Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Η Φωνή

Η φωνή από το τηλέφωνο μου φάνηκε περίεργη. Ήταν ένα τηλεφώνημα ρουτίνας. Σαν όλα τ' άλλα. Αλλά η φωνή από την άλλη άκρη πρόδιδε μια αγωνία, μια προσμονή, μια αδιόρατη ελπίδα. Κι ας ήταν καλά κρυμμένη. Ήταν ένα "εμπρός" όλο μοναχική λύπη. Κι όταν είπα ποιος ήμουν και τι ήθελα μου φάνηκε πως άκουσα ένα ανεπαίσθητο αναστεναγμό διάψευσης. Αναστατώθηκα. Τί ήταν αυτό που θύμισα; Ποιο μηχανισμό μνήμης σάλευσα; Ποια μυρωδιά προς στιγμήν ανέδυσα; Αποφάσισα να πάω να δω τη φωνή. Από που προέρχεται και που οφείλεται. Δεν είχα καμία δουλειά και κανένα λόγο. Ίσως να με υποκίνησαν οι τύψεις μου για εκείνη την εκδοχή του μέλλοντος στην οποία πάντα είμαι εγώ ο φταίχτης κι ο ανίκανος. Όμως ήθελα να πάω. Αφορμή η ίδια. Ταυτοποίησα τηλέφωνο και διεύθυνση και ξεκίνησα. Ψηλά στο Βύρωνα, κοντά στο θέατρο. Πως πάνε εκεί;
Ποτέ δεν είχα πάει εκεί μέρα. Πάντα βράδια σε συναυλίες και παραστάσεις. Δεν ήξερα ποιο λεωφορειο περνάει και πήγα με το αυτοκίνητό μου. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά διώροφα σπιτάκια, με τη στενή αυλίτσα, που η είσοδός τους είναι από μια σιδερένια πόρτα πάνω στο πεζοδρόμιο που αφού σε ανεβάζει 2-3 μαρμάρινα σκαλάκια σε οδηγεί μέσα από ένα μικρό διάδρομο στην είσοδο της οικίας. Με υποδέχτηκε ένα κατάξανθο λαμπραντόρ.

-" Στο σπίτι σου εσύ! Γρήγορα!" Αναγνώρισα τη φωνή. Αυτή τη φορά ήταν επιτακτική. Μια καλοσυνάτη κυρία γύρω στα εξήντα με καλωσόρισε και μου έκανε νόημα να περάσω μέσα.
-"Έλα μέσα. Τι στέκεσαι εκεί έξω;"

Διστακτικός που έφτανα κοντά στην πηγή του μυστηρίου μου προχώρησα μερικά βήματα. Το σαλόνι ήταν πολύ μικρό κι έκανε γωνία χάνοντας πολύτιμο χώρο. Στη δεξιά γωνία δεν είχα ορατότητα και μάντεψα ότι εκεί πρέπει να είναι η κουζίνα. Σωστά. Παλιά ντουλάπια, μαρμάρινος πάγκος και νεροχύτης. Επίσης μαρμάρινος, βαθύς , από αυτούς τους παλιούς που στα περισσότερα παλιά σπίτια συνήθως κυκλοφορούν κατσαρίδες. Όχι όμως στην κουζίνα αυτή. Έλαμπε κι άστραφτε σαν να την τρίβουν ώρες κάθε μέρα.
-"Ωραίο σκυλί έχετε." είπα για να σπάσω τον πάγο. "πόσο είναι;" Ταυτόχρονα κοίταζα το σαλόνι. Μια στριφογυριστή μεταλλική σκάλα που κρεμόταν από το ταβάνι ανέβαινε στον πάνω όροφο. Αντί για κουπαστή είχε κάγκελα που έφταναν κι αυτά μέχρι το ταβάνι. Σαν ένα κλουβί που συγκοινωνούσε με τον επάνω όροφο και ανεβοκατέβαζε γιγάντια πειραματόζωα. Επάνω προφανώς ήταν τα υπνοδωμάτια. Όχι πολλά. Κρίνοντας από το σαλόνι και την τραπεζαρία μάλλον δύο μεγάλα. Μαύρο μάρμαρο στο πάτωμα και βαριά έπιπλα της δεκαετίας του '60 συμπλήρωναν τον χώρο. Πάνω στον μπουφέ - αντίκα της στριμωγμένης τραπεζαρίας πρόσεξα μια ολόχρυση μεγάλη κορνίζα με ένα αντρικό πρόσωπο. Ταυτόχρονα η φωνή είπε:
-"Δεν είναι δικό μου. Είναι του γιου μου." μου απάντησε αγνοώντας εντελώς τη δεύτερη ερώτησή μου. Πλησίασε στη φωτογραφία. "Σπουδάζει στην Κέρκυρα. Αυτή εδώ είναι η αρραβωνιαστικιά του." μου έδειξε τη διπλανή φωτογραφία μιας πανέμορφης ξανθιάς κοπέλας σε μαύρο φόντο, που ταίριαζε με το μάρμαρο του πατώματος, πολύ έντονα βαμμένης και περιποιημένης σαν να είχε τραβηχτεί
από μπουζούκια.

