Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Ζεστές μυρωδιές

Την παλιά σιδερένια πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε ένας νεαρός γύρω στα 30 .Φορούσε μια άσπρη βερμούδα κι από πάνω ένα φανελάκι, απ’ το οποίο ξεχείλιζαν τα φουσκωμένα του μπράτσα. Η μικρή κυλίτσα πρόδιδε κάποιον που κάποτε είχε γυμναστεί πολύ αλλά κάποτε, παλιά. Πρόσεξα ένα σημάδι σαν από ραμμένο σκίσιμο στο δεξί ζυγωματικό, ανάμεσα στη μύτη και στο αφτί.

«Τώρα μένω στο υπόγειο», μου εξήγησε με μια φωνή που δεν ταίριαζε στο δυνατό κορμί του . «Έμενα στο ισόγειο αλλά από τότε που έπεσε η μάνα μου και χτύπησε κι έχει έρθει μια αδερφή της να την προσέχει, δε χωράμε πια.»

Με ανέβασε στον 3ο όροφο. Καλλιθέα, απέναντι απ’ το αστυνομικό τμήμα, δυάρι εσωτερικό.

Με το που μπαίνουμε, μου μυρίζει κεφτεδάκια. Αλλά το διαμέρισμα είναι άδειο. Ήταν αδύνατο κάποιος να έχει μαγειρέψει.
«Θέλω να το αγοράσω. Πως σου φαίνεται; Σου αρέσει;»
«Μόνο αυτός είναι ο λόγος;» τον ρωτάω. «Να φύγεις απ’ το υπόγειο;»Τον κοιτάω κατευθείαν στα κόκκινα του μάτια.
Χαμογελάει. «Όχι» τα κατεβάζει από συστολή και συνεχίζει: «Πέρασα στο Πανεπιστήμιο! Στο ιστορικό αρχαιολογικό. Δεν θα μπορώ ούτε να διαβάζω, ούτε να φέρνω φίλους και γκόμενες»
Δεν περίμενα την απάντηση: «Πόσο χρονών είσαι;» «32» … «Περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα για να το πάρω. Πιο πριν δεν μπορούσα κιόλας, είχα πολύ διάβασμα και τη δουλειά μαζί» «Νυχτερινό;» «Όχι, γενικό, εδώ πιο κάτω, το 2ο» Με ξανααιφνιδιάζει. «Πήγαινες σε γενικό σ’ αυτή την ηλικία;» «Ναι. Μαζί με τα 16χρονα. Είχε πολύ γέλιο.» «Καλά, πως σου ρθε; Εννοώ το γενικό;» «Το είχα υποσχεθεί στον πατέρα μου, λίγο πριν πεθάνει πριν 4 χρόνια. Όταν παράτησα το Λύκειο, στα 16 μου, του έγινε μαράζι.»
«Και γιατί το παράτησες;» «Για τον αθλητισμό. Πρωταθλητής Ελλάδας στο πολεμικό κουνγκ φου.» «Τώρα είμαι β' βοηθός στην Εθνική Ελλάδας.» Πρώτη φορά τον άκουγα τον όρο. Εγώ ξέρω μόνο κάτι λίγα από μποξ. Του το λέω. «Η καλύτερη γυμναστική.» μου απαντά. «Πάντως η Καλλιθέα, επιμένω, βγάζει πολλούς και καλούς αθλητές. Είχα πολλούς γνωστούς από εδώ, τρελαμένους με καράτε και πολεμικές τέχνες» «Ναι, είναι ο Μύρωνας εδώ πιο πάνω, ο σύλλογος, καλό φυτώριο».

Κάνω μια βόλτα στο άδειο διαμέρισμα. «Και πως τα κατάφερες με τη δουλειά; Σχολείο το πρωί και δουλειά το βράδυ;» «Δουλεύω στο δήμο, οπότε καταλαβαίνεις μου ήταν εύκολο να φεύγω.» Έκατσε σε μια από τις 2 καρέκλες του χωλ. «Το σχολείο ήταν τ’ όνειρό μου. Ντρεπόμουν που δεν το είχα τελειώσει. Κοίτα εσένα. Σπούδασες, δουλεύεις έχεις μια ζωή κανονική. Χαίρεις μιας εκτίμησης. Εγώ δεν ήξερα ούτε καν να διαβάσω. Ήταν και το μαράζι του μακαρίτη του πατέρα μου: «Χωρίς να έχεις βγάλει το σχολείο δεν θα πας πουθενά μου»
'λεγε πάντα» «Θα είναι πολύ υπερήφανος τώρα για σένα» απάντησα.
«Αλλά μην νομίζεις πως οι σπουδές είναι το πιο σημαντικό στη ζωή τελικά. Κοίτα όντως εμένα.» Τον κοίταξα στα μάτια. Η κοκκινίλα ήταν προφανώς κατάλοιπο των μπουνιών που είχε φάει σε αγώνες και προπονήσεις. «Δουλειά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, τρέξιμο απίστευτο, ταλαιπωρία, άγχος, κίνηση. Για λίγα ψίχουλα και μέλλον αβέβαιο. Και έτσι είναι όλη η γενιά μου, η γενιά μας.»
«Το πιο σημαντικό στη ζωή το έχεις ήδη,» συνέχισα βλέποντας πως είχα μετριάσει τη χαρά του για την εισαγωγή του. «Είσαι μαχητής. Σπουδαίος μαχητής.»

