια μπροστά και η Αθήνα πίσω μου...Πίσω μου το μέλλον, μπροστά το παρελθόν....
Το βλέμμα μου τραβάει τώρα ένα παγκάκι στην αποβάθρα, δίπλα στο πλοίο. Ίσως σε αυτό το παγκάκι ένα νεαρό ζευγάρι Αιγυπτίων να έχει φιληθεί εκεί για πρώτη φορά. Ή μπορεί κάποιος από τους Αλεξανδρινούς συνεπιβάτες μου, πριν από πενήντα χρόνια. Ίσως και η θεία μου. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, σαν αυτό της Βουλιαγμένης. Με θέα τη θάλασσα, με θέα τη Μεσόγειο. Σκέφτηκα την Τζασμίν από την Κωσταντινούπολη, και τη συζήτησή μας εκείνο το βράδυ στο καταφύγιο των Μουσών στον Όλυμπο. «Οι Έλληνες επιθετικός λαός. Οι Έλληνες κάνουν παραβιάσεις. Οι Έλληνες απειλούν τα νησιά μας». Αν έβγαζες τους Έλληνες και έβαζες Τούρκους είχες το ίδιο πράγμα. Καμία διαφορά. Τα ρούχα της, τα αγγλικά της, οι μουσικές της. Ίσως η Τζασμίν να είχε κι αυτή ένα δικό της παγκάκι εκεί στο Βόσπορο, όπου θα είχε πρωτοφιληθεί... Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μία θάλασσα...