Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008
ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ Φ. ΛΟΡΚΑ
"η τέχνη κι' η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ' όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδεις κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου Λόρκα
υπό των φασιστών
Μα επί τέλους! Ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
- και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς"
Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτά τα λόγια μού ακούγονται - μέσα σε όλη αυτή τη σήψη και την ανηθικότητα που αναδύει το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, ανάμεσα σε ξεπουλημένους και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς και παράγοντες, ανάμεσα σε συμψηφιστικές και κουκουλωτικές πολιτικές πρακτικές - πιο επίκαιρα από ποτέ.
Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008
TO ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ CD
Έτσι όταν μια φίλη μου μου είπε για μια πολύ όμορφη μονοκατοικία που στον επάνω όροφο ταλαντώνονται δεκάδες μικρά δισκάκια αποφάσισα να πάω να την επσκεφτώ. Πήρα το μετρό για Δάφνη και μετά κατέβηκα την Παπαναστασίου προς Νέα Σμύρνη. Λίγο πριν την Πυροσβεστική έστριψα αριστερά, ρώτησα δυο τρεις περαστικούς και τελικά την βρήκα. Πράγματι ήταν πολύ όμορφη . Παλιά διώροφη, γωνιακή, με ένα κήπο που αν τον φρόντιζαν θα ήταν πολύ ωραίος , είχε μπροστά της έναν πολύ μεγάλο πεζόδρομο αρκετά μέτρα πλατύ, που της προσέδιδε μια άπλα και μια ανοιχτάδα, σπάνια για Αθήνα.
Ο μαντρότοιχος όμως πρόδιδε κάτι. Έδειχνε κάποια ανησυχητικά σημάδια παραίτησης. Ξεφτισμένος, με τους σοβάδες ξεφλουδισμένους, κίτρινος από τη βρώμα έδινε την εντύπωση πως κάτι δεν πάει καλά.
Οι τέντες σε όλο το περιμετρικό μπαλκόνι κατεβασμένες. Δεν είχε ήλιο και σε τέτοιο ωραίο σημείο ήταν κρίμα που τις είχαν κατεβάσει. Αλλά από το κατεβασμένο μπράτσο των τεντών κρέμονταν δεκάδες cd. Κατάλαβα ότι δεν τις σηκώνουν ποτέ.
Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα. Μου άνοιξε μια παχουλή κυρία γύρω στα πενήντα, που ούτε που μου έδωσε σημασία. Ήταν απασχολημένη να μιλά στο κινητό της. Με το που έκανα ένα βήμα στο σαλόνι με χτύπησε μια αποπνιχτική μυρωδιά. Κατουρίλα, σκατίλα, κλεισούρα, εμετίλα όλα μαζί. ΄Εκανα να φύγω αλλά μια τρύπα στον τοίχο που είχε πρόχειρα κλειστεί με τούβλα μού τράβηξε την προσοχή.
-Από τότε που πέθανε ο κουνιάδος μου κανείς δεν ασχολείται με το σπίτι, απολογήθηκε λίγο πριν απαντήσει σε άλλο ένα τηλεφώνημα η χοντρή κυρία δείχνοντας με το δάχτυλό της στο βάθος του δωματίου. Κι ύστερα συνέχισε:
-Ναι, ναι εγώ είμαι. Ναι. Εγώ. Ναι στη λαϊκή του Αγίου Νεκταρίου, την άλλη Πέμπτη. Πόσα θέλετε; 30; Δεν γίνεται. Δεν προλαβαίνω. Από βδομάδα και βλέπουμε.
Ξαναγύρισε σε μένα : Μπείτε σε όποιο δωμάτιο θέλετε αλλά όχι σε αυτό εδώ. Μου έδειξε μια σπασμένη, ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Εδώ έχω τα σκυλιά. Καλύτερα μην μπείτε.
Στο μεταξύ, μέσα στο σκοτάδι του χώρου που, μέρα μεσημέρι, επέβαλλαν οι κατεβασμένες τέντες, τα κλειστά αν και τρύπια παντζούρια και τα σβηστά φώτα προσπαθούσα να ξεχωρίσω τι ακριβώς μου έδειχνε. Και τότε κατάλαβα. Δυο κολώνες είχαν φυτρώσει στις άκρες του σαλονιού, προσθήκη και ενίσχυση του από πάνω ορόφου.
- Όλα αυτά τα είχε αναλάβει ο κουνιάδος μου, χρυσός άνθρωπος, μερακλής, έπιανε το χέρι του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να τα χαρεί. Από κάτω μένει η αδερφή μου, μου ξαναείπε ενώ το κινητό της ξαναχτύπησε για έκτη φορά μέσα στα πέντε λεπτά που ήμουν εκεί.
Έκανα μια μικρή βόλτα κρατώντας την ανάσα μου. Χαρτοκούτες πεταμένες εδώ κι εκεί παραγεμισμένες με διάφορα που αντικείμενα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, εικονίσματα καρφωμένα στα γυμνά τούβλα, σπασμένα τραπέζια, ένας εκτυπωτής αφημένος πάνω σ’ ένα νεσεσέρ, ένας τεράστιος αρκούδος, μια ασπρόμαυρη τηλεόραση, πεταμένα χαρτιά , ένα μηχάνημα φαξ στην τουαλέτα. Το σκηνικό συμπλήρωναν κάτι κίτρινοι αρρωστιάρικοι λιγδιάρικοι πολυέλαιοι. Είχα ξεχάσει τα cd του μπαλκονιού, ούτε καν που θέλησα να τα δω. Χαιρέτησα κι έκανα να φύγω. Η κυρία με συνόδευσε μέχρι την πόρτα καθώς συνέχιζε να δέχεται παραγγελίες για άλλες λαϊκές. Βγήκα στον ασοβάτιστο διάδρομο με το γυμνό, χωρίς μαρμάρινη επένδυση πλατύσκαλο και ξαφνικά έκανα μεταβολή.
-Να σας ρωτήσω κάτι; Ο κουνιάδος σας πότε πέθανε;
- Ου! Πάνε δέκα χρόνια τώρα, Θεός σχωρές τον!
Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008
Κ. ΟΠΩΣ Π.Ε
Κλαζομενών 1-3 10400 Αθήνα, τηλ: 210-3306286 φαξ: 210-3303566
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 7/1/2008
Σοβαρό κρούσμα ρατσιστικής βαναυσότητας και κατάφορα αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς των αστυνομικών της ΕΛ.ΑΣ: Σήμερα στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα αστυνομικοί κακοποίησαν μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία και συνέλαβαν περαστικό, εθελοντή του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών, επειδή κατέγραφε με την κάμερά του τη σύλληψη!
Συγκεκριμένα, ομάδα 5-6 αστυνομικών του Α.Τ. Παγκρατίου, συνέλαβε μετά από κινηματογραφική καταδίωξη στη μέση της λεωφόρου Φιλελλήνων - την ώρα που περνούσαν αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά - μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία. Πατώντας τον κάτω με πόδια και με χέρια στο σώμα και στο κεφάλι, σε μια επίδειξη βαρβαρότητας, ακινητοποίησαν τον άτυχο μετανάστη που έχει νομιμοποιητικά έγγραφα αλλά όχι άδεια μικροπωλητή. Δεκάδες περαστικοί σοκαρισμένοι από την αστυνομικοί βία σταμάτησαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς. Ένας από αυτούς, ο Π. Ε, έτυχε να έχει μαζί του κάμερα και κατέγραψε όλη τη σκηνή της σύλληψης. Οι αστυνομικοί του ζήτησαν να σταματήσει τη λήψη, και όταν εκείνος αρνήθηκε λέγοντάς τους ότι δεν κάνει τίποτε παράνομο, τον συνέλαβαν μαζί με άλλον ένα περαστικό που διαμαρτυρήθηκε έντονα και μαζί και με το μικροπωλητή οδηγήθηκαν στο Α.Τ. Ακροπόλεως, όπου κρατούνταν μέχρι αργά.
Στο τμήμα έσπευσαν μέλη και δικηγόρος της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό, 4-5 έλληνες συμπαραστάτες που δήλωσαν ότι θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης του μικροπωλητή που κατηγορείται, εναντίον της ρατσιστικής συμπεριφοράς των αστυνομικών και σε υπεράσπιση του Π.Ε, ο οποίος κρατούνταν ακόμα μέχρι τις 9:30 το βράδυ χωρίς ακόμα να του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες! Επίσης κράτησαν την κάμερά του με το επίμαχο βίντεο στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας και αρνούνταν επίμονα να απαντήσουν στις ερωτήσεις του δικηγόρου του εάν κατηγορείται για κάποιο αδίκημα και γιατί δεν τον αφήνουν ελεύθερο. Ο μικροπωλητής θα οδηγηθεί αύριο στο αυτόφωρο, και πολύ πιθανό είναι το ίδιο να συμβεί με τον έλληνα που τράβηξε το επίμαχο βίντεο, όταν και αν οι αστυνομικοί αποφασίσουν να απαγγείλουν κατηγορίες, ενώ δε δέχονται να απαντήσουν στις επίμονες ερωτήσεις των δικηγόρων.