Σηκώθηκα να φύγω. Γύρισα κι έριξα μια τελευταία ματιά. Έκανα μια μικρή κυκλική κίνηση με το δείκτη του δεξιού μου χεριού στον αέρα «Ήσυχο είναι». «Περιποιημένο, σε καλή κατάσταση. Μπράβο! Να το χαίρεσαι! Και καλό μεταπτυχιακό!»

Δεν του είπα πως, από παιδί, η μυρωδιά τηγανητών κεφτέδων σημαίνει για μένα ζεστασιά και πολύ μεγάλη οικειότητα.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

ΔΙΑΛΛΙΕΧΤΕ! Ο,ΤΙ ΠΑΡΤΕ !(ΑΠΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΟΜΩΣ)

Τελειώνοντας κάτι δουλειές χτες στο κέντρο της Αθήνας κατευθύνθηκα προς το Μοναστηράκι για το Μετρό. Στον πεζόδρομο της Αιόλου (διαστύρωση με μια κάθετο που δεν θυμάμαι το όνομά της) ένας πλανόδιος πουλούσε κεράσια και βερύκοκα. Την προηγούμενη βδομάδα που είχα ξαναπεράσει από κει τον είχα ξαναδεί. Ήταν τότε με τον πρώτο καύσωνα όπου καμία καλύτερη αντιμετώπιση δεν υπήρξε (ούτε υπάρχει) από μερικά κρύα φρούτα. Είχα λοιπόν αγοράσει κεράσια με 2,5 €/κιλό. Το γελοίο θέαμα του να περιφέρομαι σε δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες με μια σακούλα γεμάτη κεράσια το αντιστάθμισα με την πολύ καλή τιμή αγοράς: στον μανάβη της γειτονιάς μου έχουν τουλάχιστον 4 €/κιλό!Είχα δηλαδή ένα κέρδος της τάξης του (περίπου) 40%. Καλό ποσοστό , δε λέω.
Επειδη ως γνωστόν ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, χτες που ξαναπέρασα είπα να ξαναπάρω (δεδομένου ότι θα γυρνούσα και κατευθείαν σπίτι) . Έτσι στάθηκα μπροστά στον πάγκο. Και τότε με έκπληξη είδα ότι τα κεράσια κοστίζουν 3 €. Μέσα σε λίγες μέρες η τιμή αυξήθηκε κατά 20%!!! Η δική μου η αμοιβή και κανενός φίλου ή γνωστού μου ο μισθός δεν αυξήθηκε 20% σε μια βδομάδα! Τα κεράσια δηλαδή γιατί;
Εξέφρασα το παράπονο μου στον συμπαθή πλανόδιο οπωροπώλη εντάσσοντας το μέσα στο γενικό πλαίσιο της ακρίβειας και μου απάντησε το κλασσικό που ΕΧΩ ΒΑΡΕΘΕΙ ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: "Δεν φταίω εγώ!"
Γιατί ρε φίλε; Δηλαδή μήπως φταίω εγώ; Φταίει λέει ο παραγωγός. Δηλαδή εσύ δεν είσαι παραγωγός; Τότε γιατί δεν πουλάς σε μανάβικο; Κι αν φταίει ο παραγωγός ν' αλλάξεις παραγωγό! "Μμμμ, να...ξέρεις ... άκου να σου πω φίλε ..." αφού ξεπερασε με μισόλογα το σκόπελο που του έβαλα, έσκυψε μπροστά και με άκρως εμπιστευτικό ύφος μου και με σιγανή φωνή μου είπε το αμίμητο:
"Ακου να σου πω να μαθαίνεις. Σήμερα είναι Δευτέρα . Και τις Δευτέρες οι νοικοκυρές έχουν ξεμείνει από φρούτα και τρόφιμα. Υπάρχει μεγάλη ζήτηση. Καταλαβαίνεις; Γι αυτό και τα κεράσια είναι πιο ακριβά. Εσύ μάλλον θα ήρθες Παρασκευή. Τις Παρακευές οι νοικοκυρές έχουν ψωνίσει, η ζήτηση έχει πέσει, τα πράγματα έχουν ηρεμήσει και τα φρούτα είναι πιο φτηνά. Μ' έπιασες; Όλα είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης. Νόμος της αγοράς!"
Ω, αδερφέ μου που είσαι να σκίσεις όλα σου τα πτυχία! Αφού τον κοίταξα για λίγο αποσβωλωμένος του έκλεισα κι εγώ πονηρά το μάτι. Τέτοια οικονομική ανάλυση δεν ακούς κάθε μέρα απο τον κάθε μανάβη! Είχα να κάνω με περίπτωση! Ας έκανα ότι συμφωνούσα κι ας μην ψώνιζα. Ποτέ δεν ξέρεις που θα καταλήξει μια συζήτηση περί οικονομικών θεωριών! Η ανθρωπότητα άλλωστε έχει υποφέρει πολλά από τέτοιας λογής πλανώδιους οικονομικούς αναλυτές και η κοινωνία ακόμα περισσότερα από τέτοιας λογής πλανώδιους "επαγγελματίες"!

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Sailing


1ος στόχος επιτεύχθη! Ο ένας έχθρος έπεσε. Έμεινε ο άλλος . (ο οποίος όμως αργεί- από Οκτώβριο.)

