Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)



Φτάσαμε αργά το βράδυ στη Μερίντα. Δεν θα προλαβαίναμε την ανταπόκριση. Δεν είχαμε όμως ούτε που να μείνουμε. Δεν είχα καταφέρει να κλείσω ξενοδοχείο. Όλα τα ξενοδοχεία του Lonely planet γεμάτα. Κι έτσι βγήκα στη γύρα, σε 2-3 κοντά στην plazza grande. Τζίφος. Ενα μόνο είχε δωμάτια, αλλά ήταν τυφλό ,χαμηλοτάβανο και έπρεπε να περάσεις μέσα από ένα πολύ κλειστοφοβικό αίθριο, παραφορτωμένο με αναρριχώμενα φυτά και δέντρα που δεν μού έδινε καλή αίσθηση.
Σουρούπωνε και ένιωθα τη νύχτα να πλησιάζει απειλητικά. Τί θα κάναμε αν δε βρίσκαμε κανένα δωμάτιο; που θα μέναμε; Άρχισα να τρέχω από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Τελικά με την 4η προσπάθεια βρήκα ένα καλό με 120$ στον δεύτερο όροφο. Ήταν κι αυτό τυφλό, με ένα παράθυρο στο διάδρομο, δηλαδή στη Χασιέντα, την εσωτερική αυλή. Ήταν όμως καθαρό και χωρίς κουνούπια.
-Πολύ καλύτερο από την Τσιανγκ Μέι, της είπα για να απαλύνω την έκφραση δυσαρέσκειας του προσώπου της. Εκείνο είχε αίματα στους τοίχους, θυμάσαι;"

Κοιμηθήκαμε αμέσως.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για μια βόλτα στην πόλη. Το λεωφορείο έφευγε στις 9.00 το βράδυ κι είχαμε όλη την ημέρα μπροστά μας.
Η Μερίντα δεν έλεγε τίποτα σαν πόλη. Κι όμως ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας του Γιουκατάν, μιας πλούσιας και κατεξοχήν τουριστικής περιοχής. Είχε κι αυτή την ίδια ρυμοτομία: δρόμοι κομμένοι σαν μπακλαβάς, κτίρια δυόροφα και πολύχρωμα, όλα χωρίς ταμπέλες να κρέμονται αλλά με ζωγραφιστές επιγραφές και στο κέντρο της πόλης η πλατεία, το Ζόκαλο που εδώ το λενε plazza grande ή el centro, με τον καθεδρικό του San Ildefonso και το μάλλον φτωχικό δημαρχείο.
Κανένα τους δεν φανέρωνε κάποια παλιά αίγλη ή αριστοκρατεία όπως της Πουέμπλα.
Το ωραιότερο και πιο σημαντικό απ' όλα φαίνεται πως ήταν το Grand Hotel κι αυτό επειδή το καθαγιασε με την παρουσία του κάποτε ο Φιντέλ.
Ως γνωστός αδιάκριτος προσπαθούσα να ρίξω κλεφτές ματιές μέσα απ΄τα διάπλατα ανοιγμένα παράθυρα στο εσωτερικό των κτιρίων. Ήταν όλα πολύ φτωχικά. Χαμηλούς φωτισμούς, χωρίς έπιπλα, καναπέδες και καρέκλες αλλά, με αιώρες να κρέμονται μέσα στα σαλόνια. Με αυτή την υγρασία τι να τον κάνεις τον καναπέ; Να κολλάς ολόκληρος;
Η υγρασία ήταν πραγματικά αφόρητη. Πρώτη φορά μετά από μια βδομάδα στο Μεξικό την καταλάβαμε εκεί. Στην Playa del Carmen περνούσαμε όλη την ημέρα με το μαγιό πίνοντας μπίρες στην παραλία. Όποτε ζεσταινόμασταν βουτούσαμε στα νερά της Καραϊβικής. Η Μερίντα όμως δεν είναι παραθαλάσσια πόλη. Βρίσκεται στη μέση της τροπικής ζούγκλας της χερσονήσου και μαζεύει όλη την υγρασία της περιοχής. Μόνο μισή ώρα αντέξαμε να περπατάμε. Διάλειμμα για καφέ, ύστερα άλλη μισή ώρα και πάλι δεν παλεύονταν . Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο και να βγάλουμε την υπόλοιπη μέρα στην πισίνα. Το ρολόι έδειχνε περασμένες 12.
Όσο παιρνούσε η ώρα η Χρύσα, που χαμένη με τις ώρες στην πισίνα πλατσούριζε παρέα μ’ ένα 12χρονο μιγαδάκι άρχιζε να μουρμουράει: "Είμαστε σίγουροι γι αυτό που πάμε να κάνουμε; Αφού λένε πως είναι επικίνδυνο. Άλλωστε δεν έχουμε δει όλα τα αρχαία του Γιουκατάν. Μόνος σου το είπες!"
Δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα στο Μεξικό και να μην πήγαινα στην περίφημη επαρχία των Τσιάπας.
Δεν της έδωσα σημασία και κανόνισα να έρθει να μας πάρει ένα ταξί για τον τερματικό σταθμό λεωφορείων, το μόνο μέρος που μπορούσες να αγοράσεις εισητήριο.
- Δεν γίνεται τουλάχιστον να πάμε με αεροπλάνο;

Δεν υπηρχε άλλος τρόπος. Με αεροπλάνο έπρεπε να γυρνούσαμε πίσω στο Κανκούν, 4 ώρες δρόμος και μετά στο Μέξικο σίτι, μιας και δεν υπήρχε απ'ευθείας πτήση για την Τούξτλα Γκουτιέρεζ, την διοικητική πρωτεύουσα της επαρχίας των Τσιάπας και κοντινότερο αεροδρόμιο στον προορισμό μας: το θρυλικό San Cristobal de la Casas, την ιστορική πρωτεύουσα των Τσιαπατίστας. Θα χάναμε όλη την αυριανή ημέρα Με το λεωφορείο έπρεπε να πάρεις το νυχτερινό, να ταξιδεύεις όλο το βράδυ και το πρωί να έφτανες στο Παλένκε. Εκεί θα επισκεπτόμασταν τον αρχαιολογικό χώρο, ίσως την πιο όμορφη πρωτεύουσα των Μάγιας, με τη διάσημη πυκνή τροπική βλάστηση κι ύστερα με άλλο λεωφορείο κι 6 ώρες διαδρομή στα βουνά να συνεχίζαμε για το Σαν Κριστόμπαλ.

Αυτό το σχέδιο συζητούσαμε περιμένοντας τη σειρά μας στο εκδοτήριο. Η Χρύσα όμως επέμενε. Φοβόταν το νυχτερινό ταξίδι.
-"Είστε τυχεροί. Εχουν μείνει μόνο 3 θέσεις. 2 μαζί και μία μονη της", μας είπε η κοπέλα στο γκισέ γυρνώντας ταυτόχρονα το μόνιτορ προς τα εμάς και δείχνοντας στην κάτοψη του λεωφορείου τις κενές θέσεις που ήταν σημειωμένες με πράσινους κύκλους.
- "Να ρωτήσω κάτι;" άκουσα τη Χρύσα να ρωτάει στα ισπανικά. "Υπάρχει κανένας άλλος τουρίστας στο λεωφορείο εκτός από μας;"
-"Μισό λεπτό να δω", της απάντησε και έψαξε στο αρχείο για να τσεκάρει ονόματα. "Μάλλον όχι", αν καταλαβαίνω καλά.
Αυτό ήταν. Πείσμωσε.
-"Δεν μπαίνω σ' ένα βραδινό λεωφορείο που δεν υπάρχει κανένας ξένος!Γιατί δεν πάνε άλλοι τουρίστες;Όχι θα μείνουμε εδώ και θα γυρίσουμε πίσω στην Κάρμεν για μπάνια."

Μάταια προσπάθησα να την μεταπείσω. Δεν είχε κι άδικο. Ο Lonely planet το έλεγε ξεκάθαρα: "Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία. Έχουν αναφερθεί πολλές φορές ληστείες και λεωφοροπειρατίες από ένοπλους. Συμμορίες στήνουν ενέδρες στους αχανείς έρημους αυτοκινητόδρομους του Γιουκατάν, έξω απ 'τη Μερίντα και την Καμπέτσε, εισβάλουν στο λεωφορείο και με την απειλή των όπλων ξαφρίζουν τους επιβάτες."
Ξαφνικά την είδα που είχε δακρύσει. "Μην πάμε, σε παρακαλώ..."

Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Ήμασταν διακοπές, μόνοι μας, οι δυο μας σε μια άγνωστη χώρα. Εμείς κανονίζαμε το πρόγραμμά μας. Δεν είχαμε να δώσουμε λόγο σε κανέναν. Κάναμε ό,τι θέλαμε. Αυτό σημαίνει διακοπές. Με το ζόρι δεν είναι διακοπές. Ήδη μας είχαν κλέψει μια φορά. Και επιπλέον είχαμε την εμπειρία από την επιστροφή μας από την Τεοτιχουακάν όπου μέρα μεσημέρι μας σταμάτησε η αστυνομία και έψαξε τους άντρες επιβάτες για όπλα δεν είχε κανένα άδικο. Ανσε σταματάει η Αστυνομία μέρα μεσημέρι για λίγο πιο έξω απ' την πρωτεύουσα για έλεγχο όπλων τότε τί γινεται στην πιο παόμακρη επαρχία της χώρας που βρισκομασταν εμείς; Κι αν στο κάτω - κάτω είχε μια προαίσθηση; Γιατί έπρεπε να το τραβήξω στα άκρα; Ίσως το ρίσκο να ήταν πολύ μεγάλο τελικά και να μην άξιζε τον κόπο.

Ακύρωσα τα εισιτήρια και βγήκαμε από το σταθμό. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης και να πάμε κάπου να φάμε και να καταστρώσουμε τα νέα μας πλάνα.
Και τότε μας έπιασε μια πολύ δυνατή μπόρα. Είχε 3 μέρες να βρέξει απόγευμα. Συνήθως έβρεχε νωρίς το πρωί. Μας έπιασε απροετοίμαστους, με τα κοντομάνικα και τα σορτς. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στα φτωχά σοκάκια της Μερίντα, από υπόστεγο σε υπόστεγο, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους μικρούς χειμάρρους που πρόλαβαν να σχηματιστούν. Δεδομένου ότι δεν έχουν μπαλκόνια, τα υπόστεγα είναι λίγο σπάνια. Γίναμε μούσκεμα. Ύστερα από 2ο λεπτά που σταμάτησε στάζαμε από πάνω ως κάτω. Αλλά δεν κρυώναμε, έκανε ζέστη . Ήταν μια μάλλον μελαγχολική μπόρα σε μια σίγουρα μελαγχολική πόλη.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αλλάξαμε και ακυρώσαμε το τσεκ άουτ που είχαμε στις 2.οο και δηλώσαμε στη ρεσεψιόν ότι θα μέναμε μια ακόμα ημέρα. Κάτσαμε για φαγητό στην πλατεία και βγάλαμε έξω χάρτες και οδηγούς. Είχαμε δει πλέον σημαντικές πόλεις των Μάγιας αλλά όχι της Ουξκαλ και της Ξλαπάκ. Βέβαια αυτό δεν είχε νόημα. Η περιοχή είναι γεμάτη οικισμούς και μνημεία που δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα ούτε σ' ένα μήνα. Είναι σαν να πας στην Ελλάδα για 2 βδομάδες. Μπορεί να προλάβεις να δεις το Μαραθώνα, τους Δελφούς ή την Ολυμπία, αλλά δεν θα προλάβεις την Κνωσό, τη Δήλο, την Κω, τη Δωδώνη, τη Βεργίνα. Εκτός αν είσαι σε εκδρομή με κάποια αρχαιολογική σχολή.
Επιπλέον είχαμε τον υγροβιότοπο του ποταμού Σελεστούν με τα χιλιάδες Φλαμίνγκο, ενώ μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το νησάκι, το Ίσλα Χόλπμοξ, με τους φαλαινοκαρχαρίες και να κολυμπήσουμε μαζί τους. Τέλος υπήρχε πάντα και το ίσλα Μουχέρες που φαινόταν να έχει ωραίες παραλίες και λίγο τουρισμό και φυσικά το Κοζουμέλ, το νησί με τους ωραιότερους ύφαλους του κόσμου σύμφωνα με τον Κουστό.
- Δεν σε καταλαβαίνω, τη ρώτησα καθώς μας σέρβιραν μπουρίτος. Φοβάσαι το λεωφορείο και δεν φοβάσαι να κολυμπήσεις με το φαλαινοκαρχαρία μήκους 30 μέτρων;
- Είναι ακίνδυνος. Τρώει μόνο πλαγκτό. Έχει μεριμνήσει η φύση για αυτό.
- Εγώ προσωπικά μόνο που θα σκέφτομαι ότι μαζί με μένα κολυμπά κάπου από κάτω μου ένα κήτος 30 μέτρων, παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι τρώγοντας άλλο ένα καταπληκτικό γεύμα.
Ένιωθα ότι οι εναλλακτικές ήταν πολύ φτωχές. Χάναμε πλέον την περιπέτεια και το άγνωστο, το μυστήριο και ξαναγυρνούσαμε εκεί που ήμασταν 7 μέρες τώρα. Αυτή η βροχή ήταν καταληκτική. Σαν να υποδήλωνε ότι "Ό,τι είχες να δεις το είδες. Από δω και στο εξής θα βρέχει κάθε μέρα την ίδια ώρα." Είχα την αίσθηση ότι πήγαινα κάθε χρόνο διακοπές στο Γιουκατάν.

