Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΡΙΔΑ

Μια μέρα με στείλανε από τη δουλειά να αγοράσω ένα εμπορευματοκιβώτιο. Έπρεπε να στείλουμε ένα φορτίο με επεξεργασμένο χαλκό στη Βουλγαρία και να μας το επέστρεφαν πίσω σε καλώδια νιμ. Και αυτό να το επαναλαμβάναμε άλλες τρεις φορές. Με φώναξε ο διευθυντής μου και μου ζήτησε να πεταχτώ μέχρι τον Ασπρόπυργο και να διαλέξω ένα καλό και καθαρό κοντέινερ από μια τοπική μάντρα.
Εκείνο τον καιρό δεν ήμουν καλά συναισθηματικά. Για χρόνια αποτελούσα το υπόδειγμα ενός καλού και ευσυνείδητου επαγγελματία. Δούλευα ακατάπαυστα και με ζήλο περισσότερες από δέκα ώρες κάθε μέρα. Πρωτοδιορίστηκα το 2000, αμέσως μόλις πήρα το διδακτορικό μου στην πληροφορική από το Πανεπιστήμιο της Ναντ στη Γαλλία, είχαν περάσει σχεδόν εννιά χρόνια και είχα καταφέρει να χτίσω μια καλή σχέση εμπιστοσύνης με τη διεύθυνση. Ήξεραν πολύ καλά το εύρος των δυνατοτήτων μου και τι μπορούσαν να περιμένουν από μένα. Κάθε δουλειά τους την έφερνα σε πέρας, όλα τα πρότζεκτ που αναλάμβανα έβγαζαν κέρδος και θεωρούμουν , θέλω να πιστεύω, ένας καλός συνάδελφος που ποτέ δεν εποφθαλμιούσε τη θέση κάποιου ανωτέρου του, ποτέ δεν ανταγωνιζόταν κάποιον άλλο για μια προαγωγή και ούτε χαιρόταν με την πιθανή αποτυχία του διπλανού του.
Τα τελευταία έξι χρόνια σχετιζόμουν με μια κοπέλα. Την αγαπούσα και σχεδίαζα να της προτείνω να παντρευτούμε. Ζήτησα μάλιστα από τον διευθυντή μου αύξηση ώστε να μπορώ να ανταπεξέλθω στις ανάγκες της οικογενειακής ζωής χωρίς δυσκολία. Άλλωστε ύστερα από τόσα χρόνια αφοσιωμένης δουλειάς δεν είχα πάρει καμία έως τότε. Είχα ξεκινήσει με ένα αρκετά μεγάλο μισθό, αντάξιο των σπουδών μου, χίλια πεντακόσια ευρώ καθαρά το μήνα και ντρεπόμουν να ζητήσω κάτι παραπάνω. Όμως αν ήθελα να κάνω οικογένεια αυτά τα χρήματα δεν έφταναν. Πήρα λοιπόν το θάρρος και έστειλα ένα email ζητώντας μόνο αύξηση , δεκαπέντε τοις εκατό, κι όχι προαγωγή, για να μη τους φέρω σε δύσκολη θέση. Μου την αρνήθηκαν, ευγενικά δεν μπορώ να πω, λέγοντάς μου πως αναγνωρίζουν τις πολύτιμες υπηρεσίες μου αλλά επειδή βρισκόμαστε σε καιρό κρίσης δεν μπορούν να εγκρίνουν επιπλέον δαπάνες για το προσωπικό. Κατάλαβα ότι είχαν δίκαιο και δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα. Όμως η κοπέλα μου απογοητεύτηκε τόσο πολύ που δεν μου μίλαγε για δυο εβδομάδες. Στο τέλος μου ζήτησε να χωρίσουμε. Ήμουνα λέει πολύ μαλθακός και δεν την γέμιζα σιγουριά για το μέλλον μας. Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για μένα. Κόντευα τα τριάντα οκτώ και ξαναβρισκόμουν πάλι μόνος. Το όνειρο της οικογένειας απομακρύνθηκε και πήρε αναβολή για τουλάχιστον τρία χρόνια - μπορεί και παραπάνω.