Φεύγω για τριήμερη ιστιοπλοϊα στον Αργοσαρωνικό (Ύδρα - Σπέτσες) και επανέρχομαι ανανεωμένος και με πολύ δυνατή ψυχολογία!

(Ευκαιρία να ξεσκονίσω και κείνο το διπλωματάκι...)

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

2η ΓΙΟΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ (ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ)


ΤΕΛΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2ης Γιορτής
Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών

18:00 Παράλληλες Συζητήσεις:
Ρατσιστική βία και Αντιρατσιστικό Κίνημα
Ομιλητές: Άλκης Ρήγος (πανεπιστημιακός), Τάσος Κωστόπουλος (δημοσιογράφος), Παναγιώτης Λίλης (περιοδικό Διεθνιστική Αριστερά)
Η απεργία των μεταναστών εργατών στη Μανωλάδα, ανοίγει δρόμους
Ομιλητές: Ντίνα Δασκαλοπούλου (δημοσιογράφος), Μάριος Λώλος (πρόεδρος Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας), Γιώργος Αλεβυζάκης (Γραμματεία Μεταναστών ΓΣΕΕ), Οσμάν Μπαχτάντι (μέλος προσωρινής διοίκησης Σωματείου Εργαζομένων στις Ιδιωτικές Ταχυμεταφορικές Αττικής)
Συντονισμός Συζητήσεων: Κίνηση «ΑΠΕΛΑΣΤΕ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ»

19:30 Αντιρατσιστική Συναυλία αφιερωμένη στους εργάτες γης της Μανωλάδας:
§ Στάθη Δρογώση
§ Magic de Spell
§ «Ιστορίες για Κρουστά» του Βασίλη Βασιλάτου
§ Ομάδα Κρουστών ΕΜΠ
§ Fundracar
§ Συγκρότημα "KALI” & Amzed Khan (Πακιστάν-Ινδία)
§ Συγκρότημα Πολιτιστικού Συλλόγου «DOEL» (Μπαγκλαντές)
§ Συγκρότημα Πολιτιστικού Κέντρου Κουρδιστάν

Εκθέσεις Φωτογραφίας:
· Μετανάστες της Μανωλάδας (Μάριος Λώλος)
· «Οι νέοι Αθηναίοι» (Μίμης Θεοδόσης)
· Μετανάστες εργάτες στις κατασκευές
· Αντιρατσιστικό Κίνημα στην Ελλάδα και τον κόσμο
· Δραστηριότητες του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών
& της Κίνησης «ΑΠΕΛΑΣΤΕ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ»

Προβολές ταινιών μικρού μήκους:
· Το κατώι/ Μπουγιάρ Αλιμάνι (14’)
· Τα σαλιγγάρια της Λουλούς / Παναγιώτης Φαφούτης (15’)
· Mercedes /Σίμος Κορεξενίδης (22’)

Έκθεση αντιρατσιστικού βιβλίου

Με καλλιτεχνικά δρώμενα (ξυλοπόδαροι, παντομίμα και ζογκλέρ, από τη σχολή circusdayz), πλούσια διεθνή κουζίνα και μπαρ.



Τρίτη 13 Μαΐου 2008

2η ΓΙΟΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΣΤΗ:


Με χαρά περιμένω να σας δω, φίλοι μου, σε μια πολύχρωμη πολυεθνική κι εντελώς διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει γιορτή.

INFO:

Την Κυριακή 8 Ιούνη θα γίνει η 2η Γιορτή του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών, στο Ανοιχτό Θέατρο του Λόφου Κολωνού. Μια γιορτή συνύπαρξης, αλληλεγγύης και κοινού αγώνα, ντόπιων και μεταναστών.
· Από τις 6 το απόγευμα προγραμματίζονται συζητήσεις της Κίνησης «Απελάστε το Ρατσισμό» για τη φετινή ένταση της ρατσιστικής βίας και το αντιρατσιστικό κίνημα. Ακόμα, για τους μετανάστες εργάτες μετά από τα γεγονότα της Μανωλάδας.
· Στον φιλόξενο χώρο του Λόφου Κολωνού, θα στηθούν εκθέσεις φωτογραφίας και αντιρατσιστικού βιβλίου, δρώμενα και προβολές.
· Η Γιορτή θα κλείσει με συναυλία από μετανάστες και έλληνες καλλιτέχνες και μουσικά σχήματα που συμμετέχουν εθελοντικά.
· Συμμετέχουν κοινότητες και σύλλογοι μεταναστών και προσφύγων, συνδικαλιστικοί φορείς και κινήσεις δικαιωμάτων, φοιτητικές και μαθητικές ομάδες.

Κεντρικό σύνθημα της φετινής 2ης Γιορτής:
«…ίσα δικαιώματα στους μετανάστες, καλύτερη ζωή για όλους…»

Η είσοδος ενίσχυσης κοστίζει 6 €.

Προσκλήσεις μπορείτε να προμηθευτείτε τα Σαββατοκύριακα στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών (Άργους 145 - Κολωνός).
Τηλέφωνα επικοινωνίας για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής: 210-5130373 (Σαββατοκύριακα), 210-3306286 (Καθημερινές) & 69763945

Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.ksm.gr/

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

ΑΝΟΙΞΗ



Χθες το πρωι,

δυο μίλια απ' το λιμάνι,

χάθηκε μόνη στα βαθιά.

