Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΒΟΥΤΙΑ

Αφού προβληματίστηκα αρκετά για το αν πρέπει να αποκαλύψω την πραγματική μου ταυτότητα τελικά πήρα την απόφαση.


Από τη μια μεριά είχα το ψευδόνυμο, τη σιγουριά της ανωνυμίας που μου επέτρεπε να κινούμαι απαρατήρητος, να εισχωρώ με ευκολία στα διάφορα μονοπάτια των σκέψεων, εντυπώσεων και απόψεων των φίλων μπλόγκερ. Πιστεύω στην αθέατη πλευρά. Είναι αυτή που σου επιτρέπει να παρατηρείς με την ησυχία σου, να ακούς και να αφουγκράζεσαι. Αλλά από την άλλη πλευρά όμως έμπαινα σε αναρτήσεις συζητώντας παθιασμένα με μπλόγκερς που συμμετέχουν επαγγελματικά (μερικές φορές όμως χωρίς να το ξέρω) με τα βιβλία ή με κάποιο συναφή χώρο. Σε αυτούς οφείλω να είμαι ειλικρινής. Αλλιώς η όποια καλή μου διάθεση είναι σίγουρο πως θα αμφισβητηθεί.


Εδώ και ένα περίπου μήνα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι το πρώτο μου μυθιστρόρημα με τίτλο "Η πόλη του Αναστέλλοντος ήλιου". (Προσοχή, είναι αναστέλλοντος με "σ" κι όχι ανατέλλοντος. Είναι αυτό το "σ" που κάνει όλη τη διαφορά.). Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος και χαίρομαι διπλά που το μοιράζομαι μαζί σας...

Και (πολύ) λίγα λόγια για το θέμα:
Ένα απόγευμα ο πρωθυπουργός Αρίστος Συνετός ο Νεότερος καλεί στο γραφείο του τον πιο διάσημο αρχιτέκτονα με σκοπό την ανέγερση ενός νέου Πρωθυπουργικού Μεγάρου, που φιλοδοξεί να το καταστήσει ως το Κτίριο - Έμβλημα της νέας εποχής, της Δημοκρατίας της Δημόσιας Αισθητικής. Όλη η χώρα ενθουσιάζεται και παραληρεί με την κατασκευή του έργου. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιο είναι το πανούργο σχέδιο που κρύβεται από πίσω και ποιος είναι ο πραγματικός ιθύνων νους του. Εκτός από μια νεαρή απόφοιτο της Αρχιτεκτονικής Σχολής που, με τη βοήθεια μιας «παράνομης» γιάφκας καλλιτεχνών, είναι αποφασισμένη να αντισταθεί ώς το τέλος.

περισσότερες πληροφορίες εδώ: http://www.melanibooks.gr/showproduct.asp?catid=467

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Ένας Escher στο πεζοδρόμιο μας


Για όσους πιστεύουν πως η Αθήνα είναι μια πόλη που δεν γεννά ιδεες, σκέψεις, μουσικές, εικόνες ή ρεύματα. Που δεν εμπνέει και δεν εμπνέεται. Που δεν μπορεί να πάρει ένα κομμάτι φτηνό καθημερινό υλικό και να το μετατρέψει σε παρέμβαση.


Ένα κομμάτι λαμαρίνα που χρησιμεύει για να καλύπτει ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο έχει γίνει ο καμβάς για μια αυτοσχέδια ζωγραφική. Από μακριά δεν ξεχωρίζει. Είναι σε γκρίζα χρώματα σαν να θέλει ο καλλιτέχνης να μην προκαλέσει την πόλη του, σαν να προσπαθει να βρει την προέκταση της.

Αλλά από κοντά: σκάλες ανεβοκατεβαίνουν ατέρμονα στο διηνεκές, χωρίς σκοπό και προορισμό, όλες μπερδεμένες , όλα τα επίπεδα σε ένα , άγχος και ανασφάλεια ένα χαρμάνι , ευθείες και γωνίες, κυβισμός και απόγνωση και πάντα η ίδια σταθερά : το τελευταίο σκαλοπάτι βγάζει σε τοίχο ανυπέρβλητο.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

ΦΗΜΕΣ

- Από που ξέρεις το σχολείο ;
-Όλος ο κόσμος μιλάει γι αυτό !