Φαίνεται ότι οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ έγιναν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις κάμερες και θεωρούν προσωπικό τους δεδομένο ένα βίντεο που καταγράφει την κακομεταχείριση μετανάστη από τους ίδιους μέρα μεσημέρι στο Σύνταγμα, ενώ την ίδια στιγμή ο κ. Χατζηγάκης υπεραμύνεται της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των διαδηλωτών από τις κάμερες της ΕΛ.ΑΣ.
Εμείς απαιτούμε:
Την άμεση απελευθέρωση του μετανάστη μικροπωλητή
Την απόδοση ευθυνών στους ρατσιστές αστυνομικούς για τη ρατσιστική βία
Την άμεση απελευθέρωση του Π.Ε. και την επιστροφή της κάμεράς του καθώς και άθικτου του βιντεοσκοπημένου υλικού
Νομιμοποίηση και χορήγηση άδειας μικροπωλητή σε όποιο μετανάστη το επιθυμεί
Άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες
2)ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Α΄ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον κ. υπουργό Εσωτερικών
Θέμα: Παράνομη συμπεριφορά αστυνομικών οργάνων
Την Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008, στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα ομάδα αστυνομικών του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου συνέλαβε μικροπωλητή που δεν είχε την απαιτούμενη άδεια. Τον ακινητοποίησαν πατώντας τον κάτω με τα πόδια και τα χέρια στο σώμα και στο κεφάλι. Δεκάδες περαστικοί, σοκαρισμένοι, διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς για την άσκοπη χρήση βίας, ενώ ένας από αυτούς, ο Π.Ε, πολιτικός μηχανικός, εθελοντής στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, κατέγραψε με την κάμερά του τις σκηνές, θεωρώντας ότι στοιχειοθετούν παράνομη χρήση βίας από την πλευρά των αστυνομικών.
Στο τέλος οι αστυνομικοί θεώρησαν σκόπιμο να συλλάβουν εκτός από τον μικροπωλητή και τον κ. Π.Ε, καθώς και άλλον έναν πολίτη που διαμαρτυρόταν για τα συμβάντα. Ο δεύτερος αυτός πολίτης αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τον κ. Π. Ε, παρ’ όλο που προφανώς οι πράξεις του είχαν μόνο στόχο την υπεράσπιση της νομιμότητας. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Κρατήθηκε μέχρι αργά το βράδυ υπό την απειλή της προσαγωγής του στο αυτόφωρο. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες, μόνο αφού δέχθηκε να σβήσει από την ψηφιακή του κάμερα το οπτικό υλικό που είχε καταγράψει. Ακόμη και τότε, στην έξοδο από το αστυνομικό τμήμα τον συνόδευσε η απειλή ότι η υπόθεση δεν έχει μπει στο αρχείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη (άγνωστο με ποια κατηγορία). Το γεγονός κατήγγειλε η Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό» που κινητοποιήθηκε για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του μετανάστη και των συμπαραστατών του.
Με δεδομένο ότι:
§ το τελευταίο διάστημα –με αφορμή την παράδοση του DVD της υπόθεσης Ζαχόπουλου στον εισαγγελέα– η κυβέρνηση διατυμπανίζει την πεποίθησή της ότι κάθε οπτικό υλικό που πιθανώς να καταγράφει παράνομες πράξεις θα πρέπει να παραδίδεται στη δικαιοσύνη.
§ το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την χρήση των καμερών στους δρόμους, αλλά και σε διαδηλώσεις –σε πλήρη αντίθεση με την Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων– ήταν ότι μπορούν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη αξιόποινων πράξεων
Ερωτάται ο κ. υπουργός
1. Αν αποτελεί πολιτική της κυβέρνησης η καταστροφή αποδεικτικού υλικού για πιθανές παράνομες ενέργειες αστυνομικών οργάνων.
2. Αν προτίθεται να διατάξει έρευνα και να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τους αστυνομικούς που ευθύνονται για την καταστροφή οπτικού υλικού που πιθανόν να κατέγραφε αξιόποινες πράξεις.
3. Αν προτίθεται να παρέμβει ώστε να σταματήσουν οι προσπάθειες της αστυνομίας να τρομοκρατήσει πολίτες που διαμαρτύρονται για τις πράξεις της ή διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Αν ναι με ποιον τρόπο;
Ο ερωτών βουλευτής
Τάσος Κουράκης
3) ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΕΛΚΥΣΤΗ:
Για λόγους "μπλογκικού" απορρήτου έχω αντικαταστήσει το ονοματεπώνυμο μου, το οποίο αναφέρεται ολογράφως και στο δελτίο τύπου και στην επερώτηση και στις χθεσινές εφημερίδες, με τα ακρόνυμα του "μπλογκικού" ψευδώνυμου.
Ευχαριστώ όλους όσους μου συμπαραστάθηκαν ηθικά και ψυχολογικά στην περιπέτεια αυτή: τους αυτόπτες μάρτυρες που αυτοβούλως ήρθαν να δηλωθούν ως μάρτυρες υπεράσπισης και που έμειναν μέχρι το τέλος στο τμήμα, τα μέλη της κίνησης "Απελάστε το Ρατσισμό" που κινητοποιήθηκαν άμεσα, τον εθελοντή δικηγόρο της οργάνωσης, τους δημοσιογράφους της "Ε¨, του Ρ/Σ Κόκκινου, του "Α" και του "Σκάι" που ενφιαφέρθηκαν ή/και δημοσιοποίησαν το θέμα.
Τον βουλευτή Συνασπισμού κο Κουράκη για την ευαισθησία του, τον οποιο ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, ούτε αυτόν, ούτε κάποιον από τους συνεργάτες του και τέλος
ΟΣΟΥΣ (συμπ/νη και την οικογένειά μου η οποία δυστυχώς εμπλέχτηκε χωρίς τη θέλησή μου) μεσολάβησαν για την απελευθέρωσή μου.
Οφείλω επίσης να διευκρινήσω ότι κανένας αστυνομικός δεν με άγγιξε ή με προσέβαλε λεκτικά.
Αρνήθηκα τηλεοπτική συνέντευξη στο δελτίο του "Α" ως πράξη αποδοκιμασίας στον τρόπο με τον οποίο παρυσιάζονται τηλεοπτικά οι ειδήσεις και στην δίψα με κάθε αντίτιμο αρκετών συμπολιτών για "10' δημοσιότητας" .
Με την ευκαιρία του πρόσφατου ταξιδιού μου στην Πράγα δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη ανάρτηση για τον Κάφκα. Για 5 ώρες έγκλειστος στο κελί δεν ήξερα με ποια κατηγορία κρατούμουν. (εξου και ο τίτλος της ανάρτησης - γι αυτό και κρατάω το τραγούδι). Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτός που φοβόταν...
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008
ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 22 ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ


Ύστερα από τη δουλειά του σαν άσημος υπάλληλος μιας ασφαλιστικής εταιρίας, θα περπατούσε στα ερεβώδη, υγρά καλντερίμια της Πράγας.
Το κείμενο γράφτηκε ακούγοντας το τραγούδι του Α.Μ.
Ο Α.Μ εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μουσική ύστερα από τη δική του επίσκεψη στην Πράγα πριν 7 χρόνια. Σε πείσμα της εποχής της επίδειξης και της ματαιοδοξίας επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΠΟΛΗ


Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη νωρίς το μεσημέρι. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα Lockers και προλαβαίνουμε μια μικρή περατζάδα στην παραλία και ένα καφέ σ’ ένα στενό της Τσιμισκή. Το επόμενο τρένο αναχωρεί στις 8.00 και επειδή κανείς μας δεν θέλει να το χάσει γυρνάμε στο σταθμό από τις 7.30. Μισή ώρα νωρίτερα είναι πολύ σπάνιο για μας.
-Στη γραμμή 1 μας λέει μια υπάλληλος.
Στη αποβάθρα 1 δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε τρένο, ούτε επιβάτες. «Που πάμε;» αναρωτιέται η Λήδα. «Πως πάμε;» τη συμπληρώνω εγώ.
