Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΠΟΛΗ







Φέτος η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε στην Πράγα. Πέρσι η πρωτοχρονιά 2007 στην Πόλη. Πριν αρχίσω να γράφω για τα φετινά - κι επειδή δεν πρόλαβα να τα αναρτήσω πιο νωρίς- είπα να θυμηθώ λίγα απ' τα περσινά.


Την ημέρα που φεύγουμε έχει πάρα πολύ κρύο. Η μισή Ελλάδα έχει ντυθεί στα άσπρα. Ευτυχώς έχουμε πάρει μαζί μας μάλλινους σκούφους, γάντια και κασκόλ . Καθώς επίσης μια σπανακόπιτα της γιαγιάς και φρούτα. Ο Στέφανος μου τη λέει: Στο ταξίδι με το τρένο πρέπει να τρως ξηρά τροφή, γιατί ποιος να τρέχει στις πενταβρόμικες τουαλέτες. Το τρένο για τη Θεσσαλονίκη ευτυχώς χρόνια τώρα έχει «Γρηγόρη» οπότε τη βγάζουμε όλοι με τοστ και σάντουιτς. Τα βαγόνια έχουν πλημμυρίσει από πολύχρωμα μαντήλια, καπέλα και κοντά παντελονάκια. Είναι γεμάτο προσκόπους! Από πολλά σώματα. «Είμαστε οι Κένταυροι!» μου λέει με περηφάνια ένα πιτσιρίκι δέκα χρονών. Οι δικοί του κατεβαίνουν Λάρισα για να συνεχίσουν στο Πήλιο. Οι πιο πολλοί στην Ημαθία.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη νωρίς το μεσημέρι. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα Lockers και προλαβαίνουμε μια μικρή περατζάδα στην παραλία και ένα καφέ σ’ ένα στενό της Τσιμισκή. Το επόμενο τρένο αναχωρεί στις 8.00 και επειδή κανείς μας δεν θέλει να το χάσει γυρνάμε στο σταθμό από τις 7.30. Μισή ώρα νωρίτερα είναι πολύ σπάνιο για μας.
-Στη γραμμή 1 μας λέει μια υπάλληλος.
Στη αποβάθρα 1 δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε τρένο, ούτε επιβάτες. «Που πάμε;» αναρωτιέται η Λήδα. «Πως πάμε;» τη συμπληρώνω εγώ.
Το τρένο έρχεται στις 7.45. Μπαίνουμε μέσα. Ούτε εισπράκτορες, ούτε αχθοφόροι, ούτε υπάλληλοι. Βρίσκουμε τη κουκέτα μας μόνοι μας. Και τότε παθαίνουμε το πρώτο σοκ. Η κουκέτα μας μόλις και μετά βίας μας χωράει. Τα σεντόνια είναι άθλια. Τρύπια και βρώμικα. Για μένα δεν είναι πρόβλημα. Έχω κοιμηθεί και σε πολύ χειρότερα μέρη. Αλλά δεν είμαι μόνος. Η Χρύσα πίσω μου αρχίζει και κιτρινίζει. Την βλέπω. Έχει αρχίσει να την πιάνει κλειστοφοβία. «Δεν μπορώ εδώ μέσα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, είναι πολύ στενά.» «Δεν είναι πιο στενά από καμπίνα ιστιοπλοϊκού.» της απαντάω για να την καθησυχάσω. Οι μισές κουκέτες είναι σαν τη δική μας οι άλλες μισές καλύτερες. Έχουν το εξής σύστημα: Οι μισές κουκέτες είναι υπερυψωμένες , ανεβαίνεις δηλαδή δύο σκαλάκια και σε τομή έχουν σχήμα V, έτσι ώστε εκατέρωθεν να χωρούν δύο πιο μικρές καμπίνες και να εναλλάσσονται μια μεγάλη και μια μικρή. Ο Στέφανος και η Λήδα έχουν την V κι εμείς την μικρή που έχουν φυτέψει από κάτω. Πάμε να κλειδώσουμε αλλά δεν κλειδώνει. Και μου το είχαν πει: Πάρτε λουκέτα και σλίπινγκ μπαγκ μαζί σας. Δεν είχα πάρει τίποτα απ’ τα δύο. Παίρνω ότι πολύτιμο έχω και βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο διάδρομο και γνωριζόμαστε αμέσως με τους γείτονες του υπόλοιπου βαγονιού. Οι μισοί - που σαν κι εμάς - δεν είχαν ξαναταξιδέψει με τρένο έχουν πάθει σοκ. Οι άλλοι μισοί το παίζουν άνετοι. Όλοι κι όλοι είναι μια μαμά με την κόρη της, ένας έμπορος που πηγαινοέρχεται για δουλειές και δυο φοιτήτριες.
