Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

Το μπουκάλι




Κοίταζα από ψηλά και θαύμαζα τη θέα. Στεκόμουν στη μέση μιας καταπράσινης, χορταριασμένης πλαγιάς και χάζευα τις όχθες της λίμνης που έρχονταν να αγγίξουν τις παρυφές της . Ήταν πολύ ήσυχα. Δεν φύσαγε. Έκανε ζέστη. Η λίμνη πολύ μεγάλη, χανόταν στον οριζοντα και ασυνήθιστα μπλε. Αρυτίδωτη. Γυρω της βουνά κατέβαιναν και την αγκάλιαζαν μέσω παρόμοιων καταπράσινων πλαγιών με αυτή που στεκόμουν. Σιωπή. Δέν άκουγα τίποτα. Μόνο ένα μεγάλο κοπάδι πρόβατα, πέρα στο βάθος, που, με αργά, νωχελικά βήματα πήγαιναν να πιουν νερό στη λίμνη. Αραιά και μακρινά άκουγα καμπανάκια και βελάσματα.


Ένιωθα τα πόδια μου να μην με κρατάνε στη γη. Σαν κάποιος να τα απελευθέρωσε. Σαν να τους είπε "Φύγετε τώρα, είστε ελεύθερα, πάτε όπου θέλετε! Πετάξτε!" Κι άρχισα να πετάω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πέταγα. Το ξέρω. Το έχω ξαναζήσει. Την τελευταία φορά το έκανα τραγούδι. Αλλά αυτή τη φορά δεν ένιωθα την ίδια ελευθερία, παρότι μου την είχαν προσφέρει απλόχερα. Πέταγα ψηλά και απομακρυνόμουν από τον κόσμο. Τα πρόβατα είχαν γίνει κουκίδες. Είχα τόσο ξεχαστεί που με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι στο χέρι μου κρατούσα ακόμα το μοσοάδειο πλαστικό μουκάλι με νερό. Ένιωσα ένα ρεύμα από πίσω μου. Γύρισα και είδα ένα μικρό, σε σχήμα μεγάλης μπάλας ποδοσφαίρου, αστεροειδή να έρχεται από πίσω μου. Καταπάνω μου. Με φόρα, με δύναμη, με μένος. Λίγο πριν με χτυπήσει και μετατρέψει και μένα σε αστρική σκόνη έκανα μια ανεπαίσθητη μικρή κίνηση και πρόλαβα να τοποθετήσω όρθιο, χωρίς να πέσει, το πλαστικό μπουκάλι. Αμέσως ο αστεροειδής σταμάτησε. Και τότε ξαναβρέθηκα στην καταπράσινη πλαγιά.


Ξανακοίταξα το τοπίο. Η ίδια γαλήνη. Η ίδια αίσθηση ηρεμίας. Η ίδια ησυχία. Θεέ μου, τί απόλαυση! Επιτέλους. Το βλέμμα μου γύρεψε τα πρόβατα. Δεν τα άκουγα πια. Τα εντόπισα. Ήταν ακριβώς στην ίδια θέση που τα είχα αφήσει. Πολύ παράξενο. Δεν είχε κουνηθεί κανένα! Ούτε ένα! Ξαφνικά -δεν κατάλαβα την αιτία- άρχισαν όλα μαζί να τρέχουν, σαν άλογα κούρσας προς τη λίμνη. Έφτασαν μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης, στις όχθες της κι αντί να σταματήσουν συνέχιζαν να τρέχουν πάνω στο νερό. Πολύ γελοίο θέαμα. Τα σούπερ-πρόβατα! Και τότε καταλάβα. Ήμουν νεκρή κι αυτή ήταν η αιώνια κίνηση μου στο Σύμπαν.