Το τρένο έρχεται στις 7.45. Μπαίνουμε μέσα. Ούτε εισπράκτορες, ούτε αχθοφόροι, ούτε υπάλληλοι. Βρίσκουμε τη κουκέτα μας μόνοι μας. Και τότε παθαίνουμε το πρώτο σοκ. Η κουκέτα μας μόλις και μετά βίας μας χωράει. Τα σεντόνια είναι άθλια. Τρύπια και βρώμικα. Για μένα δεν είναι πρόβλημα. Έχω κοιμηθεί και σε πολύ χειρότερα μέρη. Αλλά δεν είμαι μόνος. Η Χρύσα πίσω μου αρχίζει και κιτρινίζει. Την βλέπω. Έχει αρχίσει να την πιάνει κλειστοφοβία. «Δεν μπορώ εδώ μέσα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, είναι πολύ στενά.» «Δεν είναι πιο στενά από καμπίνα ιστιοπλοϊκού.» της απαντάω για να την καθησυχάσω. Οι μισές κουκέτες είναι σαν τη δική μας οι άλλες μισές καλύτερες. Έχουν το εξής σύστημα: Οι μισές κουκέτες είναι υπερυψωμένες , ανεβαίνεις δηλαδή δύο σκαλάκια και σε τομή έχουν σχήμα V, έτσι ώστε εκατέρωθεν να χωρούν δύο πιο μικρές καμπίνες και να εναλλάσσονται μια μεγάλη και μια μικρή. Ο Στέφανος και η Λήδα έχουν την V κι εμείς την μικρή που έχουν φυτέψει από κάτω. Πάμε να κλειδώσουμε αλλά δεν κλειδώνει. Και μου το είχαν πει: Πάρτε λουκέτα και σλίπινγκ μπαγκ μαζί σας. Δεν είχα πάρει τίποτα απ’ τα δύο. Παίρνω ότι πολύτιμο έχω και βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο διάδρομο και γνωριζόμαστε αμέσως με τους γείτονες του υπόλοιπου βαγονιού. Οι μισοί - που σαν κι εμάς - δεν είχαν ξαναταξιδέψει με τρένο έχουν πάθει σοκ. Οι άλλοι μισοί το παίζουν άνετοι. Όλοι κι όλοι είναι μια μαμά με την κόρη της, ένας έμπορος που πηγαινοέρχεται για δουλειές και δυο φοιτήτριες.
Απ’ τα μεγάφωνα ακούμε μια φωνή: Παρακαλείται ο τροφοδότης νερού να προσέλθει στη γραμμή 1!» «Ωραία ούτε νερό έχουμε! Καλά αρχίζουμε» σκέφτομαι. Τσεκάρω τις τουαλέτες. Μια αντρική και μια γυναικεία σε κάθε βαγόνι. Είναι καθαρές αλλά μάλλον επειδή είναι η αρχή.
Περιμένουμε λίγο ακόμα κι ύστερα παίρνουμε την κιθάρα και πάμε στο 1ο βαγόνι. Κυλικείο. Ωραίο αστείο. Ένα βαγόνι με τραπεζάκια και αντικριστά καθίσματα. Έχει μόνο νες και ελληνικό. Παραγγέλνω ένα νες μέτριο. Μου φέρνει ένα ποτήρι με ζεστό νερό και τα φακελάκια με τον καφέ και τη ζάχαρη. Τον χτυπάω μόνος μου, προσπαθώντας να μην το χύσω πάνω μου γιατί κουνάει σαν σε καράβι. Έχει λίγο κρύο. Ο καφές έστω και νερομπλούμι με ζεσταίνει. Ξεκινάμε τις κιθάρες. Παίζουμε χαλαρά, τα γνωστά μας κομμάτια. Οι λιγοστοί πελάτες δεν μας δίνουν σημασία και εμείς δεν παίζουμε δυνατά. Σε λίγο όμως σκάει μύτη μια παρέα με κιθάρες μπουζούκια και κρουστά. Είναι οι «Μανιταρόκ», ένα τριμελές συγκρότημα από τα Γρεβενά που έχουν κλείσει στην Πόλη να παίξουν τρία βράδια σε ένα μπαράκι. Μαζί τους είναι και οι κοπέλες τους και διάφοροι φίλοι, σύνολο δέκα άτομα. Και τέσσερις εμείς το κάναμε πάλι το μπούγιο. Είναι πάρα πολύ καλοί. Επαγγελματίες. Αρχίζουν να παίζουν λαϊκά και πολλά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Απαντάμε με Γερμανό, Σαββόπουλο, Δεληβοριά, Περίδη, Μάλαμα.
Το πρόγραμμα δρομολογίων έλεγε άφιξη στην Πόλη στις 8.00. Κι εμείς οι αφελείς έχουμε βάλει ξυπνητήρι στις 7.00. Ανοίγω την κουρτίνα. Διασχίζουμε πεδιάδες. Πουθενά ένδειξη αστικής ζωής. Σηκωνόμαστε και πάμε στο κυλικείο για το πρωινό νερομπλούμι. Πλέον όλες οι φάτσες είναι γνωστές, με κάποιους έχουμε συστηθεί. Είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Χτυπάει ένα κινητό. «στην Πόλη το ‘χει στρώσει λένε οι ειδήσεις!»
Τελικά φτάνουμε στον τερματικό σταθμό, τον περίφημο σταθμό του Οριεντ εξπρές, με τρεις ώρες καθυστέρηση. Μας υποδέχεται ένα αδιανόητο κρύο, ένα κρύο που σε εμποδίζει να περπατήσεις 5΄. Κατεβαίνουμε απ’ το σταθμό και πάμε προς τη στάση του τραμ. Το ξενοδοχείο μας είναι δυο στάσεις μακριά, πάνω στον Ιππόδρομο. Κοιτάω πίσω μου το τρένο. Η σκέψη ότι θα ξαναγυρίσω πάλι με τρένο με χαροποιεί. «Με τους ρυθμούς της ζωής μας, τις περιορισμένες άδειες, τα αεροπλάνα και τα ταξίδια – αστραπή το έχουμε πλέον ξεχάσει. Αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να το εκτιμούμε» σκέφτομαι «ότι σ’ένα ταξίδι δεν έχει σημασία μόνο ο προορισμός.»
Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007
Αντίο
Και γέμιζε μαθητικά τετράδια, λογαριασμούς της ΔΕΗ και εφημερίδες με σημειώσεις του και με εκείνα τα αρχοντικά του γράματα. Από παραγγελίες για το μανάβη, μέχρι τη νέα ιστορία που του ήρθε στο μυαλό λίγο πριν κοιμηθεί και δεν ήθελε να την ξεχάσει. Όπως όταν άκουγε ένα καινούριο τραγούδι που του άρεσε να σημειώνει τους στίχους του.
Έζησε όλη του τη ζωή με παρέα! Ποτέ δεν ένιωσε μόνος ακόμα κι όταν έμεινε μόνος. Πάντα είχε κάποιο από μας δίπλα του, πάντα είχε κάποιο γείτονα, κάποιο ανήψι απ' το Νησί (της Λίμνης) και φυσικά πάντα τις ιστορίες και τις αναμνήσεις του.
Λίγο πριν πεθάνει, πριν λίγους μήνες, συγκέντρωσε τις φωτογραφίες μιας ζωής κι έφτιαξε από δύο άλμπουμ, ένα για κάθε του κόρη, με σημειώσεις, ονόματα και χρονολογίες.
Σ' αυτή την ηλικία - που δεν σηκωνόταν πια απ' το κρεβάτι - του έσειλαν πρόσκληση να παρευρεθεί σε γάμο στο πολυαγαπημένο του Νησί στις 26 Δεκεμβρίου. Τόσο ήταν αγαπητός...
Τα χρήματα που κέρδισε από τον έπαινο της Πολιτείας για την εκπαιδευτική του δράση δεν τα ξόδεψε σε ρούχα ή παπούτσια αλλά πήρε το, μοναδικό στο Νησί, γραμμόφωνο. Για να ακούει μουσική, αυτός, η οικογένειά του και οι φίλοι του. Έγινε συνώνυμος σε κάθε χαρά, γλέντι και γάμο.
Μόλις πρόσφατα ανακάλυψα το τετράδιο πενταγράμμων με μελωδίες της εποχής που έπαιζε στο μαντολίνο του! Τί συγκίνηση!
Έζησε μια ζωή χωρίς αρρώστιες, νοσοκομεία και χειρουργεία. Δεν έβαλε ποτέ νηστέρι πάνω του. Δεν ταλαιπωρήθηκε ποτέ από καμία ασθένεια.
Από τα μάτια του πέρασε όλος ο 2ο αιώνας με τους πολέμους, την κατοχή, τον εμφύλιο και πιο μετά τη χούντα. Έτυχε της μεγάλης τιμής η σημαία της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, της σημαίας που αναρτήθηκε στο κάστρο για να βροντοφωνάξει στους Έλληνες ότι ελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς να είναι αυτή που έκρυβε στο υπόγειο με κίνδυνο της ζωής του.
Κάθε καλοκαίρι που, πιο μικρός, βγαίναμε βόλτα στο Μώλο σταματούσε κόσμος και τον χαιρετούσε, άγνωστοί μου άνθρωποι ψαρομάληδες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.
Κι αυτός, παρά της μοναδικής αναγνώρισης που τύχαινε - βαθιά δημοκράτης - είχε μόνο ένα παράπονο. Ένα παράπονο που δεν μας το εκμυστηρεύτηκε ποτέ (και που το διάβασα σε κάποιο γραπτό του) : "ο οδηγός του τανκς ήταν μαθητής μου"...