Όταν λοιπόν ο Διευθυντής μου μού ανέθεσε τη νέα αποστολή τη δέχτηκα με χαρά, ως μια καλή ευκαιρία να περάσω τη μέρα έξω απ’ το γραφείο, να περιπλανηθώ σε μια περιοχή που δεν ξέρω και να κάνω κάτι διαφορετικό, μακριά από τη ρουτίνα. «Θα βγεις στην έξοδο πέντε και ακολουθώντας τις πινακίδες θα συναντήσεις τον καπετάν Γιάννη. Καλή επιτυχία» μου ευχήθηκε και με συνόδεψε μέχρι την εξώπορτα της εταιρείας μας.
Πήρα την Αττική Οδό και βγήκα στην έξοδο προς Ασπρόπυργο, νούμερο πέντε, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες. Πέρασα από κάτι εγκαταλελειμμένες μονάδες παραγωγής σκυροδέματος με σκουριασμένα σιλό, ένα οικόπεδο όπου κάτι μπουλντόζες αποθήκευαν χώμα δημιουργώντας ένα τεχνητό κόκκινο λόφο, έναν καταυλισμό τσιγγάνων και έστριψα προς τη Λεωφόρο Ασπροπύργου ψάχνοντας για τις πινακίδες. Βρέθηκα σε μια περιοχή που όντως δεν είχα ξαναδεί. Δεν υπήρχαν σπίτια, μαγαζιά ή καταστήματα , μόνο μεγάλα εργοστάσια και αποθήκες. Στο δρόμο δεν κυκλοφορούσαν πεζοί ούτε αυτοκίνητα μόνο νταλίκες κι αν ήθελες να πιεις ένα καφέ έπρεπε να τον παραγγείλεις από τροχόσπιτα-καντίνες. Ύστερα από αρκετή ώρα κι αφού είχα οδηγήσει το δρόμο δυο φορές πάνω κάτω και δεν είχα δει καμία πινακίδα, μια επιγραφή, γραμμένη με κόκκινα γράμματα σ ένα τοίχο, μού τράβηξε την προσοχή, όχι μόνο γιατί ήταν ανορθόγραφη αλλά και για το πρωτότυπο μήνυμά της: «ΙΝΕ ΓΙΑ ΒΡΟΧΙ. ΜΙ ΡΙΧΝΕΤΕ ΟΞΙ ΣΤΟ ΡΕΜΑ.» Έμεινα λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω αυτό που διάβαζα όταν πρόσεξα, δίπλα ακριβώς, μια πολύ μικρή ταμπέλα: «Κοντέινερς ο Καπετάν Γιάννης» μ’ ένα βέλος να δείχνει προς τα δεξιά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκα προς το σημείο που έδειχνε και μπήκα σ ένα πολύ στενό δρόμο όπου ίσα ίσα χώραγε το αυτοκίνητό μου. Δεξιά κι αριστερά υψώνονταν ψηλοί φράχτες από σκουριασμένες λαμαρίνες, έτσι ώστε ο δρόμος έμοιαζε σαν ένα τούνελ από λαμαρίνες χωρίς σκεπή. Σαν μία γιγάντια υδρορροή όπου εγώ ήμουν η σταγόνα. Μια νταλίκα ήταν μπροστά μου και μία ακριβώς πίσω μου, έτσι που ανά πάσα στιγμή αν ο ένας φρέναρε κι ο άλλος επιτάχυνε μπορούσαν να με λιώσουν. Περάσαμε από διάφορες μάντρες και οικόπεδα με παλιοσίδερα, λάστιχα και βαρέλια. Με την ταχύτητα που είχαμε δεν προλάβαινα να διαβάσω τις ταμπέλες όμως κανένα από αυτά δεν είχε κοντέινερς. Ξαφνικά και χωρίς φλας, η μπροστινή μου νταλίκα έστριψε αριστερά και ταυτόχρονα η πίσω δεξιά, μέσα στους λαμαρινένιους τοίχους, φανερώνοντας μου μια τεράστια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων γεμάτη ασφυκτικά, με χιλιάδες στοιβαγμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κοντέινερς. Πάρκαρα και χάζεψα το θέαμα.