Απ’ τα μεγάφωνα ακούμε μια φωνή: Παρακαλείται ο τροφοδότης νερού να προσέλθει στη γραμμή 1!» «Ωραία ούτε νερό έχουμε! Καλά αρχίζουμε» σκέφτομαι. Τσεκάρω τις τουαλέτες. Μια αντρική και μια γυναικεία σε κάθε βαγόνι. Είναι καθαρές αλλά μάλλον επειδή είναι η αρχή.
Μετά από πέντε λεπτά το τρένο αρχίζει να φεύγει. Έτσι, χωρίς ανακοίνωση, χωρίς προειδοποίηση. Η αντίθεση με το τρένο για Θες/νικη τεράστια. Εκείνο είχε ανακοινώσεις σε κάθε σταθμό, πεντακάθαρο και πλήρως αυτοματοποιημένο. Αυτό εδώ από την πρώτη στιγμή φαίνεται καρβουνιάρικο. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εμφανιστεί κι ένας εισπράκτορας. Του δίνουμε τα εισιτήρια. Πεθαίνω για ένα καφέ. Τον ρωτάω που είναι το κυλικείο. Στο 1ο βαγόνι μου λέει, , αλλά να τελειώσω πρώτα με τα εισιτήρια». «Γιατί;» «Γιατί εγώ το ανοίγω!»
Περιμένουμε λίγο ακόμα κι ύστερα παίρνουμε την κιθάρα και πάμε στο 1ο βαγόνι. Κυλικείο. Ωραίο αστείο. Ένα βαγόνι με τραπεζάκια και αντικριστά καθίσματα. Έχει μόνο νες και ελληνικό. Παραγγέλνω ένα νες μέτριο. Μου φέρνει ένα ποτήρι με ζεστό νερό και τα φακελάκια με τον καφέ και τη ζάχαρη. Τον χτυπάω μόνος μου, προσπαθώντας να μην το χύσω πάνω μου γιατί κουνάει σαν σε καράβι. Έχει λίγο κρύο. Ο καφές έστω και νερομπλούμι με ζεσταίνει. Ξεκινάμε τις κιθάρες. Παίζουμε χαλαρά, τα γνωστά μας κομμάτια. Οι λιγοστοί πελάτες δεν μας δίνουν σημασία και εμείς δεν παίζουμε δυνατά. Σε λίγο όμως σκάει μύτη μια παρέα με κιθάρες μπουζούκια και κρουστά. Είναι οι «Μανιταρόκ», ένα τριμελές συγκρότημα από τα Γρεβενά που έχουν κλείσει στην Πόλη να παίξουν τρία βράδια σε ένα μπαράκι. Μαζί τους είναι και οι κοπέλες τους και διάφοροι φίλοι, σύνολο δέκα άτομα. Και τέσσερις εμείς το κάναμε πάλι το μπούγιο. Είναι πάρα πολύ καλοί. Επαγγελματίες. Αρχίζουν να παίζουν λαϊκά και πολλά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Απαντάμε με Γερμανό, Σαββόπουλο, Δεληβοριά, Περίδη, Μάλαμα.