Έτσι περνά η Άνοιξη και φεύγει,

είχε στα μάτια σκοτεινιά, είχε στα μάτια της φωτιά


Θα θελα να χω βρει μια λέξη να της πω

τη θάλασσα πως κλείνει σε μια στάλα αθάνατο νερό

όμως δεν ξέρω που να ψάξω κι αγρυπνώ


Στη φούστα της κεντούσε το Χειμώνα

με φύλλα που έπεφταν στη Γη.

Μου ζήτησε τα ρούχα της δουλειάς μου

κι είπε πως πως δεν θα ξαναρθεί κι είπε πως πάλι θα φανεί .
--------------------------------------
Μουσική: Παράξενος Ελκυστής
Στίχοι : Γιάννης Ζαρκαδούλας
Φωνή: Μαρία Γράμψα
--------------------------------------
Ο Γιάννης έχει σπουδάσει γαλλική φιλολογία στην Αθήνα και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση, κάπου χαμένος στα βάθη της ΑΣΕΠικής επαρχίας.
--------------------------------------
Η Μαρία ολοκλήρωσε με άριστα, επαίνους και διακρίσεις τις σπουδές της στο πιάνο και στην ωδική. Έχει τραγουδήσει σε πολλές συναυλίες, ενώ δούλευε για πολλά χρόνια στη χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Επίσης έχει συμετάσχει σε πολλούς δίσκους γνωστών μουσικών και τραγουδοποιών. Τα τελευταία χρόνια δουλεύει ως stage manager για την "Ελληνική Θεαμάτων" και, απογοητευμένη, δεν δηλώνει πλέον τραγουδίστρια, ούτε μουσικός.




Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Πνίγομαι.



Είμαι εδώ μέσα κλεισμένος 3 μέρες. Χωρίς φως, χωρίς ήλιο, χωρίς αέρα. Δεν ξέρω που ακριβώς βρίσκομαι. Είμαι χωμένος βαθιά μέσα στη γη; σε κάποια τρύπα που άνοιξε ένα τυφλοπόντικας; είμαι σε ένα μπουντρούμι μιας απομακρυσμένης φυλακής; σ' ένα θάλαμο απομόνωσης και ψυχολογικών βασανιστηρίων; είμαι στο ψηλότερο σημείο ενός πύργου ή μήπως είμαι απλά στο δωμάτιό μου;

Δεν μπορώ να θυμηθώ. Το μόνο που θυμάμαι αμυδρά είναι ότι πριν από δω είχα πάει για μπάνιο. Δεν θυμάμαι που. Θυμάμαι μόνο ότι είχε πολύ ωραίες γυναίκες με μαγιό και ότι όλοι διασκέδαζαν. Ποτά, κοκτέιλς, καφέδες, τσιγάρα, πούρα,μουσική,ηλιοθεραπεία, σεξ.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πως βρέθηκα εδώ. Αν μπήκα μονος μου ή να με έβαλαν.

Δεν πρέπει να σκέφτομαι πολύ. Καταναλώνω ενέργεια. Δεν έχει καθόλου αέρα εδώ και είναι θεοσκότεινα. Μυρίζει κλεισούρα και ο αέρας με πνίγει.

Μέτρησα το χώρο μου. Είναι ένα δωμάτιο. Οι δύο τοίχοι έχουν 5 πόδια μήκος κι άλλοι δυο 6. Δεν ξέρω να πω ποιος είναι καθετος και ποιος οριζόντιος αφού δεν υπάρχει πόρτα. Αλλωστε δεν βλέπω τη τύφλα μου. Έψαξα καλά, ψηλάφισα με τα δάχτυλα μου όλους τους τοίχους, το πάτωμα και το ταβάνι. Αλλά δεν βρήκα τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα απόλύτως άνοιγμα, καμία χαραμάδα, καμία πιθανή επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στην αρχή, όταν ξύπνησα εδώ μέσα νόμιζα πως είχα τυφλωθεί. Αλλά μετά τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι και τουλάχιστον τα πόδια μου μπορώ να τα δω. Αλλά όχι παραπέρα.

Ο αέρας όσο πάει και χειροτερεύει. Δεν πρόκειται να κρατήσει για πολύ. Το ξέρω. Αλλιώς θα τα τινάξω από την ασφυξία. Αναπνέω την ίδια μου την αναπνοή. Αλήθεια , ισχυεί αυτό που λένε ότι αν αναπνέεις την ανάσα σου πριν πεθάνεις από το διοοξίδιο του άνθρακα, αρχίζεις και τρελαίνεσαι;

Πνίγομαι! Προσπαθώ να κάνω ευχάριστες σκέψεις αλλά δεν θυμάμαι τίποτα. Γαμώτο! Σαν να μην έχω ζήσει πριν από δω! Αυτά τα όμορφα κορίτσια στην παραλία πότε ήτανε; ήταν χθες ; ή μήπως το προηγούμενο καλοκαίρι; Πνίγομαι μ' ακούτε;; Τι εποχή έχουμε τώρα; Είναι άνοιξη; Είναι χειμώνας; Γιατί από 'δω μέσα δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν ακούω τίποτα, δεν μυρίζω τίποτα! Και φυσικά δεν έχω καμία ανθρώπινη επαφή.