-Ξέρεις κάτι, μου είπε ξαφνικά σαν να διάβαζε τη σκέψη μου: Έχεις δίκιο. Πάμε. Πάμε στο Παλένκε!
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν 6.30. Έπρεπε να πάω να βγάλω εισιτήρια, να γυρίσω στο ξενοδοχείο, να μαζέψουμε τα πράγματα και να κάνουμε τσεκ άουτ. Ίσα που προλαβαίνουμε. Σηκώθηκα και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το δρόμο, αφήνοντάς την να πληρώσει και να γυρίσει μόνη στο ξενοδοχείο. Σταμάτησα το πρώτο ταξί.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Δ. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ - Θ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΩΣΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ

Είναι πολλές οι φορές που μια καλλιτεχνική παράσταση γίνεται μια καλή αφορμή για να σε κάνει νιώσεις λίγο ψηλότερα, λίγο πιο ευτυχισμένος, λίγο πιο τυχερός. Μια παράσταση που σε παίρνει από το χέρι, σε τυλίγει μ' ένα πέπλο μαγείας, ονείρου και φαντασίας και που σου ανοίγει έναν κόσμο διαφορετικό από αυτό που ζεις στην καθημερινότητά σου. Έναν κόσμο ποιητικό, έναν κόσμο ευγενικό, έναν κόσμο προβληματισμένο.
Τον τελευταίο καιρό ύστερα από τη σήψη που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή, όπου- απ' ό,τι καταλαβαίνω με το φτωχό μου μυαλό -μια σπείρα εκβιαστών, δολοπλόκων και διεφθαρμένων πολιτικών, δημοσιογράφων και εκδοτών κυβερνούν αυτή τη χώρα, ένα συλλογικό αίσθημα μελαγχολίας μ' έχει κατακλείσει από παντού. Ακούω γύρω μου ανθρώπους που αγαπώ να μου λένε πως δεν είναι καλά. Χωρίς προφανή λόγο. Απλά δεν είναι καλά. Νιώθω μια απογοήτευση, μια αίσθηση προδοσίας, μια μαυρίλα να πλανάται πάνω από την πόλη σαν μια σκιά ενός απειλητικού τέρατος.
Ίσως να είναι αυτή η διάχυτη απογοήτευση της αποτυχίας της πολιτικής ζωής. Που μας κάνει να νιώθουμε μικροί και ασήμαντοι απέναντι σε συμφέροντα, κεφάλαια, μίζες, περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ίσως πάλι, να φταίει αυτός ο παλιοχειμώνας που, παραπαίοντας, λίγο πριν τελειώσει μας βγάζει τη ψυχή. Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω είναι ότι περίμενα πως και πως τη συναυλία Σαββόπουλου- Παπακωσταντίνου για να σπάσει αυτή η μαυρίλα μέσα μου και γύρω μου. Είχα επενδύσει πολλά. Και δυστυχώς δε πήρα πίσω τίποτα.
Καταρχήν, η συναυλία ξεκινάει με τους δύο τραγουδοποιούς επάνω στη σκηνή να ερμηνεύουν τα τραγούδια από τον καινούριο δίσκο του Θανάση στον οποίο τραγουδά ο Σαββόπουλος. Η ωρα είναι 10.30. Πολλοί πελάτες δεν έχουν έρθει ακόμα, άλλοι πηγαινοέρχονται, τα γκαρσόνια παίρνουν παραγγελίες, άλλα ήδη σερβίρουν. Επικρατεί ένα σούσουρο. Κι όμως οι καλλιτέχνες αυτή την ώρα συστήνουν μονοκοπανιάς όλο (!) τον καινούριο τους δίσκο. Που φυσικά ελάχιστοι είναι σε θέση να προσέξουν.
Καθώς προχωράει το πρόγραμμα διαπιστώνεις ότι τα τραπέζια είναι πάρα πολύ στενά, η πλάτη της καρέκλας σου σκουντάει με αυτή του από πίσω κι ότι δεν μπορείς να κάνεις βήμα.
Χωροδιάταξη που θυμίζει ευθέως λογική μπουζουκλερί. Και μάλιστα βηταδούρα.
Στη συνέχεια ο Νιόνιος αποχωρεί και ο Θανάσης μένει μόνος στη σκηνή. Γύρω του ένα ασφυκτικά γεμάτο νυχτερινό μαγαζί, όπου κάθε κεφάλι κοστίζει 45 ευρώ . Συνεσταλμένος και χαμηλών τόνων όπως είναι, μοιάζει σαν να τον έχουν κάνει με το ζόρι πρωταγωνιστή σε μια υπερπαραγωγή που ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Τραουδάει αρκετή ώρα, πολλά από τα γνωστά του τραγούδια. Ύστερα διάλειμμα. Στο 2ο μέρος ο Κιουρτζόγλου ο αφανής μαέστρος της ολιγομελούς μπάντας βγαίνει και "τζαμάρει" με τον κρουστό (μια φοβερή μορφή που παραπέμπει σε ινδό Σιχ). Κατόπιν εμφανίζεται ο Νιόνιος μόνος του τραγουδώντας τη θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνογλου και το Κιλελέρ! Ομολογουμένως δύσκολα τραγούδια. Το πρόγραμμα συνεχίζει ο Σαββόπουλος μέχρι που λίγο πριν το τέλος βγαίνει κι ο Παπακωσταντίνου και κλείνουν μαζί και θριαμβευτ ικά με τα τελευαταία 5-6 τραγούδια.
Έκανα την μικρή αυτή περιγραφή για να ασχοληθώ με την ησυχία μου με την ουσία :
1) Το πρόγραμμα έχει επίκεντρο τον Σαββόπουλο. Λογικό. Αυτός είναι ο Πατριάρχης (όπως τον εκφωνεί ο Θανάσης). Θα περίμενε κανείς ότι δυο μουσικοί-τραγουδοποιοί με τόση βακχική αντίληψη της μουσικής να αναπτύξουν διάλογο επάνω στη σκηνή, να ενώσουν τις μουσικές τους, να συνδιαλαγούν. Όχι να αναπτύσσονται 2 παράλληλοι μονόλογοι: "Εγώ τραγουδώ στο 1ο μισό, εσύ στο 2ο και ραντεβού 5 τραγούδια πριν το τέλος για να κάνουμε ένα καλό κλείσμο". Αυτό κατά τη γνώμη μου δεν λέγεται συνεργασία. Λέγεται συνύπαρξη, λέγεται φιλοξενεία, αλλά όχι σύμπραξη δυο μουσικών. Αυτό ήταν το κομβικό σημείο. Εδώ περιμέναμε να ακούσουμε θαύματα, ενορχηστρώσεις, παρεμβάσεις, επιρροές του ενός στον άλλο. Προσωπικά δεν άκουσα τίποτα. Κι εδώ χάθηκε καταρχήν η μαγεία. Άσε που τελειώσανε λίγο πριν τις 2.00 και μείναμε μπουκάλα Σάββατο βράδυ.
2)Οι μουσικοί υπηρετούν τη μουσική του Σαββόπουλου. Και το καταφέρνουν πολύ καλά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των τραγουδιών του Παπακωσταντίνου; Αλήθεια που είναι τα πνευστά; Που είναι η 2η γυναικεία φωνή; Που είναι όλα τα Βασικά χαρακτηριστικά τους; Ίσως σ΄αυτό, για να μην είμαι εντελώς άδικος, να φταίει και ο χώρος: μεγάλος, κρύος, με τους κλασσικούς αεραγωγούς να τον διασχίζουν, δεν δημιουργεί ατμόσφαιρα. Μόνο ευχάριστο: τα ωραία γκράφιτι, που θέλανε να δώσουν την αίσθηση του δρόμου.
3)Γιατί ξεπετάνε έτσι τα νέα τους τραγούδια; Δεν τους ενδιαφέρει η νέα τους παραγωγή; Ή μήπως είναι σίγουροι ότι και αυτά θα αγαπηθούν όπως τα προηγούμενα και δεν τους νοιάζει ποιος και πως τα ακούει;
4) Ο Σαββόπουλος ξεκινάει με 2 έντονα πολιτικοποιημένα τραγούδια που σπάνια λέει ζωντανά. Και προς τιμήν του.Σε κάποια στιγμή ο Παπακωσταντίνου τελειώνοντας πετάει ένα: "άντε γαμήσου χαφιέ!". Πού τα λέει αυτά; Έχει πάρει χαμπάρι ότι το μαγαζί στο οποίο τραγουδάει είναι απαράδεκτο; Ότι μας στοιβάζει σαν τα ζώα για να "βγάλει" κάτι παραπάνω, εξευτιλίζοντας κάθε έννοια ανθρωπιάς, παροχής υπηρεσιών, εξυπηρέτησης και σεβασμού απέναντι στο πελάτη. Ε, ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΠΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ! ΤΗΝ ΒΑΡΕΘΗΚΑ! ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ. ΚΟΨΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΥΡΙΕ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΕ ΝΑ ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΟΠΟΙΟ ΚΙΛΕΛΕΡ ΘΕΣ. ΒΓΕΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΟΥ! ΤΖΑΜΠΑ ΜΑΓΚΕΣ ΧΟΡΤΑΣΑΜΕ.
Ειδικά αν το συγκεκριμένο σχήμα ή κάποιος από τους τραγουδοποιούς παίρνει ποσοστά από τα έσοδα θα έπρεπε να το είχε ήδη κάνει.
Αλλιώς τραγουδήστε το "Μία η Άνοιξη" και μη μιλάτε καθόλου.
Να σημειώσω εδώ ότι στην παρέα μας ήταν η Τ., η ιδιοκτήτρια του θεάτρου Χώρα, η οποία με νοσταλγία θυμόταν τότε που ο Παπακωσταντίνου τραγουδούσε στο δικό της χώρο, που της είχε πει ότι "εγώ δεν θα τραγουδήσω ποτέ σε μαγαζί με ουίσκι". Η αλήθεια είναι ότι για όσους τυχερούς είχαμε πάει στο Χώρα , πριν 4-5 χρόνια, η αλλαγή αυτή στάσης είναι τρομακτικά μεγάλη και άσχημος οιωνός .
5) Τί ανάγκη έχει ο Κιουρτζόγλου να βγει και να τζαμάρει; Για να κάνει επίδειξη ότι ξέρει μουσική; Το ξέρουμε όλοι πόσο καλός είναι. Μουσική όμως δεν είναι μόνο επίδειξη. Ας το καταλάβουν αυτό εδώ στην Ελλάδα οι επίγονοι του Χατζηδάκι. Και στο φινάλε δεν πλήρωσα 100€ για να παρακολουθώ κανέναν Κιουρτζόγλου να κάνει ένα εντελώς αναμενόμενο τζαμάρισμα, ούτε καν για 3 λεπτά.
6)Η αντιμετώπιση από τους υπεύθυνους του χώρου προς τους πελάτες ήταν απαράδεκτη. Φίλος σε διπλανό τραπέζι παρήγγειλε μπουκάλι ουίσκι στις 1.30, χωρις να τον προειδοποιήσουν ότι στις 2.00 το πρόγραμμα τελειώνει. Αποτέλεσμα;Ακόμα κλαίει η παρέα του τα 160€ . Αλλο παράδειγμα: Είχα δώσει το αυτοκίνητό μου στο πάρκινγκ. Όταν βγήκα με περίμενε κλήση για παράνομο παρκάρισμα!!!!!!!!!Είδα κι επαθα, ύστερα από 1 ώρα, για να πάρω τα λεφτά της κλήσης (και αυτά τα μισά μόνο!) κι αφού άδειασε πρώτα όλο το μαγαζί.

Συμπέρασμα: Αν ήθελα λογική και αισθητική μαγαζιού μπουζουκιών θα πήγαινα στα ορίτζιναλ μπουζούκια. Εκεί θα έδινα τα ίδια λεφτά, θα έβλεπα και κανένα μπουτάκι και θα έμενα μέχρι το πρωί.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο Θ. Παπακωσταντίνου είναι ο καλύτερος μουσικός της δεκατείας και ο Σαββόπουλος το ιερό τέρας. Απλά ύστερα από το Σάββατο το βράδυ θα κλείσω πάλι τα αφτιά μου και θα γυρίσω εκεί που ανήκω. Θα ξαναμείνω πάλι μόνος. Γιατί δεν θέλω να δω το γαμημένο dvd!

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Ελικόπτερο

Κάποιος απόψε θα προλάβει να γυρίσει στη ζωή του
σε ένα σπίτι που δεν θα 'χει, μα θα 'ναι οι δικοί του
κι όπως γυρνάω κι εγώ στο άδειο σπίτι
μία κουρτίνα ψυθιρίζει στη σιωπή
Σ' ένα δωμάτιο το φως κάποιος θα σβήνει
θα κάνει έρωτα ή θα αποκοιμηθεί.


Σαν ελικόπτερο γυρνάω το πρωί
για να κατέβω ψάχνω έναν άδειο δρόμο
τη νύχτα να 'χαν άραγε όλοι αυτοί;
και συ σε ποιον θα ξημερώνεις ώμο;

Η τηλεόραση θα παίζει ανοιχτή ως το πρωί
Μονάχα έτσι θα τρυπήσει αυτή την άμορφη σιωπή.
Κι όπως γυρνάω κι εγώ στο άδειο σπίτι
σ' αυτό που ζήσαμε τόσο καιρό μαζί
Θυμάμαι μου λέγες φοβάμαι το σκοτάδι
άφησε μια πόρτα ανοιχτή.


Σαν ελικόπτερο γυρνάω το πρωί
για να κατέβω ψάχνω έναν άδειο δρόμο
τη νύχτα να 'χαν άραγε όλοι αυτοί;
και συ σε ποιο θα ξημερώνεις ώμο;


Σ' ένα δωμάτιο θα ξυπνήσει μια μικρή
και θα φωνάξει μες στη τη μαμά της
ίσως φοβάται το σκοτάδι όπως εσύ
ίσως το βλέμμα σου να έχει η ματιά της.

Το πρώτο ελικόπτερο που είδα από κοντά ήταν της αστυνομίας και ήταν την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Μπακογιάννης. Πήγαινα τότε 3η Γυμνασίου και το σχολείο μου ήταν δύο τετράγωνα πιο πάνω από τον τόπο της δολοφονίας. Θυμάμαι να κατεβαίνω από το λεωφορείο και αμέσως την προσοχή μου να την τραβά ο δυνατός θόρυβος από έλικα. Ασυναίσθητα σήκωσα το κεφάλι ψηλά και είδα ένα μεγάλο ελικόπτερο να κάνει κύκλους χαμηλά, πάνω από τους δρόμους. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Σεπτέμβρης του 89 και στην αθώα ακόμα Αθήνα δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε τέτοια θεάματα.

Λίγους μήνες αργότερα το ραδιόφωνο (απ)ελευθερώθηκε και οι ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί προωθούσαν το κοινωνικό τους προφίλ. Ελικόπτερα που μετέδιδαν δελτία κίνησης άρχιζαν να κάνουν την εμφάνισή τους στον αττικό ουρανό.

Τώρα, είκοσι χρόνια σχεδόν αργότερα οι δρόμοι της Αθήνας έχουν αλλάξει δραματικά προς το χειρότερο, το ίδιο και οι ουράνιοι. Κάθε πρωί κυκλοφορούν εκεί επάνω δεκάδες ελικόπτερα. Συνηθισμένο πλέον θέαμα. Για όσους εμάς που ξυπνάμε το πρωί και πήζουμε στην κίνηση μέχρι να πάμε στη δουλειά μας είναι εικόνα ρουτίνας.
Εγώ όμως επιμένω και συνεχίζω να τα βλέπω όλα ως εν δυνάμει πηγές έμπνευσης.