Πριν μερικούς μήνες τον πήρε τηλέφωνο μια γριά γυναίκα. Χάρηκε τόσο πολύ. Ήταν η Σταυρούλα.
-Αντέχεις Νάσο μου;
-Αντέχω...Εσύ;
-Δεν με βαστάν τα πόδια μου... Αλλα θέλω να έρθω να σε δω... Θα έρθω...
Δεν την ξέραμε. Κανείς μας δεν την είχε ξανακούσει. Ήταν η πρώτη του αγάπη, που τον ανακάλυψε μετά από τόσα χρόνια, για να επιβεβαιώσει το γνωστό ρητό: οι πρώτες αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ!
Αντίο πολυαγαπημένε μου παππού. Μακάρι να φτάσω κι εγώ στα 96 σου χρόνια να έχω την υγεία σου και να γράφω μανιωδώς. Θα θυμάμαι πάντα την αγάπη, την καλοσύνη και την αισιοδοξία που ακτινοβολούσες.
Και να ξέρεις το παλιό νεοκλασσικό, το γραμμόφωνό σου, το μαντολίνο σου, τα γραπτά σου και οι φωτογραφίες σου είναι σε καλά χέρια.
Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007
ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ
Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007
Ενθύμια της απερισκεψίας μου
Μέρα μεσημέρι στην οδό Αθηνάς, πριν λίγους μήνες. Μόλις έχω "σηκώσει" χρήματα από το ΑΤΜ για να πληρώσω το νοίκι. Βλέπω ένα πηγαδάκι από κόσμο. Χώνομαι. Ένας "παππατζής" κάνει παιχνίδι. Κάθομαι και παρατηρώ το κόλπο. Τα στημένα, τα τσιράκια, τους δήθεν πελάτες. Εδώ "εδώ παππάς, εκεί παππάς, που είναι ο παππάς;"Βλέπω τα χέρια του πως κινουνται, το παιχνίδι με τα μάτια, τις αβάντες από τους άλλους, τα δήθεν κέρδη . Η αυτοπεποίθησή μου στο φουλ, η αλαζονεία μου στο τέρμα. Αποφασίζω να παίξω. Βάζω 100 ευρώ.Ξαφνικά ο παππατζής γίνεται ταχυδακτυλουργός από τους λίγους! Για πότε τα έχασα δεν το πήρα χαμπάρι! Πετάγεται ένας και μου λέει: "άντε βάλε άλλα τόσα να ρεφάρεις!" Αρνούμαι. Αλλά 10ο ευρώ ρε γαμώτο είναι πολλά. "Βάλε!" επιμένει ο περαστικός που μέχρι τότε δεν τον είχα παρατηρήσει, δεν είχε μιλήσει καθόλου και νόμιζα πως δεν ήταν στο κόλπο. Τελικά βάζω άλλα 100. Πάνε κι αυτά... Πάει το 1/3 από το νοίκι. Ακόμα το κλαίω.
Τον σπιτονοικοκύρη μου τον πλήρωσα με 2 εβδομάδες καθυστέρηση κι αφού μου έπρηζε σχεδόν καθημερινά.
Καλά να πάθω. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται!
Με τη σειρά μου καλώ τους Dim, Vassia και Ξανθίππη.
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007
ΕΝΑ ΓΛΕΝΤΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ.


KOYIZ: Ποιος από τους δύο ανωτέρω εικονιζόμενους εν χορώ κυρίους ανήκει στην παρέα;Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΒΑΣΑΝΟ Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙ ΕΚΔΡΟΜΗ!

2 συνεχόμενοι μήνες στην Αθήνα είναι πάρα πολλοί. Δεν αντέχεται το άγχος, η κίνηση, η αγένεια, η τρέλα. Φεύγουμε ΣΚ για ορειβασία και υπαίθρια λουτρά στην Τιθωραία. Παίρνουμε μαζί μας κιθάρες, μπουζούκια, επιτραπέζια, μπουρνούζια μαγιό, φλις και αδιάβροχα. Και φυσικά εκείνα τα λουκάνικα!
Θα ποστάρω εντυπώσεις.
Πιστωτές , τραπεζίτες, μπάτσοι και καλόγριες (ξέρω τι λέω) ραντεβού τη Δευτέρα.
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ
Ευτυχώς βρήκα ένα κενό ανάμεσα στους ξαπλωμένους και έκατσα. Φυσάει πάρα πολύ. Όχι όμως τόσο όσο στη βορεινή πλευρά. Εδώ μας προστατεύει η μπλε τσίγκινη στέγη, με τα μακρουλά άσπρα φώτα των δύο λαμπών. Κι όμως στη βορινή πλευρά υπάρχουν κάποιοι που κοιμούνται! Πέρασα μια βόλτα και τους είδα. Άλλοι διπλωμένοι κάτω από τις σωσίβιες λέμβους για προστασία, άλλοι σε παγκάκια. Όλοι τυλιγμένοι με σλίπινγκ μπαγκ ή πετσέτες μπάνιου. Πως αντέχουν; Πάντα αναρωτιόμουν πως αντέχουν αυτοί οι άνθρωποι; Και ποιοι είναι αυτοί που αψηφούν τόσο προκλητικά το κρύο και τον υγρό θαλασσινό αέρα; Να όμως που ανάμεσά τους κοιμάται κι ο Βασίλης . Είναι φίλος της Νικόλ και της Ευτυχίας.
- Όλοι μου οι φίλοι έχουν πεθάνει, μου είπε πριν δυο βράδια στο «Q», λίγο πριν ξημερώσει κι ενώ ο Dj συνέχιζε να βάζει ρεμίξ Μιλόνγκες.
- Από τι; Επιδημία; Τον ρώτησα με το μόνιμο περιπαιχτικό μου ύφος που μέχρι τώρα με έχει μπλέξει σε αρκετούς καβγάδες μαλώματα και παρεξηγήσεις, κατεβάζοντας μια ακόμα τεκίλα.
- Όχι, μου απάντησε εκείνος σοβαρά πίνοντας μια γουλιά από τη βότκα του. Από την πρέζα. Αυτή ήταν ο λόγος που σταμάτησα να παίζω μουσική. Γιατί αλλιώς θα πέθαινα κι εγώ.
Με ψάρωσε πολύ χοντρά. Γύρισα και τον κοίταξα. Ήταν σαρανταπέντε χρονών με μακριά ψαρά μαλλιά πιασμένα πάντα κότσο, μεγάλη κοιλιά και με ένα διαρκώς απλανές βλέμμα.
- Τώρα δεν βγάζω πια λεφτά από τη μουσική. Έκανε μια μικρή παύση σαν να ντρεπότανε γι αυτό και συνέχισε:
- Μια φορά είχα πάει και σε σκυλάδικο... Στο μήνα επάνω δεν άντεξα κι έφυγα. Παρόλο που τα λεφτά ήταν πάρα πολύ καλά...
Ο Βασίλης τώρα κοιμάται. Παρά το φοβερό αέρα κοιμάται. Υποθέτω πως όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί επιδιώκεις να κοιμάσαι με αέρα. Διαλύει κάθε είδους φάντασμα. Ο Βασίλης, άμα σε δει από μακριά θα σε χαιρετήσει πρώτος κι αμέσως! Κι ας μη σε ξέρει καλά. Θα κουνήσει το χέρι του και θα σου χαμογελάσει γλυκά. Αλλά δεν θα σου πιάσει πρώτος κουβέντα. Περιμένει πάντα από σένα την επόμενη κίνηση, την απάντηση. Αν δεν του μιλήσεις μπορεί να κάθεται αμίλητος με τις ώρες στο Q πίνοντας τη βότκα του καπνίζοντας και ακούγοντας τη μουσική του. Πάντα με αυτό το απλανές βλέμμα. Πάντα με αυτό το αδιόρατο χαμόγελο. Αλλά αν του μιλήσεις όμως σου ανοίγει την καρδιά του. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για μουσική. Δεν ξέρω πως ήρθε η κουβέντα. Από κάποιο τραγούδι; Από κάποιο περίεργο ακόρντο; Δεν θυμάμαι και δεν έχει και νόημα. Κι αλήθεια τί μπορεί να έχει νόημα όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί; Όταν έχεις επιλέξει να μην έχεις οικογένεια και ξάφνου στα σαρανταπέντε σου μένεις εντελώς μόνος στον κόσμο; Χωρίς ένα δικό σου άνθρωπο; Τί σημαίνει να έχεις παρελθόν και να μην μπορείς να το μοιραστείς με κανένα; Το έχεις όντως; Το έχεις ζήσει; Μόνο κάποιες φωτογραφίες μένουν να το πιστοποιούν, όπως αυτή που μου έδειξε χθες το βράδυ από το παλιό του συγκρότημα. Με τον ίδιο είκοσι χρόνια νεότερο, τριάντα κιλά ελαφρύτερο κι ακόμα ζωντανό.