Πνίγομαι! Δεν πορώ να θυμηθώ καθόλου πόσες μέρες είμαι εδώ μέσα. Δεν πρέπει να είναι πολλές γιατί δεν πεινάω, ίσως να είμαι μόνο από χτες, αλλά αν ήταν έτσι δεν θα θυμόμουν τα προχτεσινά; Και άλλωστε είναι πολλές πάρα πολλές, άπειρες οι ώρες που ξύπνησα εδώ μέσα. Πνίγομαι! Όχι αποκλείεται να είμαι μόνο μια ημέρα. Αλλά τότε τί τρώω; Πως το τρώω; Ποιος με ταϊζει;

Πνίγομαιαι! Είμαι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι σ' ένα τυφλό μπουντρούμι και η μνήμη μου με έχει προδώσει. Θυμάμαι αμυδρά ένα πολύ γρήγορο μαύρο αυτοκίνητο. Δεν ξέρω όμως αν ήταν δικό μου ή αν ήθελα να το αγοράσω. Πνίγομαιαιαιαιαιαιαι! ΠΝΙΓΟΜΑΙ! Πνίγομαι... Γιατί διάολε δεν θυμάμαι τίποτα άλλο; Γιατί; Γιατί θυμάμαι μονο όμορφες γυναίκες, αυτοκίνητα και ποτά; Ήθελα να τα αποκτήσω ή τα απέκτησα; Μήπως αυτά μέ έβαλαν εδώ μέσα;

Πνίγομαιαιαι! Ο άρρωστος αέρας μου κόβει την ανάσα! Νιώθω τις φλέβες μου να συσπώνται, την καρδιά μου να παλεύει, το στομάχι μου να σφίγγεται! Θέλω να βγω από δω μέσα! Μ' ακούει κανείς; Πνίγομαι! Δεν αντέχω άλλο! Δεν έχω κάνει τίποτα κακό! Θέλω να αναπνεύσω φρέσκο αέρα. Το διακαιούμαι! Ό,τι κι αν έχω κάνει είμαι άνθρωπος γαμώτο... Άνθρωπος σαν κι εσάς. Σαν όλους.

Δεν πρέπει να σκέφτομαι άλλο. Πρέπει μόνο να επιβιώσω. Πνίγομαι.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Το μπουκάλι




Κοίταζα από ψηλά και θαύμαζα τη θέα. Στεκόμουν στη μέση μιας καταπράσινης, χορταριασμένης πλαγιάς και χάζευα τις όχθες της λίμνης που έρχονταν να αγγίξουν τις παρυφές της . Ήταν πολύ ήσυχα. Δεν φύσαγε. Έκανε ζέστη. Η λίμνη πολύ μεγάλη, χανόταν στον οριζοντα και ασυνήθιστα μπλε. Αρυτίδωτη. Γυρω της βουνά κατέβαιναν και την αγκάλιαζαν μέσω παρόμοιων καταπράσινων πλαγιών με αυτή που στεκόμουν. Σιωπή. Δέν άκουγα τίποτα. Μόνο ένα μεγάλο κοπάδι πρόβατα, πέρα στο βάθος, που, με αργά, νωχελικά βήματα πήγαιναν να πιουν νερό στη λίμνη. Αραιά και μακρινά άκουγα καμπανάκια και βελάσματα.


Ένιωθα τα πόδια μου να μην με κρατάνε στη γη. Σαν κάποιος να τα απελευθέρωσε. Σαν να τους είπε "Φύγετε τώρα, είστε ελεύθερα, πάτε όπου θέλετε! Πετάξτε!" Κι άρχισα να πετάω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πέταγα. Το ξέρω. Το έχω ξαναζήσει. Την τελευταία φορά το έκανα τραγούδι. Αλλά αυτή τη φορά δεν ένιωθα την ίδια ελευθερία, παρότι μου την είχαν προσφέρει απλόχερα. Πέταγα ψηλά και απομακρυνόμουν από τον κόσμο. Τα πρόβατα είχαν γίνει κουκίδες. Είχα τόσο ξεχαστεί που με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι στο χέρι μου κρατούσα ακόμα το μοσοάδειο πλαστικό μουκάλι με νερό. Ένιωσα ένα ρεύμα από πίσω μου. Γύρισα και είδα ένα μικρό, σε σχήμα μεγάλης μπάλας ποδοσφαίρου, αστεροειδή να έρχεται από πίσω μου. Καταπάνω μου. Με φόρα, με δύναμη, με μένος. Λίγο πριν με χτυπήσει και μετατρέψει και μένα σε αστρική σκόνη έκανα μια ανεπαίσθητη μικρή κίνηση και πρόλαβα να τοποθετήσω όρθιο, χωρίς να πέσει, το πλαστικό μπουκάλι. Αμέσως ο αστεροειδής σταμάτησε. Και τότε ξαναβρέθηκα στην καταπράσινη πλαγιά.