Σε λίγο όλο το βαγόνι συμμετέχει. Ακόμα κι ο εισπράκτορας. Την έκπληξη όμως την κάνει μια παρέα παπάδων από την Κρήτη, που πάνε στην Πόλη για να δουν τον Πατριάρχη σε προγραμματισμένο ραντεβού. «Μια χαρά μας έχει μείνει κοπέλια» φωνάζει ο ένας τους ο πιο χοντρός. «Το κρασί και το τραγούδι!» Οι παπάδες ξέρουν όλα τα τραγούδια απ’ έξω. Ζητούν και παραγγελιές. Από τη δεκαετία του ‘60. Δεν τους χαλάμε το χατίρι. Εμένα όμως το μυαλό μου είναι αλλού. Πιάνω κουβέντα με τον πιο γέροντα. Πάνε κάθε χρόνο. Άλλωστε εκεί υπάγονται ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία «Αύριο που θα πάτε στον Πατριάρχη να ‘ρθουμε και μεις;» ρωτάω με το γνωστό απύθμενο θράσος μου. «Η συνάντησή μας είναι ιδιωτική και τα ονόματά μας δηλωμένα από καιρό», μου απαντά ευγενικά. «Αλλά αν έρθετε θα δω τι μπορώ να κάνω…αν έχει κάποιο κενό.» Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη στις 10.00. Εντωμεταξύ το γλέντι συνεχίζεται αμείωτο. Κάποια στιγμή πετάγεται ο εισπράκτορας και ρωτάει δυνατά: «ποιοι από σας κοιμούνται στο βαγόνι 3;» 3-4 σηκώνουν το χέρι. «Γιατί;» «Γιατί το χάσαμε!» Η μουσική σταματάει απότομα, και έχουμε μείνει όλοι μαλάκες. «Πλάκα κάνω!» σπεύδει να συνεχίσει γελώντας. «Απλά μετά τη Δράμα πιθανόν να αλλάξετε θέσεις γιατί δεν έχει θέρμανση.» Τελικά κατά τη 1 το διαλύουμε. Πέφτουμε για ύπνο. Έξω το φεγγάρι λάμπει πάνω στα χιονισμένα τοπία. Συνεχίζει και κουνάει σαν να έχει φουρτούνα. Ο θόρυβος πάνω στις ράγες με νανουρίζει και τελικά αποκοιμιέμαι. Όχι όμως για πολύ. Κατά τις 3 φτάνουμε στα σύνορα, στο Σουφλί. Με ξυπνάει ένας μπάτσος που παίρνει τα διαβατήρια. Μετά άλλος ένας που τα φέρνει. Ύστερα το ίδιο κι από τη άλλη πλευρά. Και τέλος ένας υπάλληλος που χτυπάει τις καμπίνες , ανοίγει τις πόρτες ρίχνει μια πρόχειρη ματιά μ’ ένα φακό στις κουκέτες και προχωράει στην επόμενη. Αυτός είναι ο τελωνειακός έλεγχος. Μ’ άλλα λόγια μπορώ να περάσω στην Τουρκία ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Πάντως όλες αυτές οι διατυπώσεις με κρατάνε άγρυπνο 2 ώρες.
Το πρόγραμμα δρομολογίων έλεγε άφιξη στην Πόλη στις 8.00. Κι εμείς οι αφελείς έχουμε βάλει ξυπνητήρι στις 7.00. Ανοίγω την κουρτίνα. Διασχίζουμε πεδιάδες. Πουθενά ένδειξη αστικής ζωής. Σηκωνόμαστε και πάμε στο κυλικείο για το πρωινό νερομπλούμι. Πλέον όλες οι φάτσες είναι γνωστές, με κάποιους έχουμε συστηθεί. Είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Χτυπάει ένα κινητό. «στην Πόλη το ‘χει στρώσει λένε οι ειδήσεις!»
Τελικά φτάνουμε στον τερματικό σταθμό, τον περίφημο σταθμό του Οριεντ εξπρές, με τρεις ώρες καθυστέρηση. Μας υποδέχεται ένα αδιανόητο κρύο, ένα κρύο που σε εμποδίζει να περπατήσεις 5΄. Κατεβαίνουμε απ’ το σταθμό και πάμε προς τη στάση του τραμ. Το ξενοδοχείο μας είναι δυο στάσεις μακριά, πάνω στον Ιππόδρομο. Κοιτάω πίσω μου το τρένο. Η σκέψη ότι θα ξαναγυρίσω πάλι με τρένο με χαροποιεί. «Με τους ρυθμούς της ζωής μας, τις περιορισμένες άδειες, τα αεροπλάνα και τα ταξίδια – αστραπή το έχουμε πλέον ξεχάσει. Αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να το εκτιμούμε» σκέφτομαι «ότι σ’ένα ταξίδι δεν έχει σημασία μόνο ο προορισμός.»