Στο απέναντι παγκάκι έχει ξαπλώσει μια κοπέλα. Είναι ακριβώς μπροστά μου. Στα δυο μέτρα. Έχει τυλιχτεί ολόκληρη με το σλίπινγκ μπαγκ και τα μαλλιά της τα έχει πιάσει μ’ ένα φουλάρι με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα χείλη της. Λεπτά, κόκκινα, μακριά χείλη. Σ’ ένα λεπτό πρόσωπο, με λεπτά ζυγωματικά κι ένα λεπτό πιγούνι. Δεν βλέπω τα μάτια της, δεν βλέπω τα μαλλιά της, δεν βλέπω τη μύτη της. Παρά μόνο τα χείλη της. Μου φαίνονται τόσο γλυκά. Μου βγάζουν μια ηρεμία την ώρα που κοιμούνται. Μια γαλήνη. Δεν θα ήταν ωραίο σε μια κοινωνία αντί να χαιρετάς δια χειραψίας ή με το τυπικό ψεύτικο φιλί στο μάγουλο να χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη;
Φεύγοντας από την Αιγιάλη αφήσαμε πίσω μας την Νικόλ, με το καρέ ξανθό μαλλί κομμένο κατηφορικά να ακολουθεί τη γραμμή του σαγονιού της και σαν κουρτίνα να μην αφήνει να φανεί το πανέμορφο πρόσωπό της και την Ευτυχία που από το χειμώνα θα παίζει μουσική στον Εν Λευκώ. Ο αποχωρισμός τους θα μπορούσε να ήταν ένα βαθύ φιλί. Μια αναπάντεχη συνάντηση με κάποια που έχεις καιρό να δεις ένα σβουριχτό φιλί και μια καλημέρα ένα θερμό φιλί. Κανονικά έτσι θα έπρεπε. Τους φίλους- αν είσαι γυναίκα - και τις φίλες - αν είσαι άντρας - κι όσους από τους άγνωστους σε προδιαθέτουν θα έπρεπε να τους χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη. Τα υπόλοιπα ας τα βρρείτε εν καιρώ.
Η κοπέλα απέναντι προσπαθεί να αλλάξει θέση για να βολευτεί καλύτερα. «Μην μου το κάνετε αυτό άγνωστα χείλη! Μην βρείτε μια στάση που να μην βλέπω ούτε κι εσάς.»
Το «Δημητρούλα» κουνάει αρκετά. «Στα καλύτερα σ’ έχω! Στα ώπα – ώπα!» μου ‘γραψε στο μήνυμα του ο Πάρις όταν τον ρώτησα πως θα φύγουμε από εδώ. Κι ο αέρας τελικά συνηθίζεται. Τα πέντε μ’ έξι μποφόρ είναι θέμα συνήθειας. Δίπλα μου όλοι συνεχίζουν να κοιμούνται του καλού καιρού. Οι πιο πολλοί είναι γνωστές φάτσες από το κάμπινγκ. Δεν χόρτασαν ύπνο και τώρα τον αναπληρώνουν. Εμείς να δεις. Τρεις ώρες ύπνος 6-9 το πρωί κάθε μέρα. Μόνο μια παρέα τεσσάρων νεαρών μιλάει χαμηλόφωνα πίσω μου και στη γωνιά ένα ζευγάρι πάει να σχηματιστεί. Ο τύπος είναι το πολύ εικοσιπέντε χρονών ψηλός με αθλητικό κορμί και εμφάνιση. Αν δεν είχε στραβή μύτη θα ήταν σίγουρα μοντέλο. Μπορεί όμως να είναι αθλητής ή ηθοποιός. Στο κάμπινγκ τον έβλεπα πολλές φορές να κοιτιέται αρκετή ώρα στον καθρέφτη προσπαθώντας να σουλουπώσει ένα τσουλούφι από τα κοντά του μαλλιά ή ψάχνοντας κάποια ατέλεια στο δέρμα του. Κυκλοφορούσε μονίμως ημίγυμνος μ’ ένα μπλε μαγιό με κόκκινα λουλουδάκια. Η τύπισσα είναι μπάζο. Καμία σχέση με τη «Μις Χαμόγελο» -ονομασία που της χάρισε ο Ιάκωβος - που ο τύπος πολιορκούσε πέντε ημέρες τώρα. Κρίμα που δεν τα φτιάξανε. Αλλιώς η «Μις Χαμόγελο» δεν θα κοιμότανε τώρα μόνη της στο ανεμοδαρμένο ελικοδρόμιο του «Δημητρούλα». Αλλά για αυτούς θα μιλήσω αργότερα.
Τα λεπτά χείλη απέναντί μου δεν άλλαξαν θέση. Ευτυχώς. Αν δεν είχα κι αυτά να τα κοιτάω δεν θα είχα τί να κάνω. Δεν με πιάνει ύπνος. Και το βιβλίο που έχω φέρει μαζί μου δεν μπορώ να το διαβάσω. Βαρέθηκα όλο τα ίδια και τα ίδια. Ελληνική Λογοτεχνία και άλλες μαλακίες. Οι υπόλοιποι είναι μέσα και κοιμούνται. Εκτός από τον Ιάκωβο που πιθανώς να διαβάζει ξαπλωμένος στη θέση που του καβάτζωσα με το βιβλίο του. Ένα πειρατικό. Δεν ξέρω άλλον άνθρωπο που να διαβάζει πειρατικό βιβλίο!
- Είναι σαν να βλέπεις ταινία με τον Έρολ Φλυν ή με τον Τζόνι Ντεπ μου έλεγε στην παραλία χθες βράδυ. Μου αρέσουν τα βιβλία, είμαι μονίμως μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, αλλά το καλοκαίρι θέλω κάτι ανάλαφρο να ταξιδεύω.
Με το που έδεσε το Δημητρούλα στην προβλήτα της Αιγιάλης και κατέβηκαν οι προηγούμενοι τρέξαμε ν’ ανεβούμε για να προλάβουμε καμιά καλή καβάτζα. Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και τα κινητά πήραν φωτιά για τις ενδοσυνεννοήσεις. Τελικά βρήκαμε μία και χωρέσαμε όλοι. Μόνο που είναι σε πέρασμα , μπροστά από το λογιστήριο, πριν το διάδρομο που οδηγεί στην πρώτη θέση κι έχει φασαρία. Στρώσαμε τα μικρά λεπτά στρωματάκια και τα σλίπινγκ μπαγκ και ξαπλώσαμε. Δηλαδή ξαπλώσανε. Η Μίνα, η νεαρή δικηγόρος που ορκίζεται αύριο και θέλει να παραιτηθεί μεθαύριο και που έχει κρυολογήσει. Η Βάσια που χθες, μια μέρα πριν φύγουμε έπαθε κολικό και την έβγαλε στο κρεβάτι. Η κολλητή της, η μικροσκοπική Ράνια , με τα υπέροχα μπλε μάτια, ο κολλητός της ο Πάνος με τα πράσινα μάτια που του την έπεφταν όλα τα θηλυκά του νησιού, από δεκατετράχρονα έως πενηντάρες και φυσικά οι δύο φίλοι μου, ο Πάρις κι ο Ιάκωβος. Οι έτερος της παρέας - ο Νίκος - έφυγε χτες. Ο Νίκος ήταν ο μόνος εκτός της Ευτυχίας και του Βασίλη που δεν τον ήξερα και που τον γνώρισα στην Αμοργό. Με κέρδισε αμέσως με τις ακριβείς και σωστές δόσεις διακριτικότητας και αμεσότητας. Τους υπόλοιπους μέσω των Πάρι και Ιάκωβου τους ξέρω χρόνια.
Τώρα έχει αρχίσει και φυσάει δυνατά. Παρασέρνει χαρτιά, τα στροβιλίζει και τα εξαφανίζει στο μαύρο σκοτάδι του Αιγαίου. Η τσίγκινη στέγη από πάνω μου τρίζει ολόκληρη. Κάποιοι ξυπνάν από τη φασαρία και μπαίνουν μέσα. Τα γλυκά μου χείλη απέναντι αντέχουν σθεναρά. Ευτυχώς φοράω τη μπλε με άσπρες ρίγες πλεχτή μπλούζα που αγόρασα πριν μια βδομάδα από τα χωριά των Μάγιας και δεν κρυώνω καθόλου. Μόλις είχα επιστρέψει από το Μεξικό. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου .Το ίδιο βράδυ έφυγα για το χωριό μου, κοντά στην Ερέτρια να ευχηθώ στη μάνα μου που γιόρταζε και τη επόμενη, ανήμερα της Μεγαλόχαρης, πήρα το «Φλάι κατ» για Κατάπολα. Και τώρα, Κυριακή βράδυ, έξι ημέρες αργότερα, βρίσκομαι στο πλοίο της επιστροφής.