Μέχρι τους απέναντι λόφους έφταναν τα εμπορευματοκιβώτια. Ήταν τοποθετημένα σε στοίβες των πέντε, έτσι που να σχηματίζουν θεόρατους πύργους, είκοσι μέτρα ψηλούς, κολλητούς ο ένας με τον άλλο. Κάθε είκοσι ή τριάντα τέτοιοι πύργοι άφηναν αναμεταξύ τους διαδρόμους, έτσι ώστε να διαμορφώνονται ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Η ρυμοτομία τους ήταν τέλεια , που θα τη ζήλευε κι ο καλύτερος πολεοδόμος. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν οι διάδρομοι είχαν ονόματα, γειτονιές ή συνοικίες.
Όλη αυτή η τάξη με έκανε να περιμένω να δω στον καπετάν Γιάννη μια μορφή αυστηρή και αυταρχική. Αυτός όμως μόλις με είδε με καλωσόρισε εγκάρδια σαν να με περίμενε από χρόνια. Ήταν περίπου εξήντα χρονών κοντός με στρογγυλό πρόσωπο. Φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπίας, μια τραγιάσκα και από τη ζώνη του κρεμόταν μια αλυσίδα με μια αρμαθιά κλειδιά που κουδούνιζαν εκνευριστικά. Μου ζήτησε να του υπογράψω κάτι χαρτιά και πριν προλάβω να του πω τις απαιτήσεις μου ήξερε τι ακριβώς ψάχνω. «Είναι το ψηλότερο, το πάνω πάνω, το πέμπτο δηλαδή στον πύργο 523, στον κάθετο διάδρομο 74.»
Άρχισα να περπατώ προς τη κατεύθυνση που μου υπέδειξε. Λίγο πριν το βρω εμφανίστηκε μπροστά μου ένα μικρό παιδί το πολύ δέκα χρονών με μακριά ξανθά μαλλιά. Το θυμάμαι γιατί μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι φορούσε κουστούμι και μάλιστα το ίδιο ακριβό ιταλικό κουστούμι που ήθελα να αγοράσω για το γάμο μου. Ακόμα και το χρώμα, γκρι σκούρο, ήταν ίδιο. Μέχρι και η σιέλ γραβάτα. Με κοίταξε για λίγο και χωρίς να πει λέξη εξαφανίστηκε πίσω από τους πύργους.
Ύστερα από δέκα λεπτά περπατήματος εντόπισα τον πύργο με το εμπορευματοκιβώτιο που θα αγόραζα. Ακόμα κι αν δεν ήξερα την ακριβή του θέση ήταν το μόνο απ΄ όλα όσα είχα δει με μια σκάλα μπροστά του. Ανέβηκα τα σκαλιά ως το πέμπτο. Ήταν αρκετά ψηλά, η σκάλα ταλαντωνόταν και νόμιζα ότι θα έπεφτα. Τελικά έφτασα μπροστά από την πόρτα. Τράβηξα το δεξί χερούλι και απασφάλισα τη μία από τις δύο κάθετες μπάρες που έφραζαν την είσοδο και στη συνέχεια με το αριστερό χερούλι την άλλη. Μπήκα μέσα. Το φως που έμπαινε από την ανοιχτή πόρτα ήταν αρκετό για να το περιεργαστώ. Ήταν καθαρό, περιποιημένο και άδειο. Ανέδυε μάλιστα μια ευχάριστη μυρωδιά σαν τσάι ή φασκόμηλο. Ευχαριστημένος έκανα μεταβολή προς την έξοδο. Όμως πριν προλάβω να τη διασχίσω ένα ισχυρό κύμα αέρα την έκλεισε απότομα. Αιφνιδιάστηκα. Έμεινα να κοιτάω μέσα στο σκοτάδι, αποσβολωμένος την κλεισμένη πόρτα. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω αυτό που μου συνέβαινε. Θα έμενα κλεισμένος εκεί μέσα! Ήμουν πολύ ψηλά και πολύ μακριά από τον έξω κόσμο. Ακόμα και να φώναζα και να χτυπούσα κανείς δεν θα με άκουγε. Έβγαλα το κινητό μου να ειδοποιήσω στη δουλειά αλλά δεν είχε σήμα. Άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ήμουν μόνος μέσα σ’ ένα κατασκότεινο κοντέινερ! Χωρίς νερό και φαγητό. Πόσο θα άντεχα; Μια, δυο μέρες; Τρεις; Θα αναρωτιόταν κανείς για μένα; Που ήμουν ; Θα έψαχναν στη μάντρα; Θα ρώταγαν τον καπετάν Γιάννη; Θα προλάβαιναν; Ή θα πέθαινα μόνος κι αβοήθητος; Οι σκέψεις αυτές με οδήγησαν να χτυπάω μανιασμένα με χέρια και πόδια την πόρτα, φωνάζοντας «βοήθεια!» Βαρούσα πολλή ώρα με δύναμη, μέχρι που κουράστηκα. Φυσικά κανείς δεν με άκουσε. Σταμάτησα απελπισμένος. Πως μου είχε συμβεί εμένα αυτό; Γιατί έπρεπε να πεθάνω θαμμένος σ ένα μεταλλικό κουτί σα φέρετρο είκοσι μέτρα πάνω απ’ την επιφάνεια της γης; Τι γελοίος θάνατος.
Γύρισα την πλάτη μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν έπρεπε να χάσω τη ψυχραιμία μου. Είχα ακούσει πως σε παρόμοιες περιπτώσεις πρέπει να μείνεις ακίνητος, να μην καταναλώνεις ενέργεια για να μπορείς να αντέξεις όσο γίνεται περισσότερο. Τα μάτια μου άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι. Τώρα η μυρωδιά είχε εξαφανιστεί και ένα ελαφρύ ρίγος με διαπέρασε. Έκανε ψύχρα. Ξαφνικά σαν να είδα μια πολύ μικρή κίνηση. Σαν μια μικρή γάτα να έτρεχε. Ανατρίχιασα ολόκληρος κι άφησα μια πνιχτή στριγκλιά. Δεν ήταν δυνατόν! Δεν μπορούσε να υπήρχε τίποτα εκεί μέσα. Το είχα επιθεωρήσει καλά προηγουμένως. Με το σώμα γερμένο προς τα μπροστά σε στάση επιφυλακτική, προχώρησα προς την άκρη του κοντέινερ κι αυτό που είδα με έκανε να φωνάξω δυνατά από έκπληξη και φόβο! «Παναγιά μου!» Ένας γέρος άντρας με άσπρα μακριά μαλλιά κοιμόταν ξαπλωμένος ανάσκελα. Πως βρέθηκε εκεί μέσα; Πότε μπήκε;
Η αντίδρασή μου τον ξύπνησε. Έτριψε τα μάτια με τα χέρια του και με περιεργάστηκε σιωπηλά χωρίς να κουνηθεί από τη στάση του ύπνου. Είχα φοβηθεί τόσο πολύ που είχα χάσει τη μιλιά μου. «Επιτέλους ήρθες.» είπε ήρεμα και η φωνή του ήταν βαθιά. Γαλήνια σίγουρη και ήρεμη, όπως όλων αυτών των ανθρώπων που επιλέγουν να απομονωθούν και να ζήσουν τη ζωή τους ασκητικά σαν ερημίτες, αναχωρητές ή καλόγηροι. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησα διστακτικά «Και τί κάνεις εδώ μέσα;» «Λέγομαι Υψήχιος. Και ζω εδώ πάρα πολλά χρόνια.» «Και πως ζεις;» Ο αρχικός μου φόβος είχε δώσει τη θέση του στην περιέργεια «Τι κάνεις;» «Είναι αδιανόητο για κάποιον σαν κι εσένα να καταλάβει τι κάνω ή με πόσα λίγα μπορεί να ζήσει κάποιος. Σχεδόν με τίποτα. Και για να απαντήσω στο δεύτερο ερώτημά σου θα σου πω ότι καταρχήν δεν βιάζομαι. Όχι σαν κι εσένα. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Κάθομαι εδώ και περιμένω.» Μου είχε εξάψει πλέον τη φαντασία «Τι; Ποιον;» «Δεν έχει σημασία. Απλά περιμένω.» απάντησε κι άλλαξε πλευρό. «Εσένα» μουρμούρισε ύστερα από λίγο σαν να με λυπήθηκε που είχα μείνει με την απορία. «Εμένα; Γιατί εμένα;» «Γιατί όχι εσένα; Εσύ ήρθες να με βρεις. Όχι εγώ.»