Ξανακοίταξα το τοπίο. Η ίδια γαλήνη. Η ίδια αίσθηση ηρεμίας. Η ίδια ησυχία. Θεέ μου, τί απόλαυση! Επιτέλους. Το βλέμμα μου γύρεψε τα πρόβατα. Δεν τα άκουγα πια. Τα εντόπισα. Ήταν ακριβώς στην ίδια θέση που τα είχα αφήσει. Πολύ παράξενο. Δεν είχε κουνηθεί κανένα! Ούτε ένα! Ξαφνικά -δεν κατάλαβα την αιτία- άρχισαν όλα μαζί να τρέχουν, σαν άλογα κούρσας προς τη λίμνη. Έφτασαν μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης, στις όχθες της κι αντί να σταματήσουν συνέχιζαν να τρέχουν πάνω στο νερό. Πολύ γελοίο θέαμα. Τα σούπερ-πρόβατα! Και τότε καταλάβα. Ήμουν νεκρή κι αυτή ήταν η αιώνια κίνηση μου στο Σύμπαν.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

του Αγίου Τριημέρου


΄Οπου και να πήγαινα σήμερα (και πήγα σε πολλά) μια ευχή με ακολουθούσε. Ερχόταν από παντού, την άκουγα παντού, την δεχόμουνα από παντού, την έδινα παντού: "Καλό Τριήμερο! ". Με πολλά πολλά θαυμαστικά.
Οι εργαζόμενοι, οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, φίλοι και γνωστοί, συγγενείς και συνεργάτες, όλοι λίγο-πολύ, δίνανε την ευχή και έλαμπαν. Μια έκφραση ανακούφισης και απέραντης προσμονής χαράζοταν στα πρόσωπα. Την έλεγαν από το πρωί, ίσως κι από χτες το βράδυ, με πάθος, με νόημα, με ζήλο. "Καλό Τριήμερο! ". "Καλό Τριήμεροο!! ". "Καλό Τριήμεροοοοο!!!!!! ".


Ουτε μια φορά δεν άκουσα "Καλά κούλουμα", ή "άντε καλή Σαρακοστή". Γιατί κανείς δεν ευχήθηκε καλό "Πέταγμα Χαρταετού" ή "Καλά Καλαμαράκια"; Δεν έχει σημασία τί γιορτάζουμε, ποιος γιορτάζει πως το γιορτάζει. Ίσως επειδή το ξέρουμε ήδη. Έχουμε εντρυφήσει κάθε χρόνο στα αφιερώματα και στα αυθόρμητα γλέντια της tv. Έχουμε δει τα πανηγύρια που στήνουν οι Δήμοι, τους χορούς του Ψωμιάδη τα τραγούδια να τα πω; της Θώδη και τους χαρταετούς των πολιτικών. Κάθε χρόνο βλέπουμε και κάνουμε τα ίδια και τα ίδια. Ξέρουμε τι γιορτάζουμε. Ναι. Τελικά ξέρουμε τι γιορτάζουμε.

Η αλήθεια έχει τη μεγαλύτερη άνωση. Έρχεται πάντα στην επιφάνεια. Κανείς δεν γιορτάζει για να φάει καλαμαράκια, χταπόδι και χαλβά. Γιορτάζουμε αυτό που ευχόμαστε: Τη μία ημέρα παραπάνω. Τη μία ημέρα που νιώθουμε ότι την κλέβουμε από τις υποχρεώσεις μας, το άγχος μας, το τρέξιμό μας. Από το μαλάκα αφεντικό, το διεφθαρμένο κράτος, την ανυπόφορη κίνηση στους δρόμους. Τη μία ημέρα που μας κάνει να νιώθουμε εμείς κύριοι του εαυτού μας. Όλη τη χρονιά μας πιέζουν, μας στραγγίζουν, μας στίβουν, μας κυνηγούν. Ε, αυτή την ημέρα όχι! Είναι η ημέρα της υποτιθέμενης εκδίκησης. Γιορτάζουμε την ξεκούρασή μας. Είναι ημέρα του Αγίου Τριημέρου!Χρόνια μας πολλά!

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

(καλό είναι να διαβαστεί πρώτα το Α Μέρος)