Η Νικόλ και η Ευτυχία θα επιστρέψουν την επόμενη Κυριακή με τους τελευταίους ταξιδιώτες. - Την Ευτυχία θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ στην παραλία ο Πάρις, εντελώς απροσδόκητα. Δεν ξέρω γιατί δεν μου ‘χει συμβεί ακόμα.
- Μου θυμίζεις τον πρώτο μου έρωτα μου εξομολογήθηκε η Ευτυχία, στο άλλο αφτί, λίγο πριν καταρρεύσει από το αλκοόλ και το όγδοο σφηνάκι τεκίλα. «Μολις σε είδα με τον Πάρη να τρώτε στη ταβέρνα μου κόπηκαν τα γόνατα. Μη με παρεξηγείς, είμαι μεθυσμένη.»
«Μεγάλη μου τιμή» σκέφτηκα να της απαντήσω. Αλλά μου φάνηκε μαλακία.
- Και που είναι τώρα; Ρώτησα τελικά.
- Ξέρω γω; Χυμένη στη μπάρα του Άμμος προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη και το βλέμμα της. Δεν τα κατάφερε με επιτυχία.
- Τελευταία φορά που έμαθα νέα του -πριν δυο χρόνια -δίδασκε φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη. Τώρα δεν ξέρω τι κάνει.
Ύψωσε το ένατο σφηνοπότηρο και ήπιε στην υγειά του. Και στην υγειά της Χαϊδελβέργης. Τη μιμήθηκα. Μόνο που εγώ την τεκίλα την έπινα σκέτη σε χαμηλό ποτήρι. Ούτε καν με πάγο. Για την ακρίβεια Μετζκάλ. Ακόμα χειρότερη και πιο νοθευμένη. Έτσι όπως μου την έμαθε ο Φραντζέσκο, ο μπάρμαν του Revolution μπαρ στο Σαν Κριστόμπαλ . Και επιπλέον αντέχω πια το ποτό.
Στο δέκατο σφηνάκι η Ευτυχία έπεσε από τη μπάρα. Κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, αφού αρνιόταν πεισματικά να φύγει πριν ξημερώσει, την πήγε στο σπίτι της η Νικόλ, που ανεξήγητο πως δεν είχε γίνει λιώμα εκείνη τη βραδιά. Μάλλον από αγάπη για την Ευτυχία, για να είναι σε θεση να την προστατέψει.
- Τη Νικόλ θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ ο Ιάκωβος λίγο πριν, λίγο μετά ; την κατάρρευση της Ευτυχίας. Αλλά είναι τριάντα χρονών και είναι μονίμως μεθυσμένη, γαμώτο...
Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2007
1η Ουισκιάλε της Αθήνας
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007
Κι άλλα παιδιά...
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο
Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο
Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο
Επανέρχομαι με το ποίημα του Λαπαθιώτη γιατί κατάφερα (επιτέλους !) να αναρτήσω τη δική μου εκδοχή στη μουσική του επένδυση (το χρώσταγα στο serifaki).
Καλή ακρόαση.
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007
Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μια θάλασσα
Ήμουν 2ετής φοιτητής όταν η Θεά Τύχη μου έστειλε δώρο ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Να συνταξιδέψω σ’ ένα ναυλωμένο από το σύλλογο Αλεξανδρινών καράβι που έκανε τη διαδρομή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια με σκοπό τον εορτασμό των 150 χρόνων της ελληνικής κοινότητας αλλά κυρίως να επιστρέψουν οι Αλεξανδρινοί για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, στα μέρη που μεγάλωσαν. Αντιγράφω απ΄το ημερολόγιό μου.
Τώρα είμαι στο κατάστρωμα. Κάνω βόλτες πάνω-κάτω και σιγοτραγουδάω ό,τι μελωδία μου κατεβαίνει στο μυαλό. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κανείς άλλωστε δεν έχει διάθεση για ύπνο. Μόλις γυρίσαμε από το Κοινοτικό Στάδιο και την εκδήλωση με το Λαζόπουλο, τους χορούς της κοιλιάς και άλλα φολκλορικά για την επέτειο των 150 χρόνων της Κοινότητας και η ευτυχία μαζί με μια γλυκιά κούραση αποτυπώνεται στα πρόσωπα όλων. Κανείς δεν θέλει να πάει για ύπνο. Όλοι ζητούσαν να σχολιάσουν, να συγκρίνουν, να ξαναθυμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, παράτησα μια παρέα φοιτητών που έχω γνωρίσει και ανέβηκα στο δεύτερο κατάστρωμα. Η ζέστη παραμένει αποπνιχτική, Οκτώβρης μήνας, σαν ένα τυπικό αυγουστιάτικο αθηναϊκό βράδυ.
Δεν έχω καταφέρει να βρω καρτοτηλέφωνο. Κάπου είδα, αλλά όλο και κάπου έπρεπε να πάω, όλο και κάτι είχα να προλάβω κι έτσι δεν έχω ακόμα τηλεφωνήσει ούτε στους δικούς μου αλλά κυρίως ούτε σ’ αυτήν. Θυμάμαι – παράξενο – εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκα στο καταφύγιο στον Όλυμπο, στο οροπέδιο των Μουσών. Πόσο πολύ ήθελα να είναι μαζί μου! Να ζούμε μαζί τέτοιες στιγμές! Εμπειρίες συγκλονιστικές, μοναδικές, ανεπανάληπτες που μόνο όταν τις μοιράζεσαι ολοκληρώνονται. Πώς να της εξηγήσω αυτήν την ατμόσφαιρα; Αυτό το μεγαλείο ψυχής; Αυτή την ψυχική ανάταση; Το κλάμα της κυρίας μπροστά στην πατρική της πόρτα; Τη βουβή, ψαλιδισμένη υπερηφάνεια μπροστά στο εντυπωσιακά λιτό και απέριττο Αβερώφιο Γυμνάσιο των μαθητικών τους χρόνων με τις μαρμάρινες σάλες και τα άρτια εργαστήρια Χημείας και Φυσικής, που κάποτε φιλοξενούσε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τέσσερις χιλιάδες όνειρα και τώρα μόνο τετρακόσια; Πώς να της εξηγήσω την αγαλλίαση στη θέα του οροπεδίου των Μουσών και του καταφύγιου από το μονοπάτι, μετά από οκτώ ώρες ανηφόρας, σφιγμένων δοντιών, πείσματος και μόνο πείσματος;
Με την άφιξή μας στο λιμάνι και αμέσως μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων αναχωρήσαμε με πούλμαν για την πανηγυρική δοξολογία στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο πρόξενος (Κωστής Μοσκώφ, αν άκουσα καλά). Η κατάνυξη στον καλοδιατηρημένο και πλούσιο Ναό ήταν πολύ δυνατή για όλους. Ακόμα και για μένα που δεν πάω ποτέ μου εκκλησία. Η ησυχία, η ευλάβεια, η συγκίνηση, σε ένα μείγμα θρησκευτικότητας, ελληνισμού και νοσταλγίας - που όμοιο του δεν έχω συναντήσει σε καμία συνοικιακή εκκλησία της Αθήνας διαπερνούσε κάθε κύτταρο του οργανισμού, κάθε ανεξερεύνητο νεύρο του εγκεφάλου, κάθε βαθιά κρυφή πτυχή της καρδιάς μου. Οι ηλικιωμένοι, δακρυσμένοι, δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη, παρά εισέπνεαν τη ζωή που είχε εγκλωβιστεί για μισό αιώνα στον Ιερό Ναό, στο περίτεχνο τέμπλο, στους πολυέλαιους, στις βυζαντινές εικόνες και στα μανουάλια. Αν κάποιος έστυβε την υγρή συγκινησιακή ατμόσφαιρα μέσα στο Ναό θα μάζευε σταγόνες από το ελιξίριο της ζωής...
Μετά τη δοξολογία η αποστολή πέρασε στο Πατριαρχείο πίσω από το ναό όπου μας καλωσόρισε η εμβληματική μορφή του Πατριάρχη Φώτιου και στη συνέχεια το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο μέχρι τις 18.30 όπου έπρεπε να παρευρεθούμε στην τελετή αποκάλυψης αναμνηστικής πλάκας και προτομής του Μ. Αλεξάνδρου στο Σάτμπι. Κάναμε βόλτες.