Πλησίασα αποφασισμένος να τον ακουμπήσω. Ήθελα να νιώσω την αφή του. Αν και η φωνή του ήταν τόσο σταθερή ο ίδιος μου φαινόταν τόσο εύθραυστος, σχεδόν αέρινος, άυλος. Αλλά δεν με άφησε. Κατάλαβε την κίνησή μου κι απομακρύνθηκε. «Υπάρχει τρόπος να φύγω από δω γέροντα;» «Ναι. Από την πόρτα» «Είναι κλεισμένη απ’ έξω. Δεν ανοίγει» «Όχι αυτή. Αυτή είναι μόνο για όσους δεν βλέπουν. Εσύ θέλεις να δεις. Για αυτό δεν ήρθες εδώ;» Μιλούσε σαν να με ήξερε από πάντα. «Μα τι να δω μέσα στο σκοτάδι; Δεν βλέπω τίποτα» «Είναι επειδή χρησιμοποιείς μόνο τα μάτια σου για να δεις. Παλιά μέθοδος, ξεπερασμένη».
Σηκώθηκα κι έκανα μια βόλτα περιμετρικά των τοιχωμάτων. Περπατούσα πολύ αργά στις μύτες των ποδιών, κάνοντας ελάχιστο θόρυβο, σαν να προσπαθούσα να αποφύγω θρυμματισμένα γυαλιά. Και τότε την είδα. Ήταν μια πολύ μικρή πόρτα, ύψους ογδόντα εκατοστών και πλάτους το πολύ πενήντα. Δεν χωρούσε άνθρωπος. Έπρεπε να διπλωθεί στα δύο. Γονάτισα και έστριψα το μεταλλικό πόμολο. Έσκυψα το κεφάλι προς τα κάτω, κύρτωσα τους ώμους προς τα μέσα και μπουσούλισα. Πέρασα στο διπλανό κιβώτιο. Ήταν άδειο. Ακριβώς απέναντι είδα μια άλλη θυρίδα. Τη διέσχισα με τον ίδιο τρόπο και βγήκα σε μια μεγάλη πλατεία. Είχε δέντρα κι ένα ποταμάκι κυλούσε στη μέση της. Το παιδί με το κουστούμι ψάρευε. Μπήκα στην επόμενη πόρτα. Τρία αλυσοδεμένα σκυλιά γάβγιζαν μανιασμένα. Περπατώντας με προσοχή, τοίχο τοίχο μην με πλησιάσουν, μπήκα στην επόμενη θυρίδα. Μια καλοβαλμένη κυρία έκλαιγε πάνω απ΄ ένα λάπτοπ ενώ δίπλα της μια γκρι γάτα έπαιζε πιάνο. Περιπλανήθηκα από κοντέινερ σε κοντέινερ αρκετή ώρα. Άνοιγα τη μία πόρτα και έμπαινα στην επόμενη. Είδα ένα μωρό να κάνει ποδήλατο σε τέσσερις ρόδες, ένα υφασμάτινο σκούρο μπλε παντελόνι να μαγειρεύει φρικασέ σε μια κατσαρόλα, είδα ένα χαμογελαστό ποδηλάτη να τον πατάει ένα φορτηγό, είδα ένα δωμάτιο γεμάτο με ξύλινες αφρικάνικες μάσκες, είδα μια τραπεζαρία στρωμένη με ένα χάρτη της γης αντί για τραπεζομάντηλο, είδα μια όαση στην έρημο όπου ένας καμηλιέρης έπαιζε μπαγλαμά, είδα μια μπάλα μ’ ένα μαχαίρι της κουζίνας σφηνωμένο, είδα ένα δωμάτιο γεμάτο άχρηστα πράγματα, σκούπες, τσιγάρα, βρόμικες πολυθρόνες, χαλασμένες τηλεοράσεις, παλιά κινητά, κρίκους χούλα χουπ, τρύπια σακάκια και χαρτομάντιλα, είδα μια μάνα να θηλάζει ένα πορτατίφ, είδα ένα γιγάντιο τηλέφωνο να τηλεφωνεί στον εαυτό του, είδα εκατοντάδες παιδιά όλα