Παρατηρήσεις: Ο Κών/νος Κληρονόμος τραγουδάει ως σολίστ στην Ε.Λ.Σ
Όπως και τα προηγούμενα (και τα επόμενα) έτσι κι αυτό δεν είναι ενορχηστρωμένο. Επαφίεται στη φαντασία του ακροατή να καταλάβει το όργιο της αντίστοιξης που σιωπαίνει από πίσω.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ Φ. ΛΟΡΚΑ

Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Δημήτρη Αθηνάκη "μ' ένα ποίημα αντισταθείτε" έστω και με μια μικρή καθυστέρηση 5 ημερών και με αφορμή την έκθεση για τον Εγγονόπουλο που επισκέφτηκα την Κυριακή έψαξα και βρήκα το (αυθόρμητο) ποίημα που συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Λόρκα:

"η τέχνη κι' η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ' όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδεις κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου Λόρκα
υπό των φασιστών

Μα επί τέλους! Ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
- και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς"


Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτά τα λόγια μού ακούγονται - μέσα σε όλη αυτή τη σήψη και την ανηθικότητα που αναδύει το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, ανάμεσα σε ξεπουλημένους και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς και παράγοντες, ανάμεσα σε συμψηφιστικές και κουκουλωτικές πολιτικές πρακτικές - πιο επίκαιρα από ποτέ.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

TO ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ CD

Πάντα αναρωτιόμουν πως είναι ένα σπίτι που οι ένοικοι του κρεμούν cd στα μπαλκόνια. Το παραδέχομαι. Η αισθητική αυτή μου είναι λίγο ξένη. Πιθανολογώ ότι κάποιοι θεωρούν το cd διακοσμητικό είδος μάλλον επειδή ιριδίζει, παίζει με τα χρώματα και τις αναλαμπές του φωτός και δημιουργεί μια ανέμελη ατμόσφαιρα. Αλλά όλα αυτά τα cd μαζεμένα να κρέμονται σαν λουκάνικα για να στεγνώσουν, μετέωρα, αφημένα στη τύχη τους, αλλά - το πιο σημαντικό - άδεια από μουσική και περιεχόμενο παραμένει κάτι που δεν μπορώ να αποδεχτώ.
Έτσι όταν μια φίλη μου μου είπε για μια πολύ όμορφη μονοκατοικία που στον επάνω όροφο ταλαντώνονται δεκάδες μικρά δισκάκια αποφάσισα να πάω να την επσκεφτώ. Πήρα το μετρό για Δάφνη και μετά κατέβηκα την Παπαναστασίου προς Νέα Σμύρνη. Λίγο πριν την Πυροσβεστική έστριψα αριστερά, ρώτησα δυο τρεις περαστικούς και τελικά την βρήκα. Πράγματι ήταν πολύ όμορφη . Παλιά διώροφη, γωνιακή, με ένα κήπο που αν τον φρόντιζαν θα ήταν πολύ ωραίος , είχε μπροστά της έναν πολύ μεγάλο πεζόδρομο αρκετά μέτρα πλατύ, που της προσέδιδε μια άπλα και μια ανοιχτάδα, σπάνια για Αθήνα.
Ο μαντρότοιχος όμως πρόδιδε κάτι. Έδειχνε κάποια ανησυχητικά σημάδια παραίτησης. Ξεφτισμένος, με τους σοβάδες ξεφλουδισμένους, κίτρινος από τη βρώμα έδινε την εντύπωση πως κάτι δεν πάει καλά.
Οι τέντες σε όλο το περιμετρικό μπαλκόνι κατεβασμένες. Δεν είχε ήλιο και σε τέτοιο ωραίο σημείο ήταν κρίμα που τις είχαν κατεβάσει. Αλλά από το κατεβασμένο μπράτσο των τεντών κρέμονταν δεκάδες cd. Κατάλαβα ότι δεν τις σηκώνουν ποτέ.
Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα. Μου άνοιξε μια παχουλή κυρία γύρω στα πενήντα, που ούτε που μου έδωσε σημασία. Ήταν απασχολημένη να μιλά στο κινητό της. Με το που έκανα ένα βήμα στο σαλόνι με χτύπησε μια αποπνιχτική μυρωδιά. Κατουρίλα, σκατίλα, κλεισούρα, εμετίλα όλα μαζί. ΄Εκανα να φύγω αλλά μια τρύπα στον τοίχο που είχε πρόχειρα κλειστεί με τούβλα μού τράβηξε την προσοχή.
-Από τότε που πέθανε ο κουνιάδος μου κανείς δεν ασχολείται με το σπίτι, απολογήθηκε λίγο πριν απαντήσει σε άλλο ένα τηλεφώνημα η χοντρή κυρία δείχνοντας με το δάχτυλό της στο βάθος του δωματίου. Κι ύστερα συνέχισε:
-Ναι, ναι εγώ είμαι. Ναι. Εγώ. Ναι στη λαϊκή του Αγίου Νεκταρίου, την άλλη Πέμπτη. Πόσα θέλετε; 30; Δεν γίνεται. Δεν προλαβαίνω. Από βδομάδα και βλέπουμε.
Ξαναγύρισε σε μένα : Μπείτε σε όποιο δωμάτιο θέλετε αλλά όχι σε αυτό εδώ. Μου έδειξε μια σπασμένη, ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Εδώ έχω τα σκυλιά. Καλύτερα μην μπείτε.
Κρίνοντας από τη διάχυτη βρόμα αυτά τα σκυλιά μάλλον είχαν να βγουν χρόνια απ’το διαμέρισμα, οπότε ούτε κι εγώ θέλησα να επιμείνω.
Στο μεταξύ, μέσα στο σκοτάδι του χώρου που, μέρα μεσημέρι, επέβαλλαν οι κατεβασμένες τέντες, τα κλειστά αν και τρύπια παντζούρια και τα σβηστά φώτα προσπαθούσα να ξεχωρίσω τι ακριβώς μου έδειχνε. Και τότε κατάλαβα. Δυο κολώνες είχαν φυτρώσει στις άκρες του σαλονιού, προσθήκη και ενίσχυση του από πάνω ορόφου.
- Όλα αυτά τα είχε αναλάβει ο κουνιάδος μου, χρυσός άνθρωπος, μερακλής, έπιανε το χέρι του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να τα χαρεί. Από κάτω μένει η αδερφή μου, μου ξαναείπε ενώ το κινητό της ξαναχτύπησε για έκτη φορά μέσα στα πέντε λεπτά που ήμουν εκεί.
Έκανα μια μικρή βόλτα κρατώντας την ανάσα μου. Χαρτοκούτες πεταμένες εδώ κι εκεί παραγεμισμένες με διάφορα που αντικείμενα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, εικονίσματα καρφωμένα στα γυμνά τούβλα, σπασμένα τραπέζια, ένας εκτυπωτής αφημένος πάνω σ’ ένα νεσεσέρ, ένας τεράστιος αρκούδος, μια ασπρόμαυρη τηλεόραση, πεταμένα χαρτιά , ένα μηχάνημα φαξ στην τουαλέτα. Το σκηνικό συμπλήρωναν κάτι κίτρινοι αρρωστιάρικοι λιγδιάρικοι πολυέλαιοι. Είχα ξεχάσει τα cd του μπαλκονιού, ούτε καν που θέλησα να τα δω. Χαιρέτησα κι έκανα να φύγω. Η κυρία με συνόδευσε μέχρι την πόρτα καθώς συνέχιζε να δέχεται παραγγελίες για άλλες λαϊκές. Βγήκα στον ασοβάτιστο διάδρομο με το γυμνό, χωρίς μαρμάρινη επένδυση πλατύσκαλο και ξαφνικά έκανα μεταβολή.
-Να σας ρωτήσω κάτι; Ο κουνιάδος σας πότε πέθανε;
- Ου! Πάνε δέκα χρόνια τώρα, Θεός σχωρές τον!

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Κ. ΟΠΩΣ Π.Ε

1) ΚΙΝΗΣΗ: "ΑΠΕΛΑΣΤΕ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ"
Κλαζομενών 1-3 10400 Αθήνα, τηλ: 210-3306286 φαξ: 210-3303566
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 7/1/2008

Σοβαρό κρούσμα ρατσιστικής βαναυσότητας και κατάφορα αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς των αστυνομικών της ΕΛ.ΑΣ: Σήμερα στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα αστυνομικοί κακοποίησαν μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία και συνέλαβαν περαστικό, εθελοντή του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών, επειδή κατέγραφε με την κάμερά του τη σύλληψη!
Συγκεκριμένα, ομάδα 5-6 αστυνομικών του Α.Τ. Παγκρατίου, συνέλαβε μετά από κινηματογραφική καταδίωξη στη μέση της λεωφόρου Φιλελλήνων - την ώρα που περνούσαν αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά - μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία. Πατώντας τον κάτω με πόδια και με χέρια στο σώμα και στο κεφάλι, σε μια επίδειξη βαρβαρότητας, ακινητοποίησαν τον άτυχο μετανάστη που έχει νομιμοποιητικά έγγραφα αλλά όχι άδεια μικροπωλητή. Δεκάδες περαστικοί σοκαρισμένοι από την αστυνομικοί βία σταμάτησαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς. Ένας από αυτούς, ο Π. Ε, έτυχε να έχει μαζί του κάμερα και κατέγραψε όλη τη σκηνή της σύλληψης. Οι αστυνομικοί του ζήτησαν να σταματήσει τη λήψη, και όταν εκείνος αρνήθηκε λέγοντάς τους ότι δεν κάνει τίποτε παράνομο, τον συνέλαβαν μαζί με άλλον ένα περαστικό που διαμαρτυρήθηκε έντονα και μαζί και με το μικροπωλητή οδηγήθηκαν στο Α.Τ. Ακροπόλεως, όπου κρατούνταν μέχρι αργά.
Στο τμήμα έσπευσαν μέλη και δικηγόρος της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό, 4-5 έλληνες συμπαραστάτες που δήλωσαν ότι θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης του μικροπωλητή που κατηγορείται, εναντίον της ρατσιστικής συμπεριφοράς των αστυνομικών και σε υπεράσπιση του Π.Ε, ο οποίος κρατούνταν ακόμα μέχρι τις 9:30 το βράδυ χωρίς ακόμα να του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες! Επίσης κράτησαν την κάμερά του με το επίμαχο βίντεο στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας και αρνούνταν επίμονα να απαντήσουν στις ερωτήσεις του δικηγόρου του εάν κατηγορείται για κάποιο αδίκημα και γιατί δεν τον αφήνουν ελεύθερο. Ο μικροπωλητής θα οδηγηθεί αύριο στο αυτόφωρο, και πολύ πιθανό είναι το ίδιο να συμβεί με τον έλληνα που τράβηξε το επίμαχο βίντεο, όταν και αν οι αστυνομικοί αποφασίσουν να απαγγείλουν κατηγορίες, ενώ δε δέχονται να απαντήσουν στις επίμονες ερωτήσεις των δικηγόρων.
Φαίνεται ότι οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ έγιναν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις κάμερες και θεωρούν προσωπικό τους δεδομένο ένα βίντεο που καταγράφει την κακομεταχείριση μετανάστη από τους ίδιους μέρα μεσημέρι στο Σύνταγμα, ενώ την ίδια στιγμή ο κ. Χατζηγάκης υπεραμύνεται της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των διαδηλωτών από τις κάμερες της ΕΛ.ΑΣ.

Εμείς απαιτούμε:

Την άμεση απελευθέρωση του μετανάστη μικροπωλητή
Την απόδοση ευθυνών στους ρατσιστές αστυνομικούς για τη ρατσιστική βία
Την άμεση απελευθέρωση του Π.Ε. και την επιστροφή της κάμεράς του καθώς και άθικτου του βιντεοσκοπημένου υλικού
Νομιμοποίηση και χορήγηση άδειας μικροπωλητή σε όποιο μετανάστη το επιθυμεί
Άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες


2)ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Α΄ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον κ. υπουργό Εσωτερικών


Θέμα: Παράνομη συμπεριφορά αστυνομικών οργάνων

Την Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008, στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα ομάδα αστυνομικών του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου συνέλαβε μικροπωλητή που δεν είχε την απαιτούμενη άδεια. Τον ακινητοποίησαν πατώντας τον κάτω με τα πόδια και τα χέρια στο σώμα και στο κεφάλι. Δεκάδες περαστικοί, σοκαρισμένοι, διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς για την άσκοπη χρήση βίας, ενώ ένας από αυτούς, ο Π.Ε, πολιτικός μηχανικός, εθελοντής στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, κατέγραψε με την κάμερά του τις σκηνές, θεωρώντας ότι στοιχειοθετούν παράνομη χρήση βίας από την πλευρά των αστυνομικών.
Στο τέλος οι αστυνομικοί θεώρησαν σκόπιμο να συλλάβουν εκτός από τον μικροπωλητή και τον κ. Π.Ε, καθώς και άλλον έναν πολίτη που διαμαρτυρόταν για τα συμβάντα. Ο δεύτερος αυτός πολίτης αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τον κ. Π. Ε, παρ’ όλο που προφανώς οι πράξεις του είχαν μόνο στόχο την υπεράσπιση της νομιμότητας. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Κρατήθηκε μέχρι αργά το βράδυ υπό την απειλή της προσαγωγής του στο αυτόφωρο. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες, μόνο αφού δέχθηκε να σβήσει από την ψηφιακή του κάμερα το οπτικό υλικό που είχε καταγράψει. Ακόμη και τότε, στην έξοδο από το αστυνομικό τμήμα τον συνόδευσε η απειλή ότι η υπόθεση δεν έχει μπει στο αρχείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη (άγνωστο με ποια κατηγορία). Το γεγονός κατήγγειλε η Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό» που κινητοποιήθηκε για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του μετανάστη και των συμπαραστατών του.
Με δεδομένο ότι:
§ το τελευταίο διάστημα –με αφορμή την παράδοση του DVD της υπόθεσης Ζαχόπουλου στον εισαγγελέα– η κυβέρνηση διατυμπανίζει την πεποίθησή της ότι κάθε οπτικό υλικό που πιθανώς να καταγράφει παράνομες πράξεις θα πρέπει να παραδίδεται στη δικαιοσύνη.
§ το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την χρήση των καμερών στους δρόμους, αλλά και σε διαδηλώσεις –σε πλήρη αντίθεση με την Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων– ήταν ότι μπορούν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη αξιόποινων πράξεων

Ερωτάται ο κ. υπουργός
1. Αν αποτελεί πολιτική της κυβέρνησης η καταστροφή αποδεικτικού υλικού για πιθανές παράνομες ενέργειες αστυνομικών οργάνων.
2. Αν προτίθεται να διατάξει έρευνα και να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τους αστυνομικούς που ευθύνονται για την καταστροφή οπτικού υλικού που πιθανόν να κατέγραφε αξιόποινες πράξεις.
3. Αν προτίθεται να παρέμβει ώστε να σταματήσουν οι προσπάθειες της αστυνομίας να τρομοκρατήσει πολίτες που διαμαρτύρονται για τις πράξεις της ή διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Αν ναι με ποιον τρόπο;

Ο ερωτών βουλευτής


Τάσος Κουράκης



3) ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΕΛΚΥΣΤΗ:
Για λόγους "μπλογκικού" απορρήτου έχω αντικαταστήσει το ονοματεπώνυμο μου, το οποίο αναφέρεται ολογράφως και στο δελτίο τύπου και στην επερώτηση και στις χθεσινές εφημερίδες, με τα ακρόνυμα του "μπλογκικού" ψευδώνυμου.