Η πόλη είναι τόσο ζωντανή, που συγκινεί τους συνταξιδιώτες μου ακόμα πιο πολύ. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μικροπωλητές και τελάληδες παντού, τα τραμ παραφορτωμένα. Ταμπέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πολύχρωμες με τα χαρακτηριστικά αραβικά γράμματα μου θύμιζαν την περιοχή στον Πειραιά γύρω από το σταθμό του τρένου, ή το πρωινό Μοναστηράκι. Η οικειότητα που ένιωθα χαζεύοντας την αγορά, τα μαγαζιά με τα τελάρα και τους πάγκους, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά και τα γλυκά, τα κτίρια, τις πολυκατοικίες, τα μικρά διώροφα σπιτάκια, τα ξύλινα χρωματιστά παντζουρόφυλα, τα σιδερένια μαύρα κάγκελα, τα κατεβασμένα ρολά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα παλιά Λάντα ή Ζάσταβα, ακόμα και η κατουρίλα, το γκρίζο και η αίσθηση εγκατάλειψης ήταν εντυπωσιακή. Παρά τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τις ημισέληνους, τα αραβουργήματα και τις αραβικές επιγραφές ένιωθα σαν να τα ήξερα από χρόνια, σαν να τα είχα ξαναδεί. Συμμερίζομαι άραγε τη συγκίνηση των συνταξιδιωτών μου, συμμετέχω κι εγώ στο ταξίδι τους στο παρελθόν ή η Αλεξάνδρεια κατάγεται από τον ίδιο μονοκύτταρο οργανισμό που προέρχεται η Ελλάδα κι ίσως όλη η αυτή η γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου;
Ακολούθησα τη θεία μου στο σπίτι που γεννήθηκε. Το εντόπισε αμέσως και χωρίς δισταγμό, παρά τα σαράντα χρόνια που είχε να το δει. Μια εξαώροφη πολυκατοικία κατασκευής 1928. Μου θύμισε το κτίριο της Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους. Ανέβηκε ενθουσιασμένη από το μεταλλικό ασανσέρ, κοντοστάθηκε με αγωνία στην πόρτα, χτύπησε ήρεμα το κουδούνι και μόλις της άνοιξε μια μεσήλικη πληθωρική Αιγύπτια λύθηκε, μπροστά στην εμβρόντητη γυναίκα, σε κλάματα. Ήταν η κόρη της παλιάς τους υπηρέτριας. Η γυναίκα την αναγνώρισε αμέσως την αγκάλιασε και κλάψανε μαζί. Αυτό ήταν.
Η συσσωρευμένη συγκίνηση του ταξιδιού είχε πλέον βρει το δρόμο να εκδηλωθεί. Όλοι δάκρυζαν. Από όπου κι αν περνάμε, κάποιος κάτι θυμάται και το αναφέρει με δάκρυα στα μάτια ή ακόμα πιο συγκινητικό, θα συναντήσει ένα παλιό του φίλο στη μέση του δρόμου και θα αγκαλιαστούν μέσα σε δάκρυα.
Μόνος στο κατάστρωμα, βηματίζω νευρικά μπρος – πίσω, μέσα στην αποπνιχτική ζέστη, πότε ακουμπώ στην κουπαστή και πότε χαζεύω την νυχτερινή Αλεξάνδρεια, τα αστέρια, τα φώτα, τις μυρωδιές, τους ήχους. Στη μικρή τσέπη της μπανάνας μου, έχω το στυλό και αυτό το φτηνό, μικρό, άσπρο, σπιράλ σημειωματάριο. Δυο στίχοι μου ‘χουν έρθει στο μυαλό: «Μια θάλασσα απόψε σε προσμένει, ό,τι μας χωρίζει και μας δένει / η σκέψη σου μονάχα με ημερεύει κι αυτό το πλοίο μόνο ταξιδεύει».
Έχουν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που τη φίλησα, σε εκείνο το παγκάκι στη Βουλιαγμένη, από την άλλη μεριά αυτής, της ίδιας θάλασσας.
- Πίστευα ότι δεν με ήθελες, της είχα πει ένα βράδυ μερικές νύχτες αργότερα χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα πόδια μου σε ένα πεζούλι του Άη Γιώργη, στον Λυκαβηττό. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι.
-Εγώ , βρε κουτό, δεν σε ήθελα; Από την πρώτη μέρα που σε είδα κάτι με χτύπησε, σαν αστροπελέκι!
-Ποιά πρώτη; Την πρώτη - πρώτη μέρα;
-Μα και βέβαια! Μόλις μπήκα στην αίθουσα, θυμάσαι; Πού γύρισες να με κοιτάξεις;
-Αν θυμάμαι λέει! Μα δεν σου φάνηκε καθόλου! Δεν έκανες τίποτα απολύτως! Σε κοίταζα συνέχεια. Και τότε και πιο μετά. Αλλά εσύ ούτε μια στιγμή!
Από την μία άκρη της Μεσογείου σκεφτόμουν μια κοπέλα στην άλλη. Μια Μεσόγειος και άπειρη αγάπη ανάμεσα μας... Ο αέρας ζεστός, τα νερά ήσυχα...Η Αλεξάνδρεια μπροστά και η Αθήνα πίσω μου...Πίσω μου το μέλλον, μπροστά το παρελθόν....
Το βλέμμα μου τραβάει τώρα ένα παγκάκι στην αποβάθρα, δίπλα στο πλοίο. Ίσως σε αυτό το παγκάκι ένα νεαρό ζευγάρι Αιγυπτίων να έχει φιληθεί εκεί για πρώτη φορά. Ή μπορεί κάποιος από τους Αλεξανδρινούς συνεπιβάτες μου, πριν από πενήντα χρόνια. Ίσως και η θεία μου. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, σαν αυτό της Βουλιαγμένης. Με θέα τη θάλασσα, με θέα τη Μεσόγειο. Σκέφτηκα την Τζασμίν από την Κωσταντινούπολη, και τη συζήτησή μας εκείνο το βράδυ στο καταφύγιο των Μουσών στον Όλυμπο. «Οι Έλληνες επιθετικός λαός. Οι Έλληνες κάνουν παραβιάσεις. Οι Έλληνες απειλούν τα νησιά μας». Αν έβγαζες τους Έλληνες και έβαζες Τούρκους είχες το ίδιο πράγμα. Καμία διαφορά. Τα ρούχα της, τα αγγλικά της, οι μουσικές της. Ίσως η Τζασμίν να είχε κι αυτή ένα δικό της παγκάκι εκεί στο Βόσπορο, όπου θα είχε πρωτοφιληθεί... Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μία θάλασσα...
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007
Οι ποιητές και τα πυρηνικά όπλα. - Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο
μία φωνή γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει - τίποτ’ άλλο
Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο
Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο
Με αφορμή μια γόνιμη διαφωνία σε φιλικό μπλογκ σχετικά με τη σπουδαιότητα του πρόσφατα εκλιπόντα Ν. Μέιλερ μου ήρθε στο μυαλό η περίπτωση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1881 και αυτοκτόνησε το 1944, βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στα χρέη, στα ναρκωτικά και στη μοναξιά. Ανήκει στη γενιά του ΄20, ομότεχνος των Καρυωτάκη και Πολυδούρη (που μάλλον δεν είχε συναντήσει) σε εκείνη τη κατηγορία ποιητών που η αχαλίνωτη επέλαση της γενιάς του 30 μοιραία τους κατατάσσει ως «ελάσσονες». Όμως τί ακριβώς σημαίνει ελάσσων ποιητής; Δεν είναι σχήμα οξύμωρο; Ποιος είναι «ποιητής»; Αυτός που γράφει ποίηση ή αυτός που ζει ποιητικά; Για να χαρακτηριστεί κάποιος ποιητής αρκεί να γράψει ένα ποίημα; Ο Λαπαθιώτης όσο ζούσε είχε εκδώσει μία μόνο ποιητική συλλογή (η αυτοκτονία διέκοψε τη 2η). Πόσο ελάσσων ήταν η τρικυμισμένη του ψυχή και πόσο ελάσσων η αγωνία, ο σπαραγμός και η μελαγχολία που τόσο προφητικά ποιεί στο πιο πάνω «Νυχτερινό» και που τον οδήγησαν στη τραγική λύτρωση; Και πόσο δίκαια αναρωτιέται ο σεφερικός στίχος: « τι είναι Θεός, τί μη Θεός και τι τ’ανάμεσό τους;»
Συμφωνώ. Άλλοι ποιητές μας αγγίζουν κι άλλοι όχι. Άλλοι μιλούν στη ψυχή μας στη γλώσσα της κι άλλοι όχι. Αλλά όλοι κάτι έχουν να πουν. Όλους κάπως, έστω διαισθητικά, τους αντιλαμβανόμαστε. Και πίσω από το μελάνι που στεγνώνει φωλιάζει πάντα μια βασανισμένη ύπαρξη. Γι αυτό ακριβώς η διάκριση ανάμεσα σε ελάσσονες και μείζονες ποιητές μου θυμίζει τα πυρηνικά όπλα: Λίγη σημασία έχει αν μια βόμβα υδρογόνου είναι δέκα φορές πιο ισχυρή από μια πυρηνική...
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007
Το ζεστό μπάνιο

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007
Πίνω μπάφους και βόσκω προ...
