Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)



Φτάσαμε αργά το βράδυ στη Μερίντα. Δεν θα προλαβαίναμε την ανταπόκριση. Δεν είχαμε όμως ούτε που να μείνουμε. Δεν είχα καταφέρει να κλείσω ξενοδοχείο. Όλα τα ξενοδοχεία του Lonely planet γεμάτα. Κι έτσι βγήκα στη γύρα, σε 2-3 κοντά στην plazza grande. Τζίφος. Ενα μόνο είχε δωμάτια, αλλά ήταν τυφλό ,χαμηλοτάβανο και έπρεπε να περάσεις μέσα από ένα πολύ κλειστοφοβικό αίθριο, παραφορτωμένο με αναρριχώμενα φυτά και δέντρα που δεν μού έδινε καλή αίσθηση.
Σουρούπωνε και ένιωθα τη νύχτα να πλησιάζει απειλητικά. Τί θα κάναμε αν δε βρίσκαμε κανένα δωμάτιο; που θα μέναμε; Άρχισα να τρέχω από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Τελικά με την 4η προσπάθεια βρήκα ένα καλό με 120$ στον δεύτερο όροφο. Ήταν κι αυτό τυφλό, με ένα παράθυρο στο διάδρομο, δηλαδή στη Χασιέντα, την εσωτερική αυλή. Ήταν όμως καθαρό και χωρίς κουνούπια.
-Πολύ καλύτερο από την Τσιανγκ Μέι, της είπα για να απαλύνω την έκφραση δυσαρέσκειας του προσώπου της. Εκείνο είχε αίματα στους τοίχους, θυμάσαι;"

Κοιμηθήκαμε αμέσως.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για μια βόλτα στην πόλη. Το λεωφορείο έφευγε στις 9.00 το βράδυ κι είχαμε όλη την ημέρα μπροστά μας.
Η Μερίντα δεν έλεγε τίποτα σαν πόλη. Κι όμως ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας του Γιουκατάν, μιας πλούσιας και κατεξοχήν τουριστικής περιοχής. Είχε κι αυτή την ίδια ρυμοτομία: δρόμοι κομμένοι σαν μπακλαβάς, κτίρια δυόροφα και πολύχρωμα, όλα χωρίς ταμπέλες να κρέμονται αλλά με ζωγραφιστές επιγραφές και στο κέντρο της πόλης η πλατεία, το Ζόκαλο που εδώ το λενε plazza grande ή el centro, με τον καθεδρικό του San Ildefonso και το μάλλον φτωχικό δημαρχείο.
Κανένα τους δεν φανέρωνε κάποια παλιά αίγλη ή αριστοκρατεία όπως της Πουέμπλα.
Το ωραιότερο και πιο σημαντικό απ' όλα φαίνεται πως ήταν το Grand Hotel κι αυτό επειδή το καθαγιασε με την παρουσία του κάποτε ο Φιντέλ.
Ως γνωστός αδιάκριτος προσπαθούσα να ρίξω κλεφτές ματιές μέσα απ΄τα διάπλατα ανοιγμένα παράθυρα στο εσωτερικό των κτιρίων. Ήταν όλα πολύ φτωχικά. Χαμηλούς φωτισμούς, χωρίς έπιπλα, καναπέδες και καρέκλες αλλά, με αιώρες να κρέμονται μέσα στα σαλόνια. Με αυτή την υγρασία τι να τον κάνεις τον καναπέ; Να κολλάς ολόκληρος;
Η υγρασία ήταν πραγματικά αφόρητη. Πρώτη φορά μετά από μια βδομάδα στο Μεξικό την καταλάβαμε εκεί. Στην Playa del Carmen περνούσαμε όλη την ημέρα με το μαγιό πίνοντας μπίρες στην παραλία. Όποτε ζεσταινόμασταν βουτούσαμε στα νερά της Καραϊβικής. Η Μερίντα όμως δεν είναι παραθαλάσσια πόλη. Βρίσκεται στη μέση της τροπικής ζούγκλας της χερσονήσου και μαζεύει όλη την υγρασία της περιοχής. Μόνο μισή ώρα αντέξαμε να περπατάμε. Διάλειμμα για καφέ, ύστερα άλλη μισή ώρα και πάλι δεν παλεύονταν . Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο και να βγάλουμε την υπόλοιπη μέρα στην πισίνα. Το ρολόι έδειχνε περασμένες 12.
Όσο παιρνούσε η ώρα η Χρύσα, που χαμένη με τις ώρες στην πισίνα πλατσούριζε παρέα μ’ ένα 12χρονο μιγαδάκι άρχιζε να μουρμουράει: "Είμαστε σίγουροι γι αυτό που πάμε να κάνουμε; Αφού λένε πως είναι επικίνδυνο. Άλλωστε δεν έχουμε δει όλα τα αρχαία του Γιουκατάν. Μόνος σου το είπες!"
Δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα στο Μεξικό και να μην πήγαινα στην περίφημη επαρχία των Τσιάπας.
Δεν της έδωσα σημασία και κανόνισα να έρθει να μας πάρει ένα ταξί για τον τερματικό σταθμό λεωφορείων, το μόνο μέρος που μπορούσες να αγοράσεις εισητήριο.
- Δεν γίνεται τουλάχιστον να πάμε με αεροπλάνο;