Ευχαριστώ όλους όσους μου συμπαραστάθηκαν ηθικά και ψυχολογικά στην περιπέτεια αυτή: τους αυτόπτες μάρτυρες που αυτοβούλως ήρθαν να δηλωθούν ως μάρτυρες υπεράσπισης και που έμειναν μέχρι το τέλος στο τμήμα, τα μέλη της κίνησης "Απελάστε το Ρατσισμό" που κινητοποιήθηκαν άμεσα, τον εθελοντή δικηγόρο της οργάνωσης, τους δημοσιογράφους της "Ε¨, του Ρ/Σ Κόκκινου, του "Α" και του "Σκάι" που ενφιαφέρθηκαν ή/και δημοσιοποίησαν το θέμα.
Τον βουλευτή Συνασπισμού κο Κουράκη για την ευαισθησία του, τον οποιο ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, ούτε αυτόν, ούτε κάποιον από τους συνεργάτες του και τέλος
ΟΣΟΥΣ (συμπ/νη και την οικογένειά μου η οποία δυστυχώς εμπλέχτηκε χωρίς τη θέλησή μου) μεσολάβησαν για την απελευθέρωσή μου.

Οφείλω επίσης να διευκρινήσω ότι κανένας αστυνομικός δεν με άγγιξε ή με προσέβαλε λεκτικά.

Αρνήθηκα τηλεοπτική συνέντευξη στο δελτίο του "Α" ως πράξη αποδοκιμασίας στον τρόπο με τον οποίο παρυσιάζονται τηλεοπτικά οι ειδήσεις και στην δίψα με κάθε αντίτιμο αρκετών συμπολιτών για "10' δημοσιότητας" .


Με την ευκαιρία του πρόσφατου ταξιδιού μου στην Πράγα δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη ανάρτηση για τον Κάφκα. Για 5 ώρες έγκλειστος στο κελί δεν ήξερα με ποια κατηγορία κρατούμουν. (εξου και ο τίτλος της ανάρτησης - γι αυτό και κρατάω το τραγούδι). Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτός που φοβόταν...

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 22 ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ


















Τα βράδια, καθώς γυρνούσε στο μικρό κλειστοφοβικό σπίτι του στον αριθμό 22 της οδού Αλχημιστών, με τις τρεις τυφλές πλευρές και τα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη, που αρχικά είχε χτιστεί για να φιλοξενεί στρατιώτες της φρουράς του Κάστρου, το βλέμμα του θα μαγνήτιζαν οι τρομακτικές τερατόμορφες μορφές των υδρορροών του Καθεδρικού του Αγίου Βίτου, τα μπαρόκ κράνη των κωδοναστασίων και τα δίδυμα βέλη των δυτικών πύργων έτοιμα να απογειωθούν και να χαθούν στον σκοτεινό ουρανό.


Οι χάλκινες πρασινωπές τριγωνικές σκεπές του καθεδρικού θα βάφονταν ασημένιες μέσα από το φως του φεγγαριού που θα ξετρυπούσε τα σύννεφα και την ομίχλη και θα του φώτιζε το δρόμο.
Ύστερα από τη δουλειά του σαν άσημος υπάλληλος μιας ασφαλιστικής εταιρίας, θα περπατούσε στα ερεβώδη, υγρά καλντερίμια της Πράγας.



Χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις λέξεις και στις φράσεις που θα του έρχονταν στο μυαλό και θα έγραφε όλο το βράδυ, τα βήματά του θα τον έφερναν στους συγγενείς του, στην Εβραϊκή συνοικία. Θα διόρθωνε τα στρογγυλά γυαλιά του και ανάμεσα από τις φιγούρες των σκοτεινών αγαλμάτων που διακοσμούν τις στέγες και τις προσόψεις των σπιτιών του 18 και 19ου αιώνα θα έψαχνε μέσα στην ομίχλη να βρει εκείνη του τέρατος που δημιούργησε ο μεγάλος δάσκαλος της Καββάλα και της Τορά ο ραβίνος Λεβ, του γιγάντιου Γκόλεμ, του πρόδρομου του ρομπότ και του Φρανγκεστάιν, ενός πλάσματος που δημιουργήθηκε από πηλό και που μια μαγική πέτρα του έδινε ζωή για να κάνει οικιακές δουλειές. Θα κοντοστεκόταν έξω από την Παλιά –Νέα Συναγωγή, την αρχαιότερη της Ευρώπης, από το 1270, και μέσα στην υποβλητική ομιχλώδη ησυχία θα προσπαθούσε να αφουγκραστεί θορύβους που θα αποδείκνυαν ότι όντως ο ραβίνος Λεβ έκρυψε εκεί το άψυχο κουφάρι του δημιουργήματος του αφού έγινε για 2η φορά Θεός αναγκαζόμενος να του αφαιρέσει τη ζωή, όταν αυτό απέκτησε αυθυπαρξία.

Στη συνέχεια θα περπατούσε δίπλα στο ποτάμι. Η υγρασία και η μοναξιά θα τον ανάγκαζαν να σφίξει κι άλλο το φθαρμένο του παλτό. Το κρύο θα διαπερνούσε μέσα από τα υφάσματα του έμπορου πατέρα του και θα κυκλοφορούσε στις φλέβες του. Θα έβηχε και θα του έρχονταν φλέματα στο στόμα. Θα έβγαζε το μαντήλι και θα έφτυνε. Θα κοίταζε το μαντήλι με αγωνία. Πάλι θα έβγαζε αίμα.




Θα περνούσε κάτω από πανύψηλο γοτθικό πύργο
της Παλιάς Πόλης και θα έμπαινε στη, χτισμένη από το 1357, λιθόστρωτη γέφυρα του Καρόλου.

Θα περπατούσε δίπλα στα 30 σιωπηλά αγάλματα – αδριάντες που, μέσα από το αμυδρό φως των φανοστατών, αιώνες τώρα παρακολουθούν με αυστηρό ύφος τους διαβάτες της πόλης και κυρίως τους μοναχικούς.
Τo μυαλό του θα απασχολούσε η τελευταία επιστολή της Φελίτσε, η άρνησή της, η δυσπιστία της, τα διαρκή πισωγυρίσματα, το πείσμα της να μην τον αποδέχεται γι’ αυτό που είναι. Δεν ήταν πλούσιος, ενώ θα μπορούσε. Είχε σπουδάσει νομικά αλλά τον είχε κερδίσει η λογοτεχνία. Αυτό λαχταρούσε να κάνει στη ζωή του. Με γνώμονα τον ελεύθερο χρόνο για συγγραφή είχε διαλέξει τη νέα του δουλειά, η οποία τελείωνε στις 2 κι όχι στις 7 όπως η προηγούμενη. Αλλά η Φελίτσε δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί παρά την αρχική θετική διάθεση τελικά δεν μπόρεσε να ασχοληθεί με το συνεταιρισμό που του πρότεινε ο γαμπρός του για τη δημιουργία ενός εργοστασίου αμιάντου. Θα διέσχιζε την μεγάλη πύλη από την άλλη πλευρά της γέφυρας και θα έμπαινε στην οδό Μοστέτσκα στη Μάλα Στράνα, τη συνοικία στην οποία έχει να χτιστεί κτίριο από τον 17ο αιώνα. Θα διέσχιζε το δρόμο με τους χρυσούς θυρεούς και τα μασονικά σύμβολα και καθώς θα ανέβαινε τα σκαλιά για το Κάστρο στο μυαλό του ίσως να σκεφτόταν πως «όλα είναι χαμένα». Ήξερε πως η φυματίωση είχε προδιαγράψει τη δική του μοίρα. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να φανταστεί ότι 12 χρόνια αργότερα οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία στην πρώτη ουσιαστική πράξη του 2ου Π.Π. κι ενώ τα περιοδικά της εποχής θα δημοσίευαν την είδηση δίπλα σε αποτελέσματα ποδοσφαίρου, ούτε φυσικά αυτή των τριών αγαπημένων του αδερφών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης…










Το κείμενο γράφτηκε ακούγοντας το τραγούδι του Α.Μ.
Ο Α.Μ εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μουσική ύστερα από τη δική του επίσκεψη στην Πράγα πριν 7 χρόνια. Σε πείσμα της εποχής της επίδειξης και της ματαιοδοξίας επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.




Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΠΟΛΗ







Φέτος η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε στην Πράγα. Πέρσι η πρωτοχρονιά 2007 στην Πόλη. Πριν αρχίσω να γράφω για τα φετινά - κι επειδή δεν πρόλαβα να τα αναρτήσω πιο νωρίς- είπα να θυμηθώ λίγα απ' τα περσινά.