Είπα του ταξιτζή να με περιμένει. Μπήκα στο πρακτορείο με τη ψυχή στο στόμα. Θα έχει εισιτήρια; Πριν λίγες ώρες είχε μόνο 3. Θα έχουν παραμείνει; Αποκλείεται να μην είχαν εξαντληθεί μετά από τόσες ώρες. Κι αν κάποιος έχει πάρει τη μια από τις 2 θέσεις στη διπλή και αναγκαστούμε να κάτσουμε χώρια; Πως θα ταξιδέψουμε με χωριστές θέσεις μέσα στη νύχτα; Κι αν δεν έχει καθόλου; Τι θα κάνουμε; Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι αύριο το βράδυ; Θα χάσουμε όλη την ημέρα και θα φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί ή θα πάρουμε αεροπλάνο; Και θα βρούμε θέσεις κι εκεί;
Ζήτησα δυο εισιτήρια με το νυχτερινό για Παλένκε. Η ίδια νεαρή κοπέλα μού χαμογέλασε και γύρισε προς το μέρος μου το μόνιτορ. « Έχει μόνο 2 θέσεις. Τις 2 πίσω-πίσω, δίπλα απ’ τη τουαλέτα». «Οκ, θα τις πάρω» της απάντησα καθώς της χαμογελούσα με ανακούφιση. Έβγαλα 72 δολάρια και πλήρωσα. «Να είστε εδώ το αργότερο στις 8.40» μου είπε με κάποιο τόνο προειδοποίησης Αλλιώς; Αλλιώς τι;
Έξω στο δρόμο ο ταξιτζής, ένας σαραντάρης μαυριδερός συμπαθέστατος Μεξικανός με πλακουτσωτή φάτσα, δεν είχε κουνηθεί.
-«Από πού είσαι αμίγκο;» με ρώτησε στα ισπανικά.
- «Από την Ελλάδα» του απάντησα.
-«Grecia? Nice football!»
Α ρε Ζαγοράκη να ήξερες πως έχεις παραπλανήσει όλο τον πλανήτη! Που έφτασε η χάρη σου! Λίγα χρόνια πριν, στο Μαυρίκιο ή στη Ταϋλάνδη, κανείς δεν ήξερε που πέφτει η Ελλάδα. Και τώρα μας ξέρουν οι πάντες.
- «Είναι τ’ όνειρό μου να πάω στην Ελλάδα» συνέχισε ο ταξιτζής σε σπαστά αγγλικά, προφέροντας τις λέξεις πολύ αργά..Θέλω να μαζέψω λεφτά και να πάρω τη γυναίκα μου να πάμε διακοπές»
Η συζήτηση για το Euro, το ποδόσφαιρο και την Ελλάδα με έκανε να ξεχάσω το άγχος μου. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση. Και πώς να είχε άλλωστε, με την τέλεια ρυμοτομία που διαθέτουν αυτές οι μικρες επαρχιακές πόλεις; Φτάσαμε στο ξενοδοχείο πολύ γρήγορα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχα αφήσει λεφτά στη Χρύσα και δεν είχε να πληρώσει. Λογικά έπρεπε να είναι ακόμα εκεί που την είχα αφήσει. Η ώρα πλησίαζε πλέον 7.30. Είπα του ταξιτζή να με πάει στην κεντρική πλατεία. Πράγματι καθόταν ακόμα εκεί, στο ίδιο τραπεζάκι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, αμέριμνη, σίγουρη ότι θα επέστρεφα. Κόσμος πηγαινοερχόταν μπροστά της, εγώ είχα πεθάνει από το άγχος κι αυτή καθόταν και διάβαζε ήσυχα κι ωραία. Έτρεξα να πληρώσω το γεύμα μας και αμέσως επιστροφή στο δωμάτιο. Πλήρωσα 60 πέσος, δηλαδή περίπου 5 ευρώ στο ταξί για όλη τη διαδρομή και ανεβήκαμε τρέχοντας. Μαζέψαμε μέσα σε 15 λεπτά. Σίγουροι ότι μέσα στη βιασύνη μας κάτι είχαμε ξεχάσει τσεκάραμε ότι είχαμε πάρει τουλάχιστον τα απαραίτητα: διαβατήρια, χρήματα, οδηγούς, μηχανές, κινητά, φορτιστές.
Κατεβήκαμε για τσεκ άουτ. Νέο ταξί μας περίμενε στην είσοδο. Είχαμε όμως να ρυθμίσουμε μια τελευταία μικρή λεπτομέρεια. Που θα κοιμόμασταν το επόμενο βράδυ. Ευτυχώς σταθήκαμε τυχεροί. Ήδη από την Ελλάδα είχαμε κάνει κάποια επιλογή σε ξενοδοχεία και στο 2ο κιόλας τηλεφώνημα κλείσαμε. Το El Paraiso στο κέντρο του Σαν Κριστόμπαλ Ντε Λα :Κάζας, κάτω από το ζόκαλο.
Φτάσαμε στο σταθμό ακριβώς στις 8.40.
Δείξαμε τα εισιτήρια στο φύλακα. Ταξιδεύαμε με luxury bus της εταιρείας A.D.O. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι δεν έκανε ενδιάμεσες στάσεις, παρά μόνο μία στη Καμπέτσε με ενσωματωμένη τουαλέτα και καφέ. Ήταν πολύ πιο ακριβό από το κανονικό λεωφορείο και γι’ αυτό το απέφευγαν οι ντόπιοι. Μας οδήγησε στην αίθουσα αναμονής. Στην είσοδο έγραφε V.I.P. Μπαίνοντας στην αίθουσα είδα την έκφραση απογοήτευσης και ανησυχίας στη Χρύσα.
Όλη η αίθουσα ήταν γεμάτη Μεξικάνους. Μικρούς μεγάλους, οικογένειες, ζευγάρια, μόνους. Δεν είχε ούτε ένα ξένο. Η υπάλληλος είχε δίκαιο. Θα ήμασταν οι μόνοι τουρίστες στη διαδρομή! Ένιωσα μια σκιά να μας βαραίνει. Όσο υπάρχουν τουρίστες νιώθεις μια περισσότερη ασφάλεια. Λες: «δεν θα με φάνε ζωντανό» Βολευτήκαμε σε ένα παγκάκι. Κοίταξα τις φάτσες γύρω μου. Άλλες κουρασμένες, άλλες σκεφτικές, άλλες σκυθρωπές. Καμία όμως χαρούμενη, καμία εκδρομική.
Τα λεπτά περνούσαν και όσο πλησίαζε η ώρα αναχώρησης τόσο μεγάλωνε η ανασφάλειά μας. Ένιωθα να με στοιχειώνει η συμβουλή του Lonely Planet: «Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία!» Ήταν ανεξήγητο. Καθαρά ψυχολογικό. Σαν να περιμέναμε σε μια αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου. Τί γυρεύαμε εμείς εκεί ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρουμε; Η αίθουσα είχε σκοτεινιάσει.
Και ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, πέντε λεπτά πριν τις 9.00 κατέφτασε μέσα σε φωνές και αστεία μια εξαμελής παρέα Ιταλών! Τρία ζευγάρια με σλίπινγκ μπανγκ και ορειβατικούς σάκους. Κοιταχτήκαμε με τη Χρύσα και μόνο που δεν σηκωθήκαμε να τους φιλήσουμε! Τους φάγαμε με τα μάτια προσπαθώντας να καταλάβουμε από πού είναι και που πάνε. Κι ύστερα κι άλλη παρέα Ευρωπαίων κι ύστερα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Όλοι καθυστερημένοι, όλοι τελευταία στιγμή. Σε λίγο η αίθουσα γέμισε από τουρίστες , σχεδόν συνομήλικούς μας. Εν τω μεταξύ ένα λουξ λεωφορείο έφυγε για Καμπέτσε παίρνοντας μαζί του όλους σχεδόν τους Μεξικανούς. Άρα δεν πήγαιναν στο Παλένκε. Λογικό άλλωστε. Τί μπορούσαν να κάνουν όλοι αυτοί σε ένα χωριό, χωρίς καμία υποδομή, στη μέση της ζούγκλας; Ήθελε να επιστρατεύσεις απλή λογική. Κακώς είχα επηρεαστεί. Μείναμε μόνο οι τουρίστες. Λίγα λεπτά αργότερα μια φωνή μας ανακοίνωσε την αναχώρησή μας. Το 80% των επιβατών τελικά ήταν ξένοι. Η κοπέλα στο γκισέ είχε άδικο.
Βολευτήκαμε στις θέσεις μας. Ευτυχώς η τουαλέτα δεν μύριζε. Έβαλα όλα μας τα πολύτιμα στη «μπανάνα» ανάμεσά μας και τυλιχτήκαμε με τα μπουφάν μας. Καλύψαμε τα πόδια με τη μοναδική πετσέτα που είχαμε φέρει από την Ελλάδα. Αρχίσαμε να διασχίζουμε τους ατέλειωτους μονότονους αυτοκινητόδρομους του Μεξικό. Δεν περνούσαμε από χωριά ή πόλεις. Γύρω μας αν ήταν μέρα θα βλέπαμε μόνο απέραντες εκτάσεις από φοινικές και τροπική βλάστηση.
Βγάλαμε τα παπούτσια μας και απολαύσαμε μια ταινία με τον Μόργκαν Φρίμαν και τον Μπομπ Χόσκινς. Στις 12.00 η ταινία τελείωσε και ο οδηγός, του οποίου η θέση για λόγους ασφαλείας απομονωνόταν πλήρως από το χώρο των επιβατών μ’ένα πέτασμα και μια κλειδωμένη πόρτα έτσι ώστε να μην έχει καν οπτική επαφή με μας, έσβησε τα φώτα.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιά με το έντονο κούνημα, λόγω τελευταίας θέσης, να μας νανουρίζει. Κάναμε ένα ύπνο ελαφρύ αλλά ξεκουραστικό. Ξυπνήσαμε πέντε ώρες αργότερα από τη φασαρία και το σούσουρο των συνεπιβατών που μάζευαν τα πράγματά τους. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν πέντε το πρωί. Ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Ήταν νύχτα έξω. Όμως είχαμε φτάσει στο Παλένκε. Έβλεπα τα μικρά ισόγεια σπίτια. Οι ένοικοί τους ακόμα κοιμόνταν. Ήταν σκοτεινά. Ήθελα οπωσδήποτε να κάνω ένα μπάνιο και να πιω ένα δυνατό καφέ. Για το πρώτο έπρεπε να περιμένω μέχρι το βράδυ. Για το δεύτερο ευθύς μόλις κατεβαίναμε θα το φρόντιζα.