Δεν υπηρχε άλλος τρόπος. Με αεροπλάνο έπρεπε να γυρνούσαμε πίσω στο Κανκούν, 4 ώρες δρόμος και μετά στο Μέξικο σίτι, μιας και δεν υπήρχε απ'ευθείας πτήση για την Τούξτλα Γκουτιέρεζ, την διοικητική πρωτεύουσα της επαρχίας των Τσιάπας και κοντινότερο αεροδρόμιο στον προορισμό μας: το θρυλικό San Cristobal de la Casas, την ιστορική πρωτεύουσα των Τσιαπατίστας. Θα χάναμε όλη την αυριανή ημέρα Με το λεωφορείο έπρεπε να πάρεις το νυχτερινό, να ταξιδεύεις όλο το βράδυ και το πρωί να έφτανες στο Παλένκε. Εκεί θα επισκεπτόμασταν τον αρχαιολογικό χώρο, ίσως την πιο όμορφη πρωτεύουσα των Μάγιας, με τη διάσημη πυκνή τροπική βλάστηση κι ύστερα με άλλο λεωφορείο κι 6 ώρες διαδρομή στα βουνά να συνεχίζαμε για το Σαν Κριστόμπαλ.

Αυτό το σχέδιο συζητούσαμε περιμένοντας τη σειρά μας στο εκδοτήριο. Η Χρύσα όμως επέμενε. Φοβόταν το νυχτερινό ταξίδι.
-"Είστε τυχεροί. Εχουν μείνει μόνο 3 θέσεις. 2 μαζί και μία μονη της", μας είπε η κοπέλα στο γκισέ γυρνώντας ταυτόχρονα το μόνιτορ προς τα εμάς και δείχνοντας στην κάτοψη του λεωφορείου τις κενές θέσεις που ήταν σημειωμένες με πράσινους κύκλους.
- "Να ρωτήσω κάτι;" άκουσα τη Χρύσα να ρωτάει στα ισπανικά. "Υπάρχει κανένας άλλος τουρίστας στο λεωφορείο εκτός από μας;"
-"Μισό λεπτό να δω", της απάντησε και έψαξε στο αρχείο για να τσεκάρει ονόματα. "Μάλλον όχι", αν καταλαβαίνω καλά.
Αυτό ήταν. Πείσμωσε.
-"Δεν μπαίνω σ' ένα βραδινό λεωφορείο που δεν υπάρχει κανένας ξένος!Γιατί δεν πάνε άλλοι τουρίστες;Όχι θα μείνουμε εδώ και θα γυρίσουμε πίσω στην Κάρμεν για μπάνια."

Μάταια προσπάθησα να την μεταπείσω. Δεν είχε κι άδικο. Ο Lonely planet το έλεγε ξεκάθαρα: "Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία. Έχουν αναφερθεί πολλές φορές ληστείες και λεωφοροπειρατίες από ένοπλους. Συμμορίες στήνουν ενέδρες στους αχανείς έρημους αυτοκινητόδρομους του Γιουκατάν, έξω απ 'τη Μερίντα και την Καμπέτσε, εισβάλουν στο λεωφορείο και με την απειλή των όπλων ξαφρίζουν τους επιβάτες."
Ξαφνικά την είδα που είχε δακρύσει. "Μην πάμε, σε παρακαλώ..."

Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Ήμασταν διακοπές, μόνοι μας, οι δυο μας σε μια άγνωστη χώρα. Εμείς κανονίζαμε το πρόγραμμά μας. Δεν είχαμε να δώσουμε λόγο σε κανέναν. Κάναμε ό,τι θέλαμε. Αυτό σημαίνει διακοπές. Με το ζόρι δεν είναι διακοπές. Ήδη μας είχαν κλέψει μια φορά. Και επιπλέον είχαμε την εμπειρία από την επιστροφή μας από την Τεοτιχουακάν όπου μέρα μεσημέρι μας σταμάτησε η αστυνομία και έψαξε τους άντρες επιβάτες για όπλα δεν είχε κανένα άδικο. Ανσε σταματάει η Αστυνομία μέρα μεσημέρι για λίγο πιο έξω απ' την πρωτεύουσα για έλεγχο όπλων τότε τί γινεται στην πιο παόμακρη επαρχία της χώρας που βρισκομασταν εμείς; Κι αν στο κάτω - κάτω είχε μια προαίσθηση; Γιατί έπρεπε να το τραβήξω στα άκρα; Ίσως το ρίσκο να ήταν πολύ μεγάλο τελικά και να μην άξιζε τον κόπο.