-"Συγχαρητήρια" απάντησα με το πιο πλατύ και ευγενικό χαμόγελό μου. "Καλά στέφανα."
-"Μακάρι γιε μου. Μακάρι..." ψέλλισε η κυρία.
-"Γιατί μακάρι; Δεν τα πάνε καλά;"
-"Αγνοείται. Ο γιος μου αγνοείται εδώ και δεκαπέντε μήνες."
Σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα. Πιο μαύρη από το μάρμαρο και το φόντο της κορνίζας. Χαμήλωσα το κεφάλι. Τότε πρόσεξα κι άλλη μία του πάνω στο μικρό τραπεζάκι του καναπέ.
-"Πως έγινε;" ρώτησα χαμηλόφωνα με αυτό το γλοιώδες αίσθημα συμπάθειας και κατανόησης. "Ο γιος μου σπούδαζε στη Κέρκυρα. Σαν φοιτητής έμπλεξε με αυτή την ιστιοπλοΐα. Του αρέσει πάρα πολύ. Του έλεγα εγώ " τι τα θες και μπλέκεις με κάτι που δεν είναι δικό σου; Αφού δεν είσαι ναυτικός; Τί τα θες αυτά τα πράγματα;" "Όχι μάνα, μου αρέσει πολύ. Τί θες να γίνω; Μεταφραστής; Άσε με να κάνω αυτό που με γεμίζει όσο τίποτ' άλλο!" μου 'λεγε συνέχεια. Και να τα καμώματα!". Έτεινε τη φωτογραφία προς το μέρος μου κι έκατσε σε μια καρέκλα. "Πέρυσι το Μάρτιο" συνέχισε "τον έστειλαν μαζί με τον συνέταιρο του να πάει στην Ιταλία να παραλάβει μια οικογένεια και να τους πάει, λέει, Κροατία. Είχαν χαρεί. Πολλά λεφτά. Κάπου στα μέσα τούς βρήκε καταιγίδα. Βρήκαν το σκάφος γυρισμένο ανάποδα και το Νίκο νεκρό μίλια μακριά. Ο Μπάμπης πουθενά..." Σώπασε για λίγο. Γύρισε και με κοίταξε, που στεκόμουν ακόμα όρθιος κρατώντας την ανάσα μου. "Θα μου πεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Δεν ξέρω... Αλήθεια δεν ξέρω. Όλα είναι τόσο παράξενα. Πήγαμε παντού. Στην Ιταλία, στην Κροατία, στην Κέρκυρα, στην Αστυνομία, σε ντεντέκτιβ, στη Νικολούλη. Παντού. Δεν ξέρω...Αν ακούσεις κάτι, αν μάθεις κάτι...ε; με κοίταξε ικετευτικά και συμπλήρωσε: "όσο πιο πολλοί το ξέρουν τόσο το καλύτερο..."
Βγήκα έξω από το σπίτι θέλοντας να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Στον καθαρό αέρα του Βύρωνα. Δεν είχα ξανασυναντήσει μάνα αγνοούμενου. Η μόνη επαφή που είχα ήταν από διάφορες διηγήσεις παππούδων και από τα αφιερώματα στα περιοδικά για τις μάνες στο Λήδρα Μάριοτ. "Παλιά πήγαιναν από χέρι συνανθρώπου, ακόμα κι αδερφού. Τουλάχιστον τώρα πάνε από την προσπάθεια να τιθασεύσουν τη φύση, να πετύχουν το ακατόρθωτο..." ήταν η μόνη παρήγορη μαλακία που σκέφτηκα.

4 σχόλια:

piece de resistance είπε...

μου αρεσε πολυ αυτο το ποστ ειδικα και το οτι σε βρηκα μεσω φιλων.Γραφουμε τραβαμε βιντεο και
εικονες μετεγραφουμε τηνπραγματικοτητα οπως την αντιλαμβανεται ο καθενας..καλη αρχη

Παράξενος Ελκυστής είπε...

Καλή αρχή! Και καλοδεχούμενος! Ελπίζω να μη χαθούμε!

piece de resistance είπε...

να χαθουμε? δυσκολο θα βρεθουμε στις τυχαιες διαδρομες

Παράξενος Ελκυστής είπε...

Ωραία λοιπόν! Για να μην είναι οι διαδρομές μας τυχαίες σε αναρτώ στα λίνκ μου. Πάρα πολύ ωραίο το μπλογκ σου! Αν προσωπικά δεν εγκρίνω - καθαρά για λόγους διάσωσης της έρημης της γλώσσας μας - που τα μισά τα γράφεις στα Αγγλικά. Το μόνο που μας έχει μείνει είναι αυτή η "γλώσσα στις αμμουδιές του Ομήρου" που λέει κι ο Ελύτης.
Αλήθεια πως κάνουνε το φόντο μαύρο; Δεν μπορώ να τα καταφέρω.