Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Ζεστές μυρωδιές

Την παλιά σιδερένια πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε ένας νεαρός γύρω στα 30 .Φορούσε μια άσπρη βερμούδα κι από πάνω ένα φανελάκι, απ’ το οποίο ξεχείλιζαν τα φουσκωμένα του μπράτσα. Η μικρή κυλίτσα πρόδιδε κάποιον που κάποτε είχε γυμναστεί πολύ αλλά κάποτε, παλιά. Πρόσεξα ένα σημάδι σαν από ραμμένο σκίσιμο στο δεξί ζυγωματικό, ανάμεσα στη μύτη και στο αφτί.

«Τώρα μένω στο υπόγειο», μου εξήγησε με μια φωνή που δεν ταίριαζε στο δυνατό κορμί του . «Έμενα στο ισόγειο αλλά από τότε που έπεσε η μάνα μου και χτύπησε κι έχει έρθει μια αδερφή της να την προσέχει, δε χωράμε πια.»

Με ανέβασε στον 3ο όροφο. Καλλιθέα, απέναντι απ’ το αστυνομικό τμήμα, δυάρι εσωτερικό.

Με το που μπαίνουμε, μου μυρίζει κεφτεδάκια. Αλλά το διαμέρισμα είναι άδειο. Ήταν αδύνατο κάποιος να έχει μαγειρέψει.
«Θέλω να το αγοράσω. Πως σου φαίνεται; Σου αρέσει;»
«Μόνο αυτός είναι ο λόγος;» τον ρωτάω. «Να φύγεις απ’ το υπόγειο;»Τον κοιτάω κατευθείαν στα κόκκινα του μάτια.
Χαμογελάει. «Όχι» τα κατεβάζει από συστολή και συνεχίζει: «Πέρασα στο Πανεπιστήμιο! Στο ιστορικό αρχαιολογικό. Δεν θα μπορώ ούτε να διαβάζω, ούτε να φέρνω φίλους και γκόμενες»
Δεν περίμενα την απάντηση: «Πόσο χρονών είσαι;» «32» … «Περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα για να το πάρω. Πιο πριν δεν μπορούσα κιόλας, είχα πολύ διάβασμα και τη δουλειά μαζί» «Νυχτερινό;» «Όχι, γενικό, εδώ πιο κάτω, το 2ο» Με ξανααιφνιδιάζει. «Πήγαινες σε γενικό σ’ αυτή την ηλικία;» «Ναι. Μαζί με τα 16χρονα. Είχε πολύ γέλιο.» «Καλά, πως σου ρθε; Εννοώ το γενικό;» «Το είχα υποσχεθεί στον πατέρα μου, λίγο πριν πεθάνει πριν 4 χρόνια. Όταν παράτησα το Λύκειο, στα 16 μου, του έγινε μαράζι.»
«Και γιατί το παράτησες;» «Για τον αθλητισμό. Πρωταθλητής Ελλάδας στο πολεμικό κουνγκ φου.» «Τώρα είμαι β' βοηθός στην Εθνική Ελλάδας.» Πρώτη φορά τον άκουγα τον όρο. Εγώ ξέρω μόνο κάτι λίγα από μποξ. Του το λέω. «Η καλύτερη γυμναστική.» μου απαντά. «Πάντως η Καλλιθέα, επιμένω, βγάζει πολλούς και καλούς αθλητές. Είχα πολλούς γνωστούς από εδώ, τρελαμένους με καράτε και πολεμικές τέχνες» «Ναι, είναι ο Μύρωνας εδώ πιο πάνω, ο σύλλογος, καλό φυτώριο».

Κάνω μια βόλτα στο άδειο διαμέρισμα. «Και πως τα κατάφερες με τη δουλειά; Σχολείο το πρωί και δουλειά το βράδυ;» «Δουλεύω στο δήμο, οπότε καταλαβαίνεις μου ήταν εύκολο να φεύγω.» Έκατσε σε μια από τις 2 καρέκλες του χωλ. «Το σχολείο ήταν τ’ όνειρό μου. Ντρεπόμουν που δεν το είχα τελειώσει. Κοίτα εσένα. Σπούδασες, δουλεύεις έχεις μια ζωή κανονική. Χαίρεις μιας εκτίμησης. Εγώ δεν ήξερα ούτε καν να διαβάσω. Ήταν και το μαράζι του μακαρίτη του πατέρα μου: «Χωρίς να έχεις βγάλει το σχολείο δεν θα πας πουθενά μου»
'λεγε πάντα» «Θα είναι πολύ υπερήφανος τώρα για σένα» απάντησα.
«Αλλά μην νομίζεις πως οι σπουδές είναι το πιο σημαντικό στη ζωή τελικά. Κοίτα όντως εμένα.» Τον κοίταξα στα μάτια. Η κοκκινίλα ήταν προφανώς κατάλοιπο των μπουνιών που είχε φάει σε αγώνες και προπονήσεις. «Δουλειά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, τρέξιμο απίστευτο, ταλαιπωρία, άγχος, κίνηση. Για λίγα ψίχουλα και μέλλον αβέβαιο. Και έτσι είναι όλη η γενιά μου, η γενιά μας.»
«Το πιο σημαντικό στη ζωή το έχεις ήδη,» συνέχισα βλέποντας πως είχα μετριάσει τη χαρά του για την εισαγωγή του. «Είσαι μαχητής. Σπουδαίος μαχητής.»

Σηκώθηκα να φύγω. Γύρισα κι έριξα μια τελευταία ματιά. Έκανα μια μικρή κυκλική κίνηση με το δείκτη του δεξιού μου χεριού στον αέρα «Ήσυχο είναι». «Περιποιημένο, σε καλή κατάσταση. Μπράβο! Να το χαίρεσαι! Και καλό μεταπτυχιακό!»

Δεν του είπα πως, από παιδί, η μυρωδιά τηγανητών κεφτέδων σημαίνει για μένα ζεστασιά και πολύ μεγάλη οικειότητα.