Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

BUENOS AIRES MI AMOR


Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Φεβρουαρίου είναι το τέλος του καλοκαιριού και το γιορτάζουν εδώ με αρκετές τιμές. Συναυλίες, εκδηλώσεις, χορούς. Πήραμε ένα ταξί και πήγαμε σε μια δωρεάν συναυλία τάγκο μέσα σε ένα πάρκο δίπλα σε μια λιμνούλα, την οποία πρότεινε ένα freepress που μοιράζανε έξω από τη Ρικολέτα.
Η νύχτα είναι υγρή και γλυκιά. Φοράω ένα μπλουζάκι και μια βερμούδα. Μπροστά από τη σκηνή πάνω από τρεις χιλιάδες άτομα έχουν ξαπλώσει στο γκαζόν με μια μπίρα στο χέρι ή ένα κύπελο μάτε – το πικρό ζεστό τοπικό αφροδισιακό ποτό που πίνουν όλοι εδώ,(όπως εμείς το φραπέ) που παράγεται από ένα χαρμάνι βοτάνων. Ξαπλώνουμε κι εμείς και απολαμβάνουμε τη συναυλία. Είναι αφιερωμένη στη δεκαετία του 20 και από τη σκηνή παρελαύνουν πολλοί ηλικιωμένοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ο κόσμος τραγουδά μαζί τους και τους χειροκροτεί με πολλή θέρμη.
Είναι νύχτα, είναι τέλος του καλοκαιριού κι ακούω μουσική. Μια σκηνή τόσο οικεία. Σαν να ακούω Παπάζογλου στα βραχακια του Λυκαβηττού. Μόνο ο Σταυρός του Νότου ψηλά στον ουρανό μαρτυρά πως είμαι στο νότιο ημισφαίριο και το τάγκο στα ηχεία προσδιορίζει την ακριβή μου θέση.
Εδώ το τάγκο είναι παντού. Στον ηλικιωμένο κύριο που χορεύει μόνος του με μια φανταστική παρτενέρ, όπως φαίνεται στη φωτό,



στους υπαίθριους χορευτές ή μουσικούς στη τουριστική γειτονιά του Σαν Τέλμο όπως φαίνεται στις επόμενες φωτό,
στα ταξί, στα εμπορικά καταστήματα, στο ράδιο, στα παλιά ιστορικά καφέ του 19ου αιώνα που θυμίζουν Αυστρία, όπως το καφέ Τορτόνι ή σε λούμπεν μιλόγκες όπως στο υπόγειο της Αρμενικής Ένωσης στην πανέμορφη μποέμ γειτονιά του Παλέρμο (όπου βρίσκεται και το σπίτι του Μπόρχες), και στο οποίο βρεθήκαμε εντελώς τυχαία ή στις άπειρες ψηλοτάβανες αριστοκρατικές με ξύλινα δάπεδα, βαριές βελούδινες κουρτίνες και τεράστιους καθρέφτες αίθουσες χορού όπως αυτή που είναι δίπλα στο ξενοδοχείο μας.
Είναι σε τόσα πολλά μέρη που είχα αρχίσει να πιστεύω πως απλά το πουλάνε στους τουρίστες. Όπως στην Πλάκα πουλάνε το γκρικ μπουζούκι. Έπρεπε όμως να έρθουμε εδώ για να καταλάβω πως όπως όσο άδικο έχει ο τουρίστας στην Ελλάδα που ακούει ζορμπά και ξενερώνει, επειδή δεν μπορεί να ξέρει τι επίδραση είχε στην σύγχρονη κοινωνική ταυτότητα ο Καζατζίδης και η Σωτηρία Μπέλλου έτσι κι εγώ έκανα λάθος που έγινα προς στιγμή καχύποπτος.
Τρεις μπύρες και δυο ώρες αργότερα η συναυλία τελείωσε και με τα μισοτελειωμένα κουτάκια στο χέρι ανακατευτήκαμε μέσα στο πλήθος που έφευγε και με τα πόδια ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Σαν να το κάναμε από χρόνια…