1.500.000 Ευρώ βρέθηκαν σε λογαριασμό βοσκού στα Ζωνιανά! Ε βέβαια! Είσαι πάνω στα κορφοβούνια του Ψηλορείτη και βόσκεις τα κοπάδια σου, παίζοντας την ωραία σου φλογέρα και ξαφνικά μιας προβατίνας σπάνε τα νερά της! Να μην έχεις επάνω σου κανα ψιλό να τη ξεγεννήσεις; Κάτι για μια ώρα ανάγκης βρε αδερφέ! Όπως είχε πει κι εκέινος ο Μητροπολίτης που επίσης είχε 1.000.000 (οκ, πιο φτωχός αυτός). Εννοείται βέβαια! Τί άντρας είσαι; Και που θα το ξεγεννήσεις το καημένο το πρόβατο; Στις σπηλιές και στα παλιά λημέρια των ανταρτών; Όχι βεβαια. Εκεί ο τελευταίος που γεννήθηκε ήταν ο Δίας. Προόδευεσε η κοινωνία από τότε Αντωνάκη! Λεφτά έχεις και θα τη πας στα καλύτερα! Στο Ιασώ! Δεν το συζητάμε καν. Πετάει ο γάιδαρος που λέει και η διαφήμιση του τζόκερ; Πετάει! Πετάει! Και μαζί του και η προβατίνα. Και σε ποιο δωμάτιο θα το πας το καημένο το πρόβατο. Σε δίκλινο; Α πα πα! Σε δίκλινο , να μην έχεις μούτρα να δεις το συγχωριανό σου την άλλη μέρα στο καφενείο; Τί θα του πεις; Όχι, τί θα του πεις; Είναι αδιαπραγμάτευτο. Σε σουίτα του τελευταίου ορόφου! Με δική του καμαριέρα, υπηρέτρια, καθαρίστρια, δασκάλα αγγλικών, διατροφολόγο, αστρολόγο και personal trainer. Όχι ή είμαστε από τα Ζωνιανά ή δεν είμαστε!Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007
Σκέψεις μιας φωτογραφίας
Σηκώθηκα κι άναψα το φως. Έπεφτε η νύχτα. Έφτιαξα ένα καφέ και βγήκα έξω στο μπαλκόνι. Άκουσα το πλοίο να σφυρίζει. Σάλπαρε. Θα περνούσε από μπροστά μου σε λίγα λεπτά. Αν με χαιρετούσε διαγράφοντας ένα μεγάλο κύκλο με τα χέρια της, όπως της είχα πει, θα την έβλεπα παρά τη μεγάλη απόσταση. Αλλιώς, όσο σκοτείνιαζε, δεν θα τη διέκρινα.
Είχα ήδη συμπληρώσει εφτά μήνες στο νησί. Είχα φτάσει εκεί ένα κρύο πρωί του Δεκέμβρη. Με υποδέχτηκαν η υγρασία, οι βροχές και οι βοριάδες. Το πρώτο πράγμα που είχα κάνει μόλις κατέβηκα από το πλοίο ήταν να πάω για καφέ και να αγοράσω μια τοπική εφημερίδα. Την άνοιξα κατευθείαν στις αγγελίες και το πρώτο σπίτι που είδα ήταν και αυτό που έκλεισα. Έτσι όπως το ήθελα. Έξω από την πόλη, πάνω στη θάλασσα, με ένα δωμάτιο, ένα σαλόνι με κουζίνα και με χρώμα παντού, γύρω του, το θαλασσί.
Μου πήρε δυο μήνες να προσαρμοστώ και να αρχίσω κάπως να ηρεμώ. Οι ρυθμοί στο νησί δεν είχαν καμία σχέση με την κόλαση της Αθήνας. Ξυπνούσα στις 7.30 και στις οχτώ ήμουν στη δουλειά μου. Σχολούσα στις έξι και σε δεκαπέντε λεπτά γυρνούσα σπίτι μου. Χρόνοι μετακίνησης αδιανόητοι. Όμως δεν ήταν μόνο οι κοντινές και χωρίς κίνηση αποστάσεις.
Ήταν οι εσωτερικοί ρυθμοί των κατοίκων, το αργό περπάτημά τους, δυο ταχύτητες πιο κάτω απ’ το δικό μου, οι εργασίες των μαστόρων και των συνεργείων που στις δυόμισι σχολούσαν κι ας καιγόταν ο κόσμος. Η ηρεμία τα βράδια, χωρίς επίδειξη πλούτου, χωρίς μπουζούκια και παραλιακές, πούρα και κάμπριο. Ήταν η αίσθηση της ελευθερίας. Βρισκόμουν κάπου μακριά και μόνος μεταξύ αγνώστων. Βίωνα την απόσταση λυτρωτικά. Στη δουλειά ομοίως. Χωρίς άγχος και παράλογο τρέξιμο, χωρίς φωνές, κόντρες και θαψίματα.
Αλλά κυρίως ήταν η θάλασσα. Η διαδρομή κάθε πρωί δίπλα της, οι ματιές που της έριχνα και δεν την χόρταινα, η θέα από το σπίτι μου, η σταθερή της παρουσία, σαν τη γυναίκα που δεν είχα. Τη χάζευα από παντού ανά πάσα στιγμή, χωρίς να χρειάζομαι μισή και μια ώρα για να την απολαύσω όπως στην Αθήνα. Με ημέρευε και τα βράδια, με τους παφλασμούς της, με νανούριζε.
Η Νάντια από τη δεύτερη κιόλας βδομάδα ήταν παρελθόν. Τόσο άντεξα να κάνω ότι ενδιαφέρομαι γι αυτήν και να την παίρνω τηλέφωνο. Δυο μήνες αργότερα ξανάβρισκα τον εαυτό μου. Ξανάρχισα να πηγαίνω μακρινές βόλτες με τα πόδια, να κουτσογράφω στίχους, να διαβάζω βιβλία, να ονειροπολώ και φυσικά να παίζω κιθάρα. Άρχιζα να νιώθω πάλι άνθρωπος. Αλλά όλα αυτά ένιωθα να τα κάνω όπως κάποιος που αναρρώνει από ένα εγκεφαλικό και σιγά - σιγά θυμάται πράγματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν τα έκανα από ανάγκη εσωτερική ή απλά προσπαθούσα να ξαναγίνω όπως ήμουν.
Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι αποκατέστησα επαφή, έστω και εξ’ αποστάσεως, με τους παλιούς μου φίλους. Με το Στρατή και τη Δανάη καθημερινά μέσω emails και με τους Αλέξη, Δάφνη, Λίλιαν και Πέτρο από το δωρεάν κινητό που μου παρείχε η εταιρεία. Επιτέλους. Το εταιρικό κινητό, χάρη στη Turkcel που έπιανε καμπάνα σε αντίθεση με τις ελληνικές εταιρείες, δεν ήταν έλεγχος, δεν ήταν συμπίεση δουλειάς και επέκτασή της όλο το εικοσιτετράωρο, ήταν μέσο επικοινωνίας. Πολύτιμο και απαραίτητο.
Τους είχα παραμελήσει. Και έφταιγα εγώ που είχαμε χαθεί και όχι, σύμφωνα με τη θεωρία του Αλέξη, η πόλη. Ο Στρατής τελείωνε φέτος το διδακτορικό του και μάλλον θα του προσέφεραν μια καλή δουλειά σε ένα Πανεπιστήμιο, ο Αλέξης μες στη καλή χαρά με τις θεωρίες του, όπως πάντα, τις αναλύσεις του και τη νεαρή του φοιτήτρια, η Δάφνη έγραφε σαν τρελή , η Λίλιαν είχε αρχίσει - για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια - να απογοητεύεται που δεν είχε κάνει ακόμα τίποτα στη μουσική της και σκεφτόταν σοβαρά να τα παρατήσει και να συνεχίσει τις σπουδές της στη Νομική, όπως επέμεναν και γκρίνιαζαν καθημερινά οι γονείς της κι ο Πέτρος, που είχε γυρίσει από το δικό του διδακτορικό στην Αμερική, είχε πάει - παππούς πια - φαντάρος. Ακόμα και με τον Μιχάλη ξανάρχισα επαφές. Βρισκόταν τώρα στο Αφγανιστάν και μου ’γραφε σχεδόν καθημερινά. Ήμουν ένα παράθυρο επικοινωνίας γι αυτόν κι αυτός ένα παράθυρο ανθρωπιάς για μένα. Για τους Αμερικάνους, τον πόλεμο, τις βόμβες, τους Ταλιμπάν, τη δυστυχία, τη φτώχια. Πάλευα για να κρατήσω τους φίλους μου. Έστω κι από μακριά. Όσο ήμουν κοντά τους δεν έβρισκα το χρόνο. Έπρεπε να φύγω για να καταλάβω ότι έπρεπε να πολεμήσω για τους κρατήσω. Ότι έπρεπε να ιδρώσω, να πέσω κάτω να με πατήσουν γι αυτούς που αγαπώ. Τη μοναδική σταθερή αξία στη ζωή μου μέχρι τώρα...
ΥΓ: έχει κι άλλο αλλά προς το παρόν σταματάω εδώ.
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007
Rio Madre de Dios, παραπόταμος του Αμαζόνιου