Την ημέρα που φεύγουμε έχει πάρα πολύ κρύο. Η μισή Ελλάδα έχει ντυθεί στα άσπρα. Ευτυχώς έχουμε πάρει μαζί μας μάλλινους σκούφους, γάντια και κασκόλ . Καθώς επίσης μια σπανακόπιτα της γιαγιάς και φρούτα. Ο Στέφανος μου τη λέει: Στο ταξίδι με το τρένο πρέπει να τρως ξηρά τροφή, γιατί ποιος να τρέχει στις πενταβρόμικες τουαλέτες. Το τρένο για τη Θεσσαλονίκη ευτυχώς χρόνια τώρα έχει «Γρηγόρη» οπότε τη βγάζουμε όλοι με τοστ και σάντουιτς. Τα βαγόνια έχουν πλημμυρίσει από πολύχρωμα μαντήλια, καπέλα και κοντά παντελονάκια. Είναι γεμάτο προσκόπους! Από πολλά σώματα. «Είμαστε οι Κένταυροι!» μου λέει με περηφάνια ένα πιτσιρίκι δέκα χρονών. Οι δικοί του κατεβαίνουν Λάρισα για να συνεχίσουν στο Πήλιο. Οι πιο πολλοί στην Ημαθία.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη νωρίς το μεσημέρι. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα Lockers και προλαβαίνουμε μια μικρή περατζάδα στην παραλία και ένα καφέ σ’ ένα στενό της Τσιμισκή. Το επόμενο τρένο αναχωρεί στις 8.00 και επειδή κανείς μας δεν θέλει να το χάσει γυρνάμε στο σταθμό από τις 7.30. Μισή ώρα νωρίτερα είναι πολύ σπάνιο για μας.
-Στη γραμμή 1 μας λέει μια υπάλληλος.
Στη αποβάθρα 1 δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε τρένο, ούτε επιβάτες. «Που πάμε;» αναρωτιέται η Λήδα. «Πως πάμε;» τη συμπληρώνω εγώ.
Το τρένο έρχεται στις 7.45. Μπαίνουμε μέσα. Ούτε εισπράκτορες, ούτε αχθοφόροι, ούτε υπάλληλοι. Βρίσκουμε τη κουκέτα μας μόνοι μας. Και τότε παθαίνουμε το πρώτο σοκ. Η κουκέτα μας μόλις και μετά βίας μας χωράει. Τα σεντόνια είναι άθλια. Τρύπια και βρώμικα. Για μένα δεν είναι πρόβλημα. Έχω κοιμηθεί και σε πολύ χειρότερα μέρη. Αλλά δεν είμαι μόνος. Η Χρύσα πίσω μου αρχίζει και κιτρινίζει. Την βλέπω. Έχει αρχίσει να την πιάνει κλειστοφοβία. «Δεν μπορώ εδώ μέσα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, είναι πολύ στενά.» «Δεν είναι πιο στενά από καμπίνα ιστιοπλοϊκού.» της απαντάω για να την καθησυχάσω. Οι μισές κουκέτες είναι σαν τη δική μας οι άλλες μισές καλύτερες. Έχουν το εξής σύστημα: Οι μισές κουκέτες είναι υπερυψωμένες , ανεβαίνεις δηλαδή δύο σκαλάκια και σε τομή έχουν σχήμα V, έτσι ώστε εκατέρωθεν να χωρούν δύο πιο μικρές καμπίνες και να εναλλάσσονται μια μεγάλη και μια μικρή. Ο Στέφανος και η Λήδα έχουν την V κι εμείς την μικρή που έχουν φυτέψει από κάτω. Πάμε να κλειδώσουμε αλλά δεν κλειδώνει. Και μου το είχαν πει: Πάρτε λουκέτα και σλίπινγκ μπαγκ μαζί σας. Δεν είχα πάρει τίποτα απ’ τα δύο. Παίρνω ότι πολύτιμο έχω και βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο διάδρομο και γνωριζόμαστε αμέσως με τους γείτονες του υπόλοιπου βαγονιού. Οι μισοί - που σαν κι εμάς - δεν είχαν ξαναταξιδέψει με τρένο έχουν πάθει σοκ. Οι άλλοι μισοί το παίζουν άνετοι. Όλοι κι όλοι είναι μια μαμά με την κόρη της, ένας έμπορος που πηγαινοέρχεται για δουλειές και δυο φοιτήτριες.
Απ’ τα μεγάφωνα ακούμε μια φωνή: Παρακαλείται ο τροφοδότης νερού να προσέλθει στη γραμμή 1!» «Ωραία ούτε νερό έχουμε! Καλά αρχίζουμε» σκέφτομαι. Τσεκάρω τις τουαλέτες. Μια αντρική και μια γυναικεία σε κάθε βαγόνι. Είναι καθαρές αλλά μάλλον επειδή είναι η αρχή.
Μετά από πέντε λεπτά το τρένο αρχίζει να φεύγει. Έτσι, χωρίς ανακοίνωση, χωρίς προειδοποίηση. Η αντίθεση με το τρένο για Θες/νικη τεράστια. Εκείνο είχε ανακοινώσεις σε κάθε σταθμό, πεντακάθαρο και πλήρως αυτοματοποιημένο. Αυτό εδώ από την πρώτη στιγμή φαίνεται καρβουνιάρικο. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εμφανιστεί κι ένας εισπράκτορας. Του δίνουμε τα εισιτήρια. Πεθαίνω για ένα καφέ. Τον ρωτάω που είναι το κυλικείο. Στο 1ο βαγόνι μου λέει, , αλλά να τελειώσω πρώτα με τα εισιτήρια». «Γιατί;» «Γιατί εγώ το ανοίγω!»
Περιμένουμε λίγο ακόμα κι ύστερα παίρνουμε την κιθάρα και πάμε στο 1ο βαγόνι. Κυλικείο. Ωραίο αστείο. Ένα βαγόνι με τραπεζάκια και αντικριστά καθίσματα. Έχει μόνο νες και ελληνικό. Παραγγέλνω ένα νες μέτριο. Μου φέρνει ένα ποτήρι με ζεστό νερό και τα φακελάκια με τον καφέ και τη ζάχαρη. Τον χτυπάω μόνος μου, προσπαθώντας να μην το χύσω πάνω μου γιατί κουνάει σαν σε καράβι. Έχει λίγο κρύο. Ο καφές έστω και νερομπλούμι με ζεσταίνει. Ξεκινάμε τις κιθάρες. Παίζουμε χαλαρά, τα γνωστά μας κομμάτια. Οι λιγοστοί πελάτες δεν μας δίνουν σημασία και εμείς δεν παίζουμε δυνατά. Σε λίγο όμως σκάει μύτη μια παρέα με κιθάρες μπουζούκια και κρουστά. Είναι οι «Μανιταρόκ», ένα τριμελές συγκρότημα από τα Γρεβενά που έχουν κλείσει στην Πόλη να παίξουν τρία βράδια σε ένα μπαράκι. Μαζί τους είναι και οι κοπέλες τους και διάφοροι φίλοι, σύνολο δέκα άτομα. Και τέσσερις εμείς το κάναμε πάλι το μπούγιο. Είναι πάρα πολύ καλοί. Επαγγελματίες. Αρχίζουν να παίζουν λαϊκά και πολλά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Απαντάμε με Γερμανό, Σαββόπουλο, Δεληβοριά, Περίδη, Μάλαμα.
Σε λίγο όλο το βαγόνι συμμετέχει. Ακόμα κι ο εισπράκτορας. Την έκπληξη όμως την κάνει μια παρέα παπάδων από την Κρήτη, που πάνε στην Πόλη για να δουν τον Πατριάρχη σε προγραμματισμένο ραντεβού. «Μια χαρά μας έχει μείνει κοπέλια» φωνάζει ο ένας τους ο πιο χοντρός. «Το κρασί και το τραγούδι!» Οι παπάδες ξέρουν όλα τα τραγούδια απ’ έξω. Ζητούν και παραγγελιές. Από τη δεκαετία του ‘60. Δεν τους χαλάμε το χατίρι. Εμένα όμως το μυαλό μου είναι αλλού. Πιάνω κουβέντα με τον πιο γέροντα. Πάνε κάθε χρόνο. Άλλωστε εκεί υπάγονται ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία «Αύριο που θα πάτε στον Πατριάρχη να ‘ρθουμε και μεις;» ρωτάω με το γνωστό απύθμενο θράσος μου. «Η συνάντησή μας είναι ιδιωτική και τα ονόματά μας δηλωμένα από καιρό», μου απαντά ευγενικά. «Αλλά αν έρθετε θα δω τι μπορώ να κάνω…αν έχει κάποιο κενό.» Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη στις 10.00. Εντωμεταξύ το γλέντι συνεχίζεται αμείωτο. Κάποια στιγμή πετάγεται ο εισπράκτορας και ρωτάει δυνατά: «ποιοι από σας κοιμούνται στο βαγόνι 3;» 3-4 σηκώνουν το χέρι. «Γιατί;» «Γιατί το χάσαμε!» Η μουσική σταματάει απότομα, και έχουμε μείνει όλοι μαλάκες. «Πλάκα κάνω!» σπεύδει να συνεχίσει γελώντας. «Απλά μετά τη Δράμα πιθανόν να αλλάξετε θέσεις γιατί δεν έχει θέρμανση.» Τελικά κατά τη 1 το διαλύουμε. Πέφτουμε για ύπνο. Έξω το φεγγάρι λάμπει πάνω στα χιονισμένα τοπία. Συνεχίζει και κουνάει σαν να έχει φουρτούνα. Ο θόρυβος πάνω στις ράγες με νανουρίζει και τελικά αποκοιμιέμαι. Όχι όμως για πολύ. Κατά τις 3 φτάνουμε στα σύνορα, στο Σουφλί. Με ξυπνάει ένας μπάτσος που παίρνει τα διαβατήρια. Μετά άλλος ένας που τα φέρνει. Ύστερα το ίδιο κι από τη άλλη πλευρά. Και τέλος ένας υπάλληλος που χτυπάει τις καμπίνες , ανοίγει τις πόρτες ρίχνει μια πρόχειρη ματιά μ’ ένα φακό στις κουκέτες και προχωράει στην επόμενη. Αυτός είναι ο τελωνειακός έλεγχος. Μ’ άλλα λόγια μπορώ να περάσω στην Τουρκία ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Πάντως όλες αυτές οι διατυπώσεις με κρατάνε άγρυπνο 2 ώρες.
Το πρόγραμμα δρομολογίων έλεγε άφιξη στην Πόλη στις 8.00. Κι εμείς οι αφελείς έχουμε βάλει ξυπνητήρι στις 7.00. Ανοίγω την κουρτίνα. Διασχίζουμε πεδιάδες. Πουθενά ένδειξη αστικής ζωής. Σηκωνόμαστε και πάμε στο κυλικείο για το πρωινό νερομπλούμι. Πλέον όλες οι φάτσες είναι γνωστές, με κάποιους έχουμε συστηθεί. Είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Χτυπάει ένα κινητό. «στην Πόλη το ‘χει στρώσει λένε οι ειδήσεις!»
Τελικά φτάνουμε στον τερματικό σταθμό, τον περίφημο σταθμό του Οριεντ εξπρές, με τρεις ώρες καθυστέρηση. Μας υποδέχεται ένα αδιανόητο κρύο, ένα κρύο που σε εμποδίζει να περπατήσεις 5΄. Κατεβαίνουμε απ’ το σταθμό και πάμε προς τη στάση του τραμ. Το ξενοδοχείο μας είναι δυο στάσεις μακριά, πάνω στον Ιππόδρομο. Κοιτάω πίσω μου το τρένο. Η σκέψη ότι θα ξαναγυρίσω πάλι με τρένο με χαροποιεί. «Με τους ρυθμούς της ζωής μας, τις περιορισμένες άδειες, τα αεροπλάνα και τα ταξίδια – αστραπή το έχουμε πλέον ξεχάσει. Αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να το εκτιμούμε» σκέφτομαι «ότι σ’ένα ταξίδι δεν έχει σημασία μόνο ο προορισμός.»






Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Αντίο

Δυστυχώς δεν έχω σκάνερ. Αν είχα θα αναρτούσα ένα μικρό χειρόγραφο κομμάτι χαρτί με τα ποιήματά του. Μεγάλα, καθαρά, σταθερά, καλλίγραμμα διαυγή γράμματα. Εντάξει τα στιχάκια του ποτέ δεν ήταν το φόρτε του. Όχι όπως οι ιστορίες του! Που ακούγαμε πάντα με ενθουσιασμό. Και που όσο μεγάλωνε θυμόταν κι άλλες και κάθε τόσο μας έλεγε καινούριες.
Και γέμιζε μαθητικά τετράδια, λογαριασμούς της ΔΕΗ και εφημερίδες με σημειώσεις του και με εκείνα τα αρχοντικά του γράματα. Από παραγγελίες για το μανάβη, μέχρι τη νέα ιστορία που του ήρθε στο μυαλό λίγο πριν κοιμηθεί και δεν ήθελε να την ξεχάσει. Όπως όταν άκουγε ένα καινούριο τραγούδι που του άρεσε να σημειώνει τους στίχους του.

Έζησε όλη του τη ζωή με παρέα! Ποτέ δεν ένιωσε μόνος ακόμα κι όταν έμεινε μόνος. Πάντα είχε κάποιο από μας δίπλα του, πάντα είχε κάποιο γείτονα, κάποιο ανήψι απ' το Νησί (της Λίμνης) και φυσικά πάντα τις ιστορίες και τις αναμνήσεις του.
Λίγο πριν πεθάνει, πριν λίγους μήνες, συγκέντρωσε τις φωτογραφίες μιας ζωής κι έφτιαξε από δύο άλμπουμ, ένα για κάθε του κόρη, με σημειώσεις, ονόματα και χρονολογίες.
Σ' αυτή την ηλικία - που δεν σηκωνόταν πια απ' το κρεβάτι - του έσειλαν πρόσκληση να παρευρεθεί σε γάμο στο πολυαγαπημένο του Νησί στις 26 Δεκεμβρίου. Τόσο ήταν αγαπητός...

Τα χρήματα που κέρδισε από τον έπαινο της Πολιτείας για την εκπαιδευτική του δράση δεν τα ξόδεψε σε ρούχα ή παπούτσια αλλά πήρε το, μοναδικό στο Νησί, γραμμόφωνο. Για να ακούει μουσική, αυτός, η οικογένειά του και οι φίλοι του. Έγινε συνώνυμος σε κάθε χαρά, γλέντι και γάμο.
Μόλις πρόσφατα ανακάλυψα το τετράδιο πενταγράμμων με μελωδίες της εποχής που έπαιζε στο μαντολίνο του! Τί συγκίνηση!

Έζησε μια ζωή χωρίς αρρώστιες, νοσοκομεία και χειρουργεία. Δεν έβαλε ποτέ νηστέρι πάνω του. Δεν ταλαιπωρήθηκε ποτέ από καμία ασθένεια.
Από τα μάτια του πέρασε όλος ο 2ο αιώνας με τους πολέμους, την κατοχή, τον εμφύλιο και πιο μετά τη χούντα. Έτυχε της μεγάλης τιμής η σημαία της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, της σημαίας που αναρτήθηκε στο κάστρο για να βροντοφωνάξει στους Έλληνες ότι ελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς να είναι αυτή που έκρυβε στο υπόγειο με κίνδυνο της ζωής του.

Κάθε καλοκαίρι που, πιο μικρός, βγαίναμε βόλτα στο Μώλο σταματούσε κόσμος και τον χαιρετούσε, άγνωστοί μου άνθρωποι ψαρομάληδες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.
Κι αυτός, παρά της μοναδικής αναγνώρισης που τύχαινε - βαθιά δημοκράτης - είχε μόνο ένα παράπονο. Ένα παράπονο που δεν μας το εκμυστηρεύτηκε ποτέ (και που το διάβασα σε κάποιο γραπτό του) : "ο οδηγός του τανκς ήταν μαθητής μου"...

Πριν μερικούς μήνες τον πήρε τηλέφωνο μια γριά γυναίκα. Χάρηκε τόσο πολύ. Ήταν η Σταυρούλα.
-Αντέχεις Νάσο μου;
-Αντέχω...Εσύ;
-Δεν με βαστάν τα πόδια μου... Αλλα θέλω να έρθω να σε δω... Θα έρθω...
Δεν την ξέραμε. Κανείς μας δεν την είχε ξανακούσει. Ήταν η πρώτη του αγάπη, που τον ανακάλυψε μετά από τόσα χρόνια, για να επιβεβαιώσει το γνωστό ρητό: οι πρώτες αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ!

Αντίο πολυαγαπημένε μου παππού. Μακάρι να φτάσω κι εγώ στα 96 σου χρόνια να έχω την υγεία σου και να γράφω μανιωδώς. Θα θυμάμαι πάντα την αγάπη, την καλοσύνη και την αισιοδοξία που ακτινοβολούσες.
Και να ξέρεις το παλιό νεοκλασσικό, το γραμμόφωνό σου, το μαντολίνο σου, τα γραπτά σου και οι φωτογραφίες σου είναι σε καλά χέρια.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ


Η ομορφιά σ' αυτή την πόλη είναι βαθιά κρυμμένη:



γι αυτό πρέπει να την αναζητάμε συνέχεια:



Καλλιθέα, οδός Συν/χη Δαβάκη, απέναντι από το ΙΚΑ.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

Ενθύμια της απερισκεψίας μου

Αποδεχόμενος την πρόσκληση του Δημήτρη Αθηνάκη έχω άπειρα ενθύμια απερισκεψίας να γράψω. Σταχυολογώ ένα τελευταίο:

Μέρα μεσημέρι στην οδό Αθηνάς, πριν λίγους μήνες. Μόλις έχω "σηκώσει" χρήματα από το ΑΤΜ για να πληρώσω το νοίκι. Βλέπω ένα πηγαδάκι από κόσμο. Χώνομαι. Ένας "παππατζής" κάνει παιχνίδι. Κάθομαι και παρατηρώ το κόλπο. Τα στημένα, τα τσιράκια, τους δήθεν πελάτες. Εδώ "εδώ παππάς, εκεί παππάς, που είναι ο παππάς;"Βλέπω τα χέρια του πως κινουνται, το παιχνίδι με τα μάτια, τις αβάντες από τους άλλους, τα δήθεν κέρδη . Η αυτοπεποίθησή μου στο φουλ, η αλαζονεία μου στο τέρμα. Αποφασίζω να παίξω. Βάζω 100 ευρώ.Ξαφνικά ο παππατζής γίνεται ταχυδακτυλουργός από τους λίγους! Για πότε τα έχασα δεν το πήρα χαμπάρι! Πετάγεται ένας και μου λέει: "άντε βάλε άλλα τόσα να ρεφάρεις!" Αρνούμαι. Αλλά 10ο ευρώ ρε γαμώτο είναι πολλά. "Βάλε!" επιμένει ο περαστικός που μέχρι τότε δεν τον είχα παρατηρήσει, δεν είχε μιλήσει καθόλου και νόμιζα πως δεν ήταν στο κόλπο. Τελικά βάζω άλλα 100. Πάνε κι αυτά... Πάει το 1/3 από το νοίκι. Ακόμα το κλαίω.
Τον σπιτονοικοκύρη μου τον πλήρωσα με 2 εβδομάδες καθυστέρηση κι αφού μου έπρηζε σχεδόν καθημερινά.
Καλά να πάθω. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!

Με τη σειρά μου καλώ τους Dim, Vassia και Ξανθίππη.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

ΕΝΑ ΓΛΕΝΤΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ.













KOYIZ: Ποιος από τους δύο ανωτέρω εικονιζόμενους εν χορώ κυρίους ανήκει στην παρέα;





Ύστερα από τέσσερις ώρες ορειβασία στο φαράγγι της Τιθωραίας καταλήξαμε κατά τις 6 το απόγευμα στο Καπετανάτο, μια ημι-υπόγεια πέτρινη ταβερνούλα.

Οι δύο νεαροί σερβιτόροι (μαθητές; το πολύ φοιτητές) δουλεύουν το χειμώνα στο θρυλικό Τιθόρα στα Πατήσια (πολλοί μπορούν να το ξέρουν κι από τη Σαντορίνη) . Το νέο αίμα του Τιθόρα έκανε το θαύμα του:Αντί για τα σκυλάδικα που σου παίρνουν τα αφτιά στην επαρχία αυτοί έβαζαν Θ. Παπαπακωσταντίνου, Μάλαμα κτλ.