Στιχομυθία ανάμεσα σε δάσκαλο και Πακιστανό μαθητή. Που μας κάνει και νιώθουμε ψηλότεροι...

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

BUENOS AIRES MI AMOR


Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Φεβρουαρίου είναι το τέλος του καλοκαιριού και το γιορτάζουν εδώ με αρκετές τιμές. Συναυλίες, εκδηλώσεις, χορούς. Πήραμε ένα ταξί και πήγαμε σε μια δωρεάν συναυλία τάγκο μέσα σε ένα πάρκο δίπλα σε μια λιμνούλα, την οποία πρότεινε ένα freepress που μοιράζανε έξω από τη Ρικολέτα.
Η νύχτα είναι υγρή και γλυκιά. Φοράω ένα μπλουζάκι και μια βερμούδα. Μπροστά από τη σκηνή πάνω από τρεις χιλιάδες άτομα έχουν ξαπλώσει στο γκαζόν με μια μπίρα στο χέρι ή ένα κύπελο μάτε – το πικρό ζεστό τοπικό αφροδισιακό ποτό που πίνουν όλοι εδώ,(όπως εμείς το φραπέ) που παράγεται από ένα χαρμάνι βοτάνων. Ξαπλώνουμε κι εμείς και απολαμβάνουμε τη συναυλία. Είναι αφιερωμένη στη δεκαετία του 20 και από τη σκηνή παρελαύνουν πολλοί ηλικιωμένοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ο κόσμος τραγουδά μαζί τους και τους χειροκροτεί με πολλή θέρμη.
Είναι νύχτα, είναι τέλος του καλοκαιριού κι ακούω μουσική. Μια σκηνή τόσο οικεία. Σαν να ακούω Παπάζογλου στα βραχακια του Λυκαβηττού. Μόνο ο Σταυρός του Νότου ψηλά στον ουρανό μαρτυρά πως είμαι στο νότιο ημισφαίριο και το τάγκο στα ηχεία προσδιορίζει την ακριβή μου θέση.
Εδώ το τάγκο είναι παντού. Στον ηλικιωμένο κύριο που χορεύει μόνος του με μια φανταστική παρτενέρ, όπως φαίνεται στη φωτό,



στους υπαίθριους χορευτές ή μουσικούς στη τουριστική γειτονιά του Σαν Τέλμο όπως φαίνεται στις επόμενες φωτό,
στα ταξί, στα εμπορικά καταστήματα, στο ράδιο, στα παλιά ιστορικά καφέ του 19ου αιώνα που θυμίζουν Αυστρία, όπως το καφέ Τορτόνι ή σε λούμπεν μιλόγκες όπως στο υπόγειο της Αρμενικής Ένωσης στην πανέμορφη μποέμ γειτονιά του Παλέρμο (όπου βρίσκεται και το σπίτι του Μπόρχες), και στο οποίο βρεθήκαμε εντελώς τυχαία ή στις άπειρες ψηλοτάβανες αριστοκρατικές με ξύλινα δάπεδα, βαριές βελούδινες κουρτίνες και τεράστιους καθρέφτες αίθουσες χορού όπως αυτή που είναι δίπλα στο ξενοδοχείο μας.
Είναι σε τόσα πολλά μέρη που είχα αρχίσει να πιστεύω πως απλά το πουλάνε στους τουρίστες. Όπως στην Πλάκα πουλάνε το γκρικ μπουζούκι. Έπρεπε όμως να έρθουμε εδώ για να καταλάβω πως όπως όσο άδικο έχει ο τουρίστας στην Ελλάδα που ακούει ζορμπά και ξενερώνει, επειδή δεν μπορεί να ξέρει τι επίδραση είχε στην σύγχρονη κοινωνική ταυτότητα ο Καζατζίδης και η Σωτηρία Μπέλλου έτσι κι εγώ έκανα λάθος που έγινα προς στιγμή καχύποπτος.
Τρεις μπύρες και δυο ώρες αργότερα η συναυλία τελείωσε και με τα μισοτελειωμένα κουτάκια στο χέρι ανακατευτήκαμε μέσα στο πλήθος που έφευγε και με τα πόδια ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Σαν να το κάναμε από χρόνια…