ίδια μεταξύ τους, σαν κλώνοι, ξαπλωμένα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι να τρώνε ωμά σαλιγκάρια, είδα ένα δάσος από πεύκα με κορμούς από σουγιάδες, είδα χαλιά στους τοίχους και κουβέρτες στα πατώματα, είδα έναν άντρα να ακονίζει ένα πιρούνι με ένα μυτερό κηροπήγιο, είδα μια θάλασσα ήρεμη μ’ ένα κυματοθραύστη να σκάνε πάνω του πλοία και σκάφη αναψυχής, είδα ένα διώροφο τρένο να κάνει ατελείωτους κύκλους γύρω από έναν οβελίσκο, είδα μια αρκούδα που βέλαζε κι ένα πρόβατο να κατασπαράζει έναν αετό, είδα μια φυλακή φτιαγμένη μόνο από καλώδια, είδα ένα κατσαβίδι να κάνει ψαροντούφεκο και να πνίγεται, είδα ένα ψυχιατρείο γεμάτο αυτοκίνητα και τέλος είδα πολλά χρώματα. Όλων των ειδών τις μπογιές και τις αποχρώσεις σ ένα κοντέινερ. Μόλις μπήκα ζαλίστηκα γιατί είχε τόσα πολλά χρώματα, πράσινο, ματζέντα, κυανό, λιλά, μπορντό, υπόλευκο, ροδακινί, μωβ, πορτοκαλί, κρεμ, μπεζ, ανθρακί και τόσο έντονα που δεν μπορούσες να εστιάσεις πουθενά.
Είχα την εντύπωση πως κάθε πόρτα ήταν απέναντι από την άλλη έτσι ώστε πίστευα πως κινούμουν σε ευθεία γραμμή. Όμως στην πραγματικότητα κάθε πόρτα με έβγαζε σε άλλο κοντέινερ πιο πάνω, πιο κάτω, αριστερά ή δεξιά. Δεν είχα ακολουθήσει γραμμική πορεία. Κινούμουν και στις τέσσερις διαστάσεις. Ο χρόνος εναλλασσόταν. Πότε παρελθόν και πότε μέλλον. Το καταλάβαινα γιατί ένιωθα τον εαυτό μου πότε γέρο με αρθριτικά και πότε παιδί με ευλυγισία και ταχύτητα. Χάθηκα και δεν ήξερα το δρόμο της επιστροφής. Προσπάθησα απεγνωσμένα να βρω κάποιο σημάδι, κάτι που να είχα ξαναδεί και που να με βοηθούσε να επιστρέψω στην αρχή. Όμως αυτό ήταν αδύνατο. Τίποτα δεν ήταν ίδιο με το προηγούμενο κι ακόμα κι αν ξαναέμπαινα από την ίδια πόρτα που είχα πρωτομπεί, αυτή μ’ έβγαζε όχι στο προηγούμενο όπως περίμενα αλλά σε ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό κοντέινερ. Είχα απελπιστεί. Περιπλανήθηκα αρκετές ώρες και κουράστηκα. Έκατσα και κοιμήθηκα πάνω σ ένα κομπιουτεράκι, ενώ έξω απ’ αυτό ο αέρας φυσούσε κάτι πλατανόφυλλα με μπλε οριζόντιες γραμμές. Ξύπνησα από το φόβο μου μη δεν ξυπνήσω. Συνέχισα την περιπλάνηση και είδα κι άλλα πολλά κι ένιωσα να με ακουμπάνε χιλιάδες άνθρωποι και να με σπρώχνουν από χίλιες μεριές, ανάσες βρώμικες, καυτές, θολές, να με τρυπάνε βλέμματα άδεια και κρύα, φωνές παράφωνες και μελωδικές, βαθιές και τσιριχτές και είδα κρύσταλλα να αιωρούνται