Αντί λοιπόν να τα ακούμε είπαμε να τα παίξουμε. Βγήκαν οι κιθάρες κι έγινε χαμός! Και σ' αυτές τις περιπτώσεις έρχονται τα κεράσματα, τα κρασιά και οι συκωταριές, οι παραγγελιές και οι ανταποδώσεις. Τραγούδι εμείς,τραγούδι κι εσείς!

Αυτό το τελευταίο παριστά και η τελευταία φωτογραφία, όπου κάτοικος του χωριού ενθουσιασμένος έχει βάλει στο cd τσάμικα και μας εχειπροσκαλέσει για χορό. Όσοι ήξεραν χόρεψαν, εμείς οι υπόλοιποι απλά κρατούσαμε τα βήματα, συμμετέχοντας ο καθένας με το δικό του τρόπο σε άλλο ένα αυτοσχέδιο διονυσιακό γλέντι.
Πήγαμε για φαγητό στις 6.00 και φύγαμε λίγο πριν τα μεσάνυχτα κατακουρασμένοι αλλά εκστασιασμένοι!










Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΒΑΣΑΝΟ Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙ ΕΚΔΡΟΜΗ!


2 συνεχόμενοι μήνες στην Αθήνα είναι πάρα πολλοί. Δεν αντέχεται το άγχος, η κίνηση, η αγένεια, η τρέλα. Φεύγουμε ΣΚ για ορειβασία και υπαίθρια λουτρά στην Τιθωραία. Παίρνουμε μαζί μας κιθάρες, μπουζούκια, επιτραπέζια, μπουρνούζια μαγιό, φλις και αδιάβροχα. Και φυσικά εκείνα τα λουκάνικα!

Θα ποστάρω εντυπώσεις.

Πιστωτές , τραπεζίτες, μπάτσοι και καλόγριες (ξέρω τι λέω) ραντεβού τη Δευτέρα.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ

Το ferry boat «Δημητρούλα» έφυγε από την Αιγιάλη, με μισή ώρα καθυστέρηση, στις εφτάμιση το απόγευμα. Η ώρα τώρα είναι δύο το πρωί. Μέχρι στιγμής έχουμε περάσει από Δονούσα, Νάξο και Πάρο. Είναι γεμάτο κόσμο. Παντού κόσμος. Αν είχε χερούλια θα είχε και όρθιους. Σαν τα τρόλλευ. Κι όλοι κυρίως νέοι. Ζευγάρια, δυο - τρεις φίλοι ή, όπως εμείς, πιο μεγάλες παρέες. Ελάχιστες οικογένειες και μικρά παιδιά. Ευτυχώς, γιατί το συγκεκριμένο πλοίο έχει μια κακή φήμη σχετικά με την ταχύτητα και το ικανό της πλεύσης του που μάλλον θα την επιβεβαιώσει και σήμερα. Γύρω μου όλοι έχουν ξαπλώσει στα άσπρα παγκάκια. Σε όλο το πλοίο, όλοι έστρωσαν τα στρωματάκια και τα sleeping bang τους προσπαθώντας να κοιμηθούν. Πολλοί φαίνεται πως τα καταφέρνουν. Είμαι στο τελευταίο κατάστρωμα.

Ευτυχώς βρήκα ένα κενό ανάμεσα στους ξαπλωμένους και έκατσα. Φυσάει πάρα πολύ. Όχι όμως τόσο όσο στη βορεινή πλευρά. Εδώ μας προστατεύει η μπλε τσίγκινη στέγη, με τα μακρουλά άσπρα φώτα των δύο λαμπών. Κι όμως στη βορινή πλευρά υπάρχουν κάποιοι που κοιμούνται! Πέρασα μια βόλτα και τους είδα. Άλλοι διπλωμένοι κάτω από τις σωσίβιες λέμβους για προστασία, άλλοι σε παγκάκια. Όλοι τυλιγμένοι με σλίπινγκ μπαγκ ή πετσέτες μπάνιου. Πως αντέχουν; Πάντα αναρωτιόμουν πως αντέχουν αυτοί οι άνθρωποι; Και ποιοι είναι αυτοί που αψηφούν τόσο προκλητικά το κρύο και τον υγρό θαλασσινό αέρα; Να όμως που ανάμεσά τους κοιμάται κι ο Βασίλης . Είναι φίλος της Νικόλ και της Ευτυχίας.
- Όλοι μου οι φίλοι έχουν πεθάνει, μου είπε πριν δυο βράδια στο «Q», λίγο πριν ξημερώσει κι ενώ ο Dj συνέχιζε να βάζει ρεμίξ Μιλόνγκες.
- Από τι; Επιδημία; Τον ρώτησα με το μόνιμο περιπαιχτικό μου ύφος που μέχρι τώρα με έχει μπλέξει σε αρκετούς καβγάδες μαλώματα και παρεξηγήσεις, κατεβάζοντας μια ακόμα τεκίλα.
- Όχι, μου απάντησε εκείνος σοβαρά πίνοντας μια γουλιά από τη βότκα του. Από την πρέζα. Αυτή ήταν ο λόγος που σταμάτησα να παίζω μουσική. Γιατί αλλιώς θα πέθαινα κι εγώ.
Με ψάρωσε πολύ χοντρά. Γύρισα και τον κοίταξα. Ήταν σαρανταπέντε χρονών με μακριά ψαρά μαλλιά πιασμένα πάντα κότσο, μεγάλη κοιλιά και με ένα διαρκώς απλανές βλέμμα.
- Τώρα δεν βγάζω πια λεφτά από τη μουσική. Έκανε μια μικρή παύση σαν να ντρεπότανε γι αυτό και συνέχισε:
- Μια φορά είχα πάει και σε σκυλάδικο... Στο μήνα επάνω δεν άντεξα κι έφυγα. Παρόλο που τα λεφτά ήταν πάρα πολύ καλά...
Ο Βασίλης τώρα κοιμάται. Παρά το φοβερό αέρα κοιμάται. Υποθέτω πως όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί επιδιώκεις να κοιμάσαι με αέρα. Διαλύει κάθε είδους φάντασμα. Ο Βασίλης, άμα σε δει από μακριά θα σε χαιρετήσει πρώτος κι αμέσως! Κι ας μη σε ξέρει καλά. Θα κουνήσει το χέρι του και θα σου χαμογελάσει γλυκά. Αλλά δεν θα σου πιάσει πρώτος κουβέντα. Περιμένει πάντα από σένα την επόμενη κίνηση, την απάντηση. Αν δεν του μιλήσεις μπορεί να κάθεται αμίλητος με τις ώρες στο Q πίνοντας τη βότκα του καπνίζοντας και ακούγοντας τη μουσική του. Πάντα με αυτό το απλανές βλέμμα. Πάντα με αυτό το αδιόρατο χαμόγελο. Αλλά αν του μιλήσεις όμως σου ανοίγει την καρδιά του. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για μουσική. Δεν ξέρω πως ήρθε η κουβέντα. Από κάποιο τραγούδι; Από κάποιο περίεργο ακόρντο; Δεν θυμάμαι και δεν έχει και νόημα. Κι αλήθεια τί μπορεί να έχει νόημα όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί; Όταν έχεις επιλέξει να μην έχεις οικογένεια και ξάφνου στα σαρανταπέντε σου μένεις εντελώς μόνος στον κόσμο; Χωρίς ένα δικό σου άνθρωπο; Τί σημαίνει να έχεις παρελθόν και να μην μπορείς να το μοιραστείς με κανένα; Το έχεις όντως; Το έχεις ζήσει; Μόνο κάποιες φωτογραφίες μένουν να το πιστοποιούν, όπως αυτή που μου έδειξε χθες το βράδυ από το παλιό του συγκρότημα. Με τον ίδιο είκοσι χρόνια νεότερο, τριάντα κιλά ελαφρύτερο κι ακόμα ζωντανό.

Στο απέναντι παγκάκι έχει ξαπλώσει μια κοπέλα. Είναι ακριβώς μπροστά μου. Στα δυο μέτρα. Έχει τυλιχτεί ολόκληρη με το σλίπινγκ μπαγκ και τα μαλλιά της τα έχει πιάσει μ’ ένα φουλάρι με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα χείλη της. Λεπτά, κόκκινα, μακριά χείλη. Σ’ ένα λεπτό πρόσωπο, με λεπτά ζυγωματικά κι ένα λεπτό πιγούνι. Δεν βλέπω τα μάτια της, δεν βλέπω τα μαλλιά της, δεν βλέπω τη μύτη της. Παρά μόνο τα χείλη της. Μου φαίνονται τόσο γλυκά. Μου βγάζουν μια ηρεμία την ώρα που κοιμούνται. Μια γαλήνη. Δεν θα ήταν ωραίο σε μια κοινωνία αντί να χαιρετάς δια χειραψίας ή με το τυπικό ψεύτικο φιλί στο μάγουλο να χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη;

Φεύγοντας από την Αιγιάλη αφήσαμε πίσω μας την Νικόλ, με το καρέ ξανθό μαλλί κομμένο κατηφορικά να ακολουθεί τη γραμμή του σαγονιού της και σαν κουρτίνα να μην αφήνει να φανεί το πανέμορφο πρόσωπό της και την Ευτυχία που από το χειμώνα θα παίζει μουσική στον Εν Λευκώ. Ο αποχωρισμός τους θα μπορούσε να ήταν ένα βαθύ φιλί. Μια αναπάντεχη συνάντηση με κάποια που έχεις καιρό να δεις ένα σβουριχτό φιλί και μια καλημέρα ένα θερμό φιλί. Κανονικά έτσι θα έπρεπε. Τους φίλους- αν είσαι γυναίκα - και τις φίλες - αν είσαι άντρας - κι όσους από τους άγνωστους σε προδιαθέτουν θα έπρεπε να τους χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη. Τα υπόλοιπα ας τα βρρείτε εν καιρώ.
Η κοπέλα απέναντι προσπαθεί να αλλάξει θέση για να βολευτεί καλύτερα. «Μην μου το κάνετε αυτό άγνωστα χείλη! Μην βρείτε μια στάση που να μην βλέπω ούτε κι εσάς.»
Το «Δημητρούλα» κουνάει αρκετά. «Στα καλύτερα σ’ έχω! Στα ώπα – ώπα!» μου ‘γραψε στο μήνυμα του ο Πάρις όταν τον ρώτησα πως θα φύγουμε από εδώ. Κι ο αέρας τελικά συνηθίζεται. Τα πέντε μ’ έξι μποφόρ είναι θέμα συνήθειας. Δίπλα μου όλοι συνεχίζουν να κοιμούνται του καλού καιρού. Οι πιο πολλοί είναι γνωστές φάτσες από το κάμπινγκ. Δεν χόρτασαν ύπνο και τώρα τον αναπληρώνουν. Εμείς να δεις. Τρεις ώρες ύπνος 6-9 το πρωί κάθε μέρα. Μόνο μια παρέα τεσσάρων νεαρών μιλάει χαμηλόφωνα πίσω μου και στη γωνιά ένα ζευγάρι πάει να σχηματιστεί. Ο τύπος είναι το πολύ εικοσιπέντε χρονών ψηλός με αθλητικό κορμί και εμφάνιση. Αν δεν είχε στραβή μύτη θα ήταν σίγουρα μοντέλο. Μπορεί όμως να είναι αθλητής ή ηθοποιός. Στο κάμπινγκ τον έβλεπα πολλές φορές να κοιτιέται αρκετή ώρα στον καθρέφτη προσπαθώντας να σουλουπώσει ένα τσουλούφι από τα κοντά του μαλλιά ή ψάχνοντας κάποια ατέλεια στο δέρμα του. Κυκλοφορούσε μονίμως ημίγυμνος μ’ ένα μπλε μαγιό με κόκκινα λουλουδάκια. Η τύπισσα είναι μπάζο. Καμία σχέση με τη «Μις Χαμόγελο» -ονομασία που της χάρισε ο Ιάκωβος - που ο τύπος πολιορκούσε πέντε ημέρες τώρα. Κρίμα που δεν τα φτιάξανε. Αλλιώς η «Μις Χαμόγελο» δεν θα κοιμότανε τώρα μόνη της στο ανεμοδαρμένο ελικοδρόμιο του «Δημητρούλα». Αλλά για αυτούς θα μιλήσω αργότερα.

Τα λεπτά χείλη απέναντί μου δεν άλλαξαν θέση. Ευτυχώς. Αν δεν είχα κι αυτά να τα κοιτάω δεν θα είχα τί να κάνω. Δεν με πιάνει ύπνος. Και το βιβλίο που έχω φέρει μαζί μου δεν μπορώ να το διαβάσω. Βαρέθηκα όλο τα ίδια και τα ίδια. Ελληνική Λογοτεχνία και άλλες μαλακίες. Οι υπόλοιποι είναι μέσα και κοιμούνται. Εκτός από τον Ιάκωβο που πιθανώς να διαβάζει ξαπλωμένος στη θέση που του καβάτζωσα με το βιβλίο του. Ένα πειρατικό. Δεν ξέρω άλλον άνθρωπο που να διαβάζει πειρατικό βιβλίο!
- Είναι σαν να βλέπεις ταινία με τον Έρολ Φλυν ή με τον Τζόνι Ντεπ μου έλεγε στην παραλία χθες βράδυ. Μου αρέσουν τα βιβλία, είμαι μονίμως μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, αλλά το καλοκαίρι θέλω κάτι ανάλαφρο να ταξιδεύω.
Με το που έδεσε το Δημητρούλα στην προβλήτα της Αιγιάλης και κατέβηκαν οι προηγούμενοι τρέξαμε ν’ ανεβούμε για να προλάβουμε καμιά καλή καβάτζα. Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και τα κινητά πήραν φωτιά για τις ενδοσυνεννοήσεις. Τελικά βρήκαμε μία και χωρέσαμε όλοι. Μόνο που είναι σε πέρασμα , μπροστά από το λογιστήριο, πριν το διάδρομο που οδηγεί στην πρώτη θέση κι έχει φασαρία. Στρώσαμε τα μικρά λεπτά στρωματάκια και τα σλίπινγκ μπαγκ και ξαπλώσαμε. Δηλαδή ξαπλώσανε. Η Μίνα, η νεαρή δικηγόρος που ορκίζεται αύριο και θέλει να παραιτηθεί μεθαύριο και που έχει κρυολογήσει. Η Βάσια που χθες, μια μέρα πριν φύγουμε έπαθε κολικό και την έβγαλε στο κρεβάτι. Η κολλητή της, η μικροσκοπική Ράνια , με τα υπέροχα μπλε μάτια, ο κολλητός της ο Πάνος με τα πράσινα μάτια που του την έπεφταν όλα τα θηλυκά του νησιού, από δεκατετράχρονα έως πενηντάρες και φυσικά οι δύο φίλοι μου, ο Πάρις κι ο Ιάκωβος. Οι έτερος της παρέας - ο Νίκος - έφυγε χτες. Ο Νίκος ήταν ο μόνος εκτός της Ευτυχίας και του Βασίλη που δεν τον ήξερα και που τον γνώρισα στην Αμοργό. Με κέρδισε αμέσως με τις ακριβείς και σωστές δόσεις διακριτικότητας και αμεσότητας. Τους υπόλοιπους μέσω των Πάρι και Ιάκωβου τους ξέρω χρόνια.