Ακύρωσα τα εισιτήρια και βγήκαμε από το σταθμό. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης και να πάμε κάπου να φάμε και να καταστρώσουμε τα νέα μας πλάνα.
Και τότε μας έπιασε μια πολύ δυνατή μπόρα. Είχε 3 μέρες να βρέξει απόγευμα. Συνήθως έβρεχε νωρίς το πρωί. Μας έπιασε απροετοίμαστους, με τα κοντομάνικα και τα σορτς. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στα φτωχά σοκάκια της Μερίντα, από υπόστεγο σε υπόστεγο, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους μικρούς χειμάρρους που πρόλαβαν να σχηματιστούν. Δεδομένου ότι δεν έχουν μπαλκόνια, τα υπόστεγα είναι λίγο σπάνια. Γίναμε μούσκεμα. Ύστερα από 2ο λεπτά που σταμάτησε στάζαμε από πάνω ως κάτω. Αλλά δεν κρυώναμε, έκανε ζέστη . Ήταν μια μάλλον μελαγχολική μπόρα σε μια σίγουρα μελαγχολική πόλη.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αλλάξαμε και ακυρώσαμε το τσεκ άουτ που είχαμε στις 2.οο και δηλώσαμε στη ρεσεψιόν ότι θα μέναμε μια ακόμα ημέρα. Κάτσαμε για φαγητό στην πλατεία και βγάλαμε έξω χάρτες και οδηγούς. Είχαμε δει πλέον σημαντικές πόλεις των Μάγιας αλλά όχι της Ουξκαλ και της Ξλαπάκ. Βέβαια αυτό δεν είχε νόημα. Η περιοχή είναι γεμάτη οικισμούς και μνημεία που δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα ούτε σ' ένα μήνα. Είναι σαν να πας στην Ελλάδα για 2 βδομάδες. Μπορεί να προλάβεις να δεις το Μαραθώνα, τους Δελφούς ή την Ολυμπία, αλλά δεν θα προλάβεις την Κνωσό, τη Δήλο, την Κω, τη Δωδώνη, τη Βεργίνα. Εκτός αν είσαι σε εκδρομή με κάποια αρχαιολογική σχολή.
Επιπλέον είχαμε τον υγροβιότοπο του ποταμού Σελεστούν με τα χιλιάδες Φλαμίνγκο, ενώ μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το νησάκι, το Ίσλα Χόλπμοξ, με τους φαλαινοκαρχαρίες και να κολυμπήσουμε μαζί τους. Τέλος υπήρχε πάντα και το ίσλα Μουχέρες που φαινόταν να έχει ωραίες παραλίες και λίγο τουρισμό και φυσικά το Κοζουμέλ, το νησί με τους ωραιότερους ύφαλους του κόσμου σύμφωνα με τον Κουστό.
- Δεν σε καταλαβαίνω, τη ρώτησα καθώς μας σέρβιραν μπουρίτος. Φοβάσαι το λεωφορείο και δεν φοβάσαι να κολυμπήσεις με το φαλαινοκαρχαρία μήκους 30 μέτρων;
- Είναι ακίνδυνος. Τρώει μόνο πλαγκτό. Έχει μεριμνήσει η φύση για αυτό.
- Εγώ προσωπικά μόνο που θα σκέφτομαι ότι μαζί με μένα κολυμπά κάπου από κάτω μου ένα κήτος 30 μέτρων, παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι τρώγοντας άλλο ένα καταπληκτικό γεύμα.
Ένιωθα ότι οι εναλλακτικές ήταν πολύ φτωχές. Χάναμε πλέον την περιπέτεια και το άγνωστο, το μυστήριο και ξαναγυρνούσαμε εκεί που ήμασταν 7 μέρες τώρα. Αυτή η βροχή ήταν καταληκτική. Σαν να υποδήλωνε ότι "Ό,τι είχες να δεις το είδες. Από δω και στο εξής θα βρέχει κάθε μέρα την ίδια ώρα." Είχα την αίσθηση ότι πήγαινα κάθε χρόνο διακοπές στο Γιουκατάν.

-Ξέρεις κάτι, μου είπε ξαφνικά σαν να διάβαζε τη σκέψη μου: Έχεις δίκιο. Πάμε. Πάμε στο Παλένκε!
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν 6.30. Έπρεπε να πάω να βγάλω εισιτήρια, να γυρίσω στο ξενοδοχείο, να μαζέψουμε τα πράγματα και να κάνουμε τσεκ άουτ. Ίσα που προλαβαίνουμε. Σηκώθηκα και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το δρόμο, αφήνοντάς την να πληρώσει και να γυρίσει μόνη στο ξενοδοχείο. Σταμάτησα το πρώτο ταξί.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