και να φωτίζονται και περπάτησα σε ζούγκλες καταπράσινες, σε χωριά ιθαγενών με ξύλινες καλύβες και σκεπές από τσίγκο με ηλιακούς συλλέκτες ενώ οι ντόπιοι έπαιζαν ποδόσφαιρο στην αυτοσχέδια πλατεία και κολύμπησα σε λίμνες νεκρές μεθανίου με σωλήνες και πολύχρωμους αγωγούς να τις ρουφάνε αδηφάγα, και σε νησιά σε μέγεθος παλάμης, σε ποτάμια καφέ και σε χιλιάδες χιλιόμετρα ακτών με βράχια και με μαύρους κορμοράνους και με αποικίες κόκκινων πιγκουίνων και θαλάσσιων ελεφάντων και ανέβηκα πάνω σε παγοθραυστικά που έλιωναν και σε ραντάρ που έγερναν κουρασμένα και ύστερα από πολλές ώρες κάποιος κατέβασε μια τέντα που έτριζε η θυρίδα άνοιξε και ξαναβρέθηκα στο γέροντα.
Ένιωσα αγαλλίαση και ανακούφιση σαν να ήταν το καταφύγιό μου. Δεν ήθελα να ξαναβγώ από κει μέσα ούτε να ξαναζήσω αυτά που έζησα. Ο γέροντας ήταν όρθιος, φορούσε ένα καθαρό καινούριο κουστούμι και είχε λούσει τα μαλλιά του σαν να με περίμενε ή σαν να ήταν έτοιμος για κάποια επίσκεψη. «Έλειψες τρεις μέρες. Απ’ ό,τι έχω ακούσει τόσο κάνουν όλοι» Ένιωθα πολύ κουρασμένος, ξενυχτισμένος κι άυπνος. Το σώμα με δυσκολία με βαστούσε όμως χειρότερα ήταν το μυαλό μου. Μια θρυαλλίδα είχα μέσα στο κρανίο μου. Η έκρηξη ήταν θέμα δευτερολέπτων. Του είπα ότι θα πέσω να κοιμηθώ λίγο, να συνέλθω. «Δεν γίνεται, πρέπει να φύγουμε» «Τι εννοείς;» Δεν είχα καμία όρεξη να ξαναπεράσω τα ίδια. «Ήρθε η ώρα. Και θα με πάρεις και μένα μαζί σου» «Που;» «Έξω, πού αλλού; Άνοιξε την πόρτα! Θέλω να δω το φως». Με οδήγησε στην πόρτα που είχε κλείσει ο αέρας. «Όσοι επιστρέφουν επιστρέφουν. Αυτός είναι ο κανόνας» μου εξήγησε. Κατάλαβα ότι το εννοούσε. «Πόσο καιρό έχεις να αντικρίσεις τον έξω κόσμο γέροντα;» τον ρώτησα καθώς ψαχούλευα με ανάμεικτα συναισθήματα την εξώπορτα. Δεν ήθελα να βγω στον έξω κόσμο. Ήθελα να ηρεμήσω. «Πολύ. Τριάντα οκτώ χρόνια, σχεδόν!» «Θα έχει αλλάξει πολύ ε; Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο» του είπα καθώς έβρισκα το πόμολο και άνοιγα το ένα φύλλο. «Πού θες να ξέρω;» μου απάντησε ενώ λευκό φως τον έλουζε τμηματικά ξεκινώντας από τα πόδια προς το κεφάλι. «Δεν τον έχω δει ποτέ μου πιο πριν» και πριν προλάβω να πω άλλη λέξη μεταμορφώθηκε σε ένα μπλε πουλί με άσπρο μακρύ ράμφος, πέταξε ψηλά και έγινε ένα με τον ουρανό.
Κινήθηκα προς τα εμπρός για να κατέβω. Όμως η σκάλα έλειπε κι έκανα επιτέλους, ένα βήμα στο κενό.


ALL RIGHTS RESERVED