Τώρα έχει αρχίσει και φυσάει δυνατά. Παρασέρνει χαρτιά, τα στροβιλίζει και τα εξαφανίζει στο μαύρο σκοτάδι του Αιγαίου. Η τσίγκινη στέγη από πάνω μου τρίζει ολόκληρη. Κάποιοι ξυπνάν από τη φασαρία και μπαίνουν μέσα. Τα γλυκά μου χείλη απέναντι αντέχουν σθεναρά. Ευτυχώς φοράω τη μπλε με άσπρες ρίγες πλεχτή μπλούζα που αγόρασα πριν μια βδομάδα από τα χωριά των Μάγιας και δεν κρυώνω καθόλου. Μόλις είχα επιστρέψει από το Μεξικό. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου .Το ίδιο βράδυ έφυγα για το χωριό μου, κοντά στην Ερέτρια να ευχηθώ στη μάνα μου που γιόρταζε και τη επόμενη, ανήμερα της Μεγαλόχαρης, πήρα το «Φλάι κατ» για Κατάπολα. Και τώρα, Κυριακή βράδυ, έξι ημέρες αργότερα, βρίσκομαι στο πλοίο της επιστροφής.

Η Νικόλ και η Ευτυχία θα επιστρέψουν την επόμενη Κυριακή με τους τελευταίους ταξιδιώτες. - Την Ευτυχία θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ στην παραλία ο Πάρις, εντελώς απροσδόκητα. Δεν ξέρω γιατί δεν μου ‘χει συμβεί ακόμα.
- Μου θυμίζεις τον πρώτο μου έρωτα μου εξομολογήθηκε η Ευτυχία, στο άλλο αφτί, λίγο πριν καταρρεύσει από το αλκοόλ και το όγδοο σφηνάκι τεκίλα. «Μολις σε είδα με τον Πάρη να τρώτε στη ταβέρνα μου κόπηκαν τα γόνατα. Μη με παρεξηγείς, είμαι μεθυσμένη.»
«Μεγάλη μου τιμή» σκέφτηκα να της απαντήσω. Αλλά μου φάνηκε μαλακία.
- Και που είναι τώρα; Ρώτησα τελικά.
- Ξέρω γω; Χυμένη στη μπάρα του Άμμος προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη και το βλέμμα της. Δεν τα κατάφερε με επιτυχία.
- Τελευταία φορά που έμαθα νέα του -πριν δυο χρόνια -δίδασκε φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη. Τώρα δεν ξέρω τι κάνει.
Ύψωσε το ένατο σφηνοπότηρο και ήπιε στην υγειά του. Και στην υγειά της Χαϊδελβέργης. Τη μιμήθηκα. Μόνο που εγώ την τεκίλα την έπινα σκέτη σε χαμηλό ποτήρι. Ούτε καν με πάγο. Για την ακρίβεια Μετζκάλ. Ακόμα χειρότερη και πιο νοθευμένη. Έτσι όπως μου την έμαθε ο Φραντζέσκο, ο μπάρμαν του Revolution μπαρ στο Σαν Κριστόμπαλ . Και επιπλέον αντέχω πια το ποτό.
Στο δέκατο σφηνάκι η Ευτυχία έπεσε από τη μπάρα. Κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, αφού αρνιόταν πεισματικά να φύγει πριν ξημερώσει, την πήγε στο σπίτι της η Νικόλ, που ανεξήγητο πως δεν είχε γίνει λιώμα εκείνη τη βραδιά. Μάλλον από αγάπη για την Ευτυχία, για να είναι σε θεση να την προστατέψει.
- Τη Νικόλ θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ ο Ιάκωβος λίγο πριν, λίγο μετά ; την κατάρρευση της Ευτυχίας. Αλλά είναι τριάντα χρονών και είναι μονίμως μεθυσμένη, γαμώτο...

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2007

1η Ουισκιάλε της Αθήνας

1. Μικρό ιστορικό
Προχθές το βράδυ μια παρέα15 φίλοι, όλοι 30+_, μαζευτήκαμε σ' ένα σπίτι και ιδρύσαμε την 1η Ουισκιάλε της Αθήνας. Επειδή δεν κάναμε την απαραίτητη διαφημιστική καμπάνια και δεν βρήκαμε χορηγούς βάλαμε ρεφενέ και συμπληρώσαμε τα πανάκριβα μπουκάλια που είχε αγοράσει φίλος από το Εδιμβούργο.
2. Σκοπός
Η 1η Ουισκιάλε της Αθήνας αφηγείται μια ιστορία. Μια ιστορία ρήξεων των κακών συνηθειών και διάλυσης παρεξηγήσεων που συνοδεύουν εντελώς εμπειρικά το εκλεπτισμένο αυτό ποτό. Εμείς, ο καθένας από εμάς, είναι το υποκείμενο δρασης που χτίζει τον κόσμο με τα δικά του μάτια και χτίζεται στα μάτια των άλλων. Η 1η ουισκιάλε διεκδικεί την άρνηση και την επανατοποθέτηση στη γευσιγνωσία του γνωστού αυτού ποτού, μέσα από τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου, μ' ένα αίσθημα συμμετοχής και συλλογικής ευθύνης .
3. Αρχαιρεσίες
Α. Ποτέ μην πας σε τέτοια συνάντηση με χωριάτικα λουκάνικα μαζί σου διότι:
α. κανείς δεν θα εκτιμήσει το υποδόριο χιούμορ σου.
β. Υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθείς από όλους αυτούς που θέλουν να σε πείσουν ότι τα καλοκαίρια τα περνούσαν στο οικογενειακό τους κάστρο στα Highlands κι ότι ο παπούς τους ήταν σειρά με τον Bravehart ότι είσαι αρχιχωριάταρος, βλαχαδερό, γύφτουλας.
Β. Ποτέ αλλά ΠΟΤΕ μη ζητήσεις πάγο. Δεν είσαι στην Πέγκυ Ζήνα! Ο πάγος αλλοιώνει τη γεύση. Αν θες - και μόνο για όσα ουίσκι έχουν πάνω από 60 βαθμούς - μπορείς να βάλεις ένα καπάκι(!) εμφιαλωμένο νερό. Όχι βρύσης! Και μόνο ένα. Και φυσικά η κοκα κόλα κτλ απαγορεύονται δια ροπάλου. Αν θες, να πας στο χωριό σου να τα πιεις.
Γ. Δεν γεμίζεις το ποτήρι μέχρι τη μέση! Γύφταρε! Τα ξαναλέω: δεν είμαστε στα μπουζούκια! Για το καλό ουίσκι μια γουλιά αρκεί για να σε βγάλει γκολ.
Δ. Το ποτό συνοδεύεται πάντα με ουδέτερες γεύσεις. Ξεχάστε τα αξιοθρήνητα λαδερά φιστίκια και τα προπέρσινα φρούτα. Θέλει πατέ ελιάς, σολομό, τυρί άπαχο, ροδέλες ντομάτας και (άσχετο!) καρύδια.
Ε. Σήκωσε το ποτήρι σου στο φως και κίνησε το κυκλικά. Αν το ίχνος της κυκλικής γραμμής που θα εμφανιστεί είναι ομαλό τότε το ουίσκι έχει μικρό βαθμό οινοπνεύματος. Αν τα "δάκρυα" που κυλούν στα τοιχώματα κυλούν αργά τότε έχει παλαιωθεί αρκετά.
4. Αποτελέσματα
Α. Διάλεξε ποιανού το μέρος θα πάρεις. Τα ουίσκι διακρίνονται σε τυρφό-φιλα και σερό-φιλα. Τα πρώτα έχουν έντονη μυρωδιά ιωδίου και καπνιστού (που προσωπικά μου θυμίζουν μπεταντίν) και τα δεύτερα είναι πιο γλυκά. Εγώ ανήκω στους δεύτερους. Η διαμάχη ανάμεσα στους σκοτσέζικους οίκους ανάγεται σε αιώνες στο παρελθόν, κάπως σαν το Οξφόρδη-Κέιμπριτζ.
Β. Πριν αρχίζεις να δοκιμάζεις δήλωσε που έχεις παρκάρει. Πιστέψτε με : απαραίτητο!
5. Κατακλείδα
1. Ύστερα από 4-5 ποτήρια ξεκινήστε να παίζετε Παλέρμο (Μαφία) ή κάτι που να εμπλέκει συνομιλία και επιχειρήματα! Θα ρίξετε τρελό γέλιο. Πραγματικά.
2. Μην έχεις κανονίσει να χαράξεις οικόπεδο την άλλη μέρα το πρωί. Κάποιο γείτονα θα κάνεις φτωχότερο.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Κι άλλα παιδιά...

Είχα ακούσει για την κυρία Μίνα από φοιτητής ακόμα, όταν έβγαινα με μια κοπέλα από τη γειτονιά της. Μόλις έμαθα πως ετοιμαζόταν να μετακομίσει έτρεξα να την συναντήσω. Έμενε - και προς το παρών ακόμα μένει - σ' ένα υπόγειο στην οδό Ιακωβάτων στα Πατήσια. Πήρα το μετρό, Ομόνοια αλλαγή και κατέβηκα στον Άγιο Ελευθέριο. Περπάτησα λίγο αλλά τελικά βρήκα την πολυκατοικία. Κλασική της δεκαετίας του 60. Μικρά μπαλκόνια, υπερυψωμένη είσοδος με μαρμάρινα σκαλοπάτια, ξύλινη επένδυση στους τοίχους, μαύρο μάρμαρο στο δάπεδο. Τα 5 σκαλοπάτια της εισόδου της έδιναν εκείνο το ύψος που χρειαζόταν για να βγουν παράθυρα στο υπόγειο και οι δηλωμένες αποθήκες να γίνουν διαμερίσματα. Σ΄ένα απ' αυτά ή καλύτερα σε δύο απ' αυτά γιατί ήταν 2 που τα είχε ενώσει, τα δεξιά της σκάλας, έμενε εδώ και 45 χρόνια η κυρία Μίνα.
Λεπτή φιγούρα, μοντέρνα κόμμωση, σπινθηροβόλα μάτια. Το πρόσωπό της έλαμπε.
-"Επιτέλους φεύγω!"μου είπε πριν ακόμα με δεχτεί στο σπίτι της. "Πέρασε μέσα."
- "Για που το 'βαλες γιαγιά;"
- "Για το Γαλάτσι! Θα μείνω σε 3ο όροφο!Ποτέ ξανά σε υπόγειο. Να σε κεράσω κάτι;"
- "Στο Γαλάτσι; Γιατί τόσο μακριά; Εκεί είναι τα παιδιά;" τη ρώτησα επεξεργαζόμενος το χώρο. Τα μισά πράγματα ήταν ήδη συσκευασμένα. Τα μεγάλα, όπως το βαρύ σένιο και οι ξύλινες ντουλάπες με τα φύλλα - καθρέφτες περίμεναν καρτερικά την ώρα που θα αποχωρούσαν ένδοξα, αγέρωχα, με τα μάτια ανοιχτά.
Η παρατεταμένη σιωπή πίσω μου με έκανε να δαγκωθώ. "Πάλι μαλακία θα είπα" σκέφτηκα.
- "Όχι. Εκεί βρήκα. Άλλωστε εγώ δεν βγαίνω σχεδόν ποτέ. Πότε - πότε έρχεται και με βλέπει ο γιος μου. Γι αυτόν το ίδιο είναι. Έχει μηχανή."
- "Και ποιος θα έρθει να μείνει;" γύρισα να την κοιτάξω ενώ στεκόμασταν στο φως κάτω από μια αναμμένη κίτρινη λάμπα, μέρα μεσημέρι.
- "Ένας μαύρος" μου απάντησε χαμηλόφωνα. "Λοιπόν; σου αρέσει το σπίτι;"
- "Ωραίο είναι." απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη ψέμματα. Είχε τρία δωμάτια, ένα τυφλό μπάνιο, μια τυφλή κουζίνα και δυο παράθυρα απ τα οποία έβλεπες τα πόδια των περαστικών.
- "Ωραίο είναι. Δεν αντέχω άλλο γιέ μου. Δεν αντέχω... Σαρανταπέντε χρόνια είναι πολλά. Πάρα πολλά. Έζησα χαρές και λύπες. Πόσες λύπες... "
-" Έχει λεφτά αυτός ο μαύρος;" απάντησα για ν' αλλάξω το θέμα. Μυρίστικα συγκίνηση. " Γιατί νομίζω ότι οι τράπεζες δεν δίνουν τόσο εύκολα πια."
Η γιαγιά με κοίταξε απορημένη και ξαφνικά άρχισε να κλαίει.
- " Μη μου λες τέτοια γιόκα μου... Μη μου λες τέτοια..." σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της μετανιωμένη και έτρεξε στη στρογγυλή τραπεζαρία. Πήρε μια κορνίζα και ήρθε κοντά μου. Ετεινε το χέρι της να μου τη δείξει χωρίς όμως να με αφήσει να την πάρω. Αυτός είναι ο 2ος γιος μου." Τύλιξε την κορνίζα με τα χέρια της στον κόρφο της σαν να αγκάλιαζε ένα μικρό περιστέρι. "Σκοτώθηκε όταν ήταν 23 χρονών. Με μηχανάκι." η φωνή της είχε σπάσει. Ήταν έτοιμη να ξανακλάψει. Προσπάθησε να το παλέψει, σαν κάποιος να της είχε συστήσει να μην κλαίει, όμως τελικά δεν άντεξε.
- "Και του το 'χα πει του μακαρίτη του άνδρα μου." άρχισε να μονολογεί μέσα σε αναφιλητά, κρατώντας σφιχτά την κορνίζα στην αγκαλιά της. "Του το 'χα πει. Ήθελα πολλά παιδιά. Τουλάχιστον τέσσερα... Αλλά αυτός επειδή ήταν 9 αδέρφια δεν ήθελε...Και να τώρα. Αυτός έφυγε πριν από μένα και με άφησε μόνη στον κόσμο... Δεν λέω το παιδί μου με αγαπάει. Κάνει ό,τι μπορεί... Αλλά εγώ ήθελα κι άλλα παιδιά..."
Αιφνιδιάστηκα. Προσπάθησα να την παρηγορήσω. Είχαμε στο μεταξύ κάτσει στο ντιβάνι του σαλονιού , στρωμένο με κουρελούδες.
- "Αυτά είναι περασμένα γιαγιάκα. Μην τα σκέφτεσαι πια. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς! Σημασία έχει ότι έχεις ένα γιο που σε αγαπάει."
Η γιαγιά σαν να συνήλθε, σκούπισε με το μανίκι τα μάγουλά της και απάντησε.
-"Ξέρεις τί καλό παιδί που είναι ο γιος μου; Δεν υπάρχει καλύτερο. Κάθε μέρα με παίρνει τηλέφωνο. Αυτός μου βρήκε το σπίτι."
- "Ορίστε, τί παραπονιέσαι;"
-" Όχι δεν παραπονιέμαι. Δεν παντρεύεται γιόκα μου. Είναι 39 χρονών και δεν παντρεύεται..."
- "Είναι νέος ακόμα. Μην ανησυχείς Θα παντρευτεί και θα σου κάνει εγγονάκια."
Με κοίταξε συνωμοτικά.
-"Ξέρεις, με μαλώνει. Δεν με αφήνει να με πιάνουν τα κλάματα. Πιστεύει ότι στο καινούριο σπίτι δεν θα με πιάνουν γιατί, λέει, δεν θα έχω τις αναμνήσεις. Αλλά εγώ ξέρω ότι θα με πιάνουν. "
Ξαφνικά τα μάτια της έλαμψαν όπως στην αρχή της συνάντησής μας.
-"Όλη η γειτονιά χάρηκε που θα φύγω!" φούσκωσε από περηφάνια. "Ήρθαν από την πολυκατοικία όλες οι γειτόνισσες να με συγχαρούν. Και θα 'ρχονται λεει να με βλέπουν."
Άνοιξα την εξώπορτα. Μισός αιώνας ζωής μέσα σ' ένα υπόγειο. Πόσο θάρρος χρειάζεται; Πόσο γενναίος πρέπει να είσαι για να το αντέξεις;
- "Να 'ρχεσαι κι εσύ!" ήταν τα λόγια της που με συνόδευσαν μέχρι να ανέβω τα πέντε μαρμάρινα σκαλοπάτια.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο

Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο

Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο

Επανέρχομαι με το ποίημα του Λαπαθιώτη γιατί κατάφερα (επιτέλους !) να αναρτήσω τη δική μου εκδοχή στη μουσική του επένδυση (το χρώσταγα στο serifaki).
Καλή ακρόαση.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μια θάλασσα



Μια φίλη μου ξέροντας την αδυναμία μου για τη μελαγχολία που μου γεννούν οι χαμένες κοιτίδες του ελληνισμού με προσκάλεσε χθες βράδυ στην παρουσίαση ενός βιβλίου της συγγραφέως Καίτης Μαυρομάτη με θέμα : «Τα χρόνια της Αλεξάνδρειας»(εκδόσεις Ερμής). Δεν γνωρίζω τη συγγραφέα, ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο της. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω. Μία φράση της όμως στην πρόσκληση μου θύμισε κάτι πάρα πολύ οικείο: «...ώσπου είκοσι πέντε χρόνια μετά επέστρεψα στη γενέθλια γη και τότε στη μυρωδιά της... βρήκα το κλειδί που άνοιξε τις πόρτες της καρδιάς μου για να σας διηγηθώ το δικό μου έρωτα γι αυτή την πόλη.»
Ήμουν 2ετής φοιτητής όταν η Θεά Τύχη μου έστειλε δώρο ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Να συνταξιδέψω σ’ ένα ναυλωμένο από το σύλλογο Αλεξανδρινών καράβι που έκανε τη διαδρομή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια με σκοπό τον εορτασμό των 150 χρόνων της ελληνικής κοινότητας αλλά κυρίως να επιστρέψουν οι Αλεξανδρινοί για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, στα μέρη που μεγάλωσαν. Αντιγράφω απ΄το ημερολόγιό μου.

Τώρα είμαι στο κατάστρωμα. Κάνω βόλτες πάνω-κάτω και σιγοτραγουδάω ό,τι μελωδία μου κατεβαίνει στο μυαλό. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κανείς άλλωστε δεν έχει διάθεση για ύπνο. Μόλις γυρίσαμε από το Κοινοτικό Στάδιο και την εκδήλωση με το Λαζόπουλο, τους χορούς της κοιλιάς και άλλα φολκλορικά για την επέτειο των 150 χρόνων της Κοινότητας και η ευτυχία μαζί με μια γλυκιά κούραση αποτυπώνεται στα πρόσωπα όλων. Κανείς δεν θέλει να πάει για ύπνο. Όλοι ζητούσαν να σχολιάσουν, να συγκρίνουν, να ξαναθυμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, παράτησα μια παρέα φοιτητών που έχω γνωρίσει και ανέβηκα στο δεύτερο κατάστρωμα. Η ζέστη παραμένει αποπνιχτική, Οκτώβρης μήνας, σαν ένα τυπικό αυγουστιάτικο αθηναϊκό βράδυ.
Δεν έχω καταφέρει να βρω καρτοτηλέφωνο. Κάπου είδα, αλλά όλο και κάπου έπρεπε να πάω, όλο και κάτι είχα να προλάβω κι έτσι δεν έχω ακόμα τηλεφωνήσει ούτε στους δικούς μου αλλά κυρίως ούτε σ’ αυτήν. Θυμάμαι – παράξενο – εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκα στο καταφύγιο στον Όλυμπο, στο οροπέδιο των Μουσών. Πόσο πολύ ήθελα να είναι μαζί μου! Να ζούμε μαζί τέτοιες στιγμές! Εμπειρίες συγκλονιστικές, μοναδικές, ανεπανάληπτες που μόνο όταν τις μοιράζεσαι ολοκληρώνονται. Πώς να της εξηγήσω αυτήν την ατμόσφαιρα; Αυτό το μεγαλείο ψυχής; Αυτή την ψυχική ανάταση; Το κλάμα της κυρίας μπροστά στην πατρική της πόρτα; Τη βουβή, ψαλιδισμένη υπερηφάνεια μπροστά στο εντυπωσιακά λιτό και απέριττο Αβερώφιο Γυμνάσιο των μαθητικών τους χρόνων με τις μαρμάρινες σάλες και τα άρτια εργαστήρια Χημείας και Φυσικής, που κάποτε φιλοξενούσε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τέσσερις χιλιάδες όνειρα και τώρα μόνο τετρακόσια; Πώς να της εξηγήσω την αγαλλίαση στη θέα του οροπεδίου των Μουσών και του καταφύγιου από το μονοπάτι, μετά από οκτώ ώρες ανηφόρας, σφιγμένων δοντιών, πείσματος και μόνο πείσματος;
Με την άφιξή μας στο λιμάνι και αμέσως μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων αναχωρήσαμε με πούλμαν για την πανηγυρική δοξολογία στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο πρόξενος (Κωστής Μοσκώφ, αν άκουσα καλά). Η κατάνυξη στον καλοδιατηρημένο και πλούσιο Ναό ήταν πολύ δυνατή για όλους. Ακόμα και για μένα που δεν πάω ποτέ μου εκκλησία. Η ησυχία, η ευλάβεια, η συγκίνηση, σε ένα μείγμα θρησκευτικότητας, ελληνισμού και νοσταλγίας - που όμοιο του δεν έχω συναντήσει σε καμία συνοικιακή εκκλησία της Αθήνας διαπερνούσε κάθε κύτταρο του οργανισμού, κάθε ανεξερεύνητο νεύρο του εγκεφάλου, κάθε βαθιά κρυφή πτυχή της καρδιάς μου. Οι ηλικιωμένοι, δακρυσμένοι, δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη, παρά εισέπνεαν τη ζωή που είχε εγκλωβιστεί για μισό αιώνα στον Ιερό Ναό, στο περίτεχνο τέμπλο, στους πολυέλαιους, στις βυζαντινές εικόνες και στα μανουάλια. Αν κάποιος έστυβε την υγρή συγκινησιακή ατμόσφαιρα μέσα στο Ναό θα μάζευε σταγόνες από το ελιξίριο της ζωής...
Μετά τη δοξολογία η αποστολή πέρασε στο Πατριαρχείο πίσω από το ναό όπου μας καλωσόρισε η εμβληματική μορφή του Πατριάρχη Φώτιου και στη συνέχεια το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο μέχρι τις 18.30 όπου έπρεπε να παρευρεθούμε στην τελετή αποκάλυψης αναμνηστικής πλάκας και προτομής του Μ. Αλεξάνδρου στο Σάτμπι. Κάναμε βόλτες.
Η πόλη είναι τόσο ζωντανή, που συγκινεί τους συνταξιδιώτες μου ακόμα πιο πολύ. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μικροπωλητές και τελάληδες παντού, τα τραμ παραφορτωμένα. Ταμπέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πολύχρωμες με τα χαρακτηριστικά αραβικά γράμματα μου θύμιζαν την περιοχή στον Πειραιά γύρω από το σταθμό του τρένου, ή το πρωινό Μοναστηράκι. Η οικειότητα που ένιωθα χαζεύοντας την αγορά, τα μαγαζιά με τα τελάρα και τους πάγκους, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά και τα γλυκά, τα κτίρια, τις πολυκατοικίες, τα μικρά διώροφα σπιτάκια, τα ξύλινα χρωματιστά παντζουρόφυλα, τα σιδερένια μαύρα κάγκελα, τα κατεβασμένα ρολά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα παλιά Λάντα ή Ζάσταβα, ακόμα και η κατουρίλα, το γκρίζο και η αίσθηση εγκατάλειψης ήταν εντυπωσιακή. Παρά τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τις ημισέληνους, τα αραβουργήματα και τις αραβικές επιγραφές ένιωθα σαν να τα ήξερα από χρόνια, σαν να τα είχα ξαναδεί. Συμμερίζομαι άραγε τη συγκίνηση των συνταξιδιωτών μου, συμμετέχω κι εγώ στο ταξίδι τους στο παρελθόν ή η Αλεξάνδρεια κατάγεται από τον ίδιο μονοκύτταρο οργανισμό που προέρχεται η Ελλάδα κι ίσως όλη η αυτή η γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου;
Ακολούθησα τη θεία μου στο σπίτι που γεννήθηκε. Το εντόπισε αμέσως και χωρίς δισταγμό, παρά τα σαράντα χρόνια που είχε να το δει. Μια εξαώροφη πολυκατοικία κατασκευής 1928. Μου θύμισε το κτίριο της Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους. Ανέβηκε ενθουσιασμένη από το μεταλλικό ασανσέρ, κοντοστάθηκε με αγωνία στην πόρτα, χτύπησε ήρεμα το κουδούνι και μόλις της άνοιξε μια μεσήλικη πληθωρική Αιγύπτια λύθηκε, μπροστά στην εμβρόντητη γυναίκα, σε κλάματα. Ήταν η κόρη της παλιάς τους υπηρέτριας. Η γυναίκα την αναγνώρισε αμέσως την αγκάλιασε και κλάψανε μαζί. Αυτό ήταν.
Η συσσωρευμένη συγκίνηση του ταξιδιού είχε πλέον βρει το δρόμο να εκδηλωθεί. Όλοι δάκρυζαν. Από όπου κι αν περνάμε, κάποιος κάτι θυμάται και το αναφέρει με δάκρυα στα μάτια ή ακόμα πιο συγκινητικό, θα συναντήσει ένα παλιό του φίλο στη μέση του δρόμου και θα αγκαλιαστούν μέσα σε δάκρυα.
Μόνος στο κατάστρωμα, βηματίζω νευρικά μπρος – πίσω, μέσα στην αποπνιχτική ζέστη, πότε ακουμπώ στην κουπαστή και πότε χαζεύω την νυχτερινή Αλεξάνδρεια, τα αστέρια, τα φώτα, τις μυρωδιές, τους ήχους. Στη μικρή τσέπη της μπανάνας μου, έχω το στυλό και αυτό το φτηνό, μικρό, άσπρο, σπιράλ σημειωματάριο. Δυο στίχοι μου ‘χουν έρθει στο μυαλό: «Μια θάλασσα απόψε σε προσμένει, ό,τι μας χωρίζει και μας δένει / η σκέψη σου μονάχα με ημερεύει κι αυτό το πλοίο μόνο ταξιδεύει».
Έχουν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που τη φίλησα, σε εκείνο το παγκάκι στη Βουλιαγμένη, από την άλλη μεριά αυτής, της ίδιας θάλασσας.
- Πίστευα ότι δεν με ήθελες, της είχα πει ένα βράδυ μερικές νύχτες αργότερα χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα πόδια μου σε ένα πεζούλι του Άη Γιώργη, στον Λυκαβηττό. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι.
-Εγώ , βρε κουτό, δεν σε ήθελα; Από την πρώτη μέρα που σε είδα κάτι με χτύπησε, σαν αστροπελέκι!
-Ποιά πρώτη; Την πρώτη - πρώτη μέρα;
-Μα και βέβαια! Μόλις μπήκα στην αίθουσα, θυμάσαι; Πού γύρισες να με κοιτάξεις;
-Αν θυμάμαι λέει! Μα δεν σου φάνηκε καθόλου! Δεν έκανες τίποτα απολύτως! Σε κοίταζα συνέχεια. Και τότε και πιο μετά. Αλλά εσύ ούτε μια στιγμή!
Από την μία άκρη της Μεσογείου σκεφτόμουν μια κοπέλα στην άλλη. Μια Μεσόγειος και άπειρη αγάπη ανάμεσα μας... Ο αέρας ζεστός, τα νερά ήσυχα...Η Αλεξάνδρεια μπροστά και η Αθήνα πίσω μου...Πίσω μου το μέλλον, μπροστά το παρελθόν....
Το βλέμμα μου τραβάει τώρα ένα παγκάκι στην αποβάθρα, δίπλα στο πλοίο. Ίσως σε αυτό το παγκάκι ένα νεαρό ζευγάρι Αιγυπτίων να έχει φιληθεί εκεί για πρώτη φορά. Ή μπορεί κάποιος από τους Αλεξανδρινούς συνεπιβάτες μου, πριν από πενήντα χρόνια. Ίσως και η θεία μου. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, σαν αυτό της Βουλιαγμένης. Με θέα τη θάλασσα, με θέα τη Μεσόγειο. Σκέφτηκα την Τζασμίν από την Κωσταντινούπολη, και τη συζήτησή μας εκείνο το βράδυ στο καταφύγιο των Μουσών στον Όλυμπο. «Οι Έλληνες επιθετικός λαός. Οι Έλληνες κάνουν παραβιάσεις. Οι Έλληνες απειλούν τα νησιά μας». Αν έβγαζες τους Έλληνες και έβαζες Τούρκους είχες το ίδιο πράγμα. Καμία διαφορά. Τα ρούχα της, τα αγγλικά της, οι μουσικές της. Ίσως η Τζασμίν να είχε κι αυτή ένα δικό της παγκάκι εκεί στο Βόσπορο, όπου θα είχε πρωτοφιληθεί... Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μία θάλασσα...