Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Οι ποιητές και τα πυρηνικά όπλα. - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο

μία φωνή γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει - τίποτ’ άλλο

Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο

Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο


Με αφορμή μια γόνιμη διαφωνία σε φιλικό μπλογκ σχετικά με τη σπουδαιότητα του πρόσφατα εκλιπόντα Ν. Μέιλερ μου ήρθε στο μυαλό η περίπτωση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1881 και αυτοκτόνησε το 1944, βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στα χρέη, στα ναρκωτικά και στη μοναξιά. Ανήκει στη γενιά του ΄20, ομότεχνος των Καρυωτάκη και Πολυδούρη (που μάλλον δεν είχε συναντήσει) σε εκείνη τη κατηγορία ποιητών που η αχαλίνωτη επέλαση της γενιάς του 30 μοιραία τους κατατάσσει ως «ελάσσονες». Όμως τί ακριβώς σημαίνει ελάσσων ποιητής; Δεν είναι σχήμα οξύμωρο; Ποιος είναι «ποιητής»; Αυτός που γράφει ποίηση ή αυτός που ζει ποιητικά; Για να χαρακτηριστεί κάποιος ποιητής αρκεί να γράψει ένα ποίημα; Ο Λαπαθιώτης όσο ζούσε είχε εκδώσει μία μόνο ποιητική συλλογή (η αυτοκτονία διέκοψε τη 2η). Πόσο ελάσσων ήταν η τρικυμισμένη του ψυχή και πόσο ελάσσων η αγωνία, ο σπαραγμός και η μελαγχολία που τόσο προφητικά ποιεί στο πιο πάνω «Νυχτερινό» και που τον οδήγησαν στη τραγική λύτρωση; Και πόσο δίκαια αναρωτιέται ο σεφερικός στίχος: « τι είναι Θεός, τί μη Θεός και τι τ’ανάμεσό τους;»
Συμφωνώ. Άλλοι ποιητές μας αγγίζουν κι άλλοι όχι. Άλλοι μιλούν στη ψυχή μας στη γλώσσα της κι άλλοι όχι. Αλλά όλοι κάτι έχουν να πουν. Όλους κάπως, έστω διαισθητικά, τους αντιλαμβανόμαστε. Και πίσω από το μελάνι που στεγνώνει φωλιάζει πάντα μια βασανισμένη ύπαρξη. Γι αυτό ακριβώς η διάκριση ανάμεσα σε ελάσσονες και μείζονες ποιητές μου θυμίζει τα πυρηνικά όπλα: Λίγη σημασία έχει αν μια βόμβα υδρογόνου είναι δέκα φορές πιο ισχυρή από μια πυρηνική...