Φτάσαμε στο μικροσκοπικό σταθμό του Παλένκε και αποβιβαστήκαμε. Αυτό ήταν! Ούτε ληστείες, ούτε επιθέσεις, ούτε όπλα, ούτε κακοποιοί, ούτε τίποτα! Όλα είχαν πάει κατ’ ευχήν. Βγάλαμε εισιτήρια για το Σαν Κριστόμπαλ το μεσημέρι με το λεωφορείο των 3.
Αφήνοντας τη Χρύσα να προσέχει τα πράγματά μας μέχρι να ανοίξουν τα λόκερς και να τα αποθηκεύσουμε βγήκα έξω απ΄ το σταθμό για να βρω καφέ. Το σκοτάδι δεν έλεγε να σπάσει και η ψύχρα ήταν έντονη. Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Και ο αρχαιολογικός χώρος δεν θα άνοιγε πριν τις 8.00. Σ’ένα χωράφι, 2-3 σπίτια πιο κάτω, πρόσεξα κάτι ντόπιους μαζεμένους. Προχώρησα προς τα εκεί. Μια μεσήλικη ινδιάνα είχε ένα τρίκυκλο πάνω στο οποίο είχε βάλει ένα πλαστικό βαρέλι με ζεστό νερό με μια μικρή βρύση στο κάτω μέρος. ‘Εβαζε ένα ποτήρι γέμιζε με ζεστό νερό και ύστερα έδινε χώρια τον καφέ, τη ζάχαρη και τη γάλα σε σκόνη. Αγαλλίασα! Κανονικός παραδοσιακός νεσκαφέ! Τί τύχη! Καφές! Νερομπλουμ, νεροζούμι, αλλά καφές! Έφτιαξα δύο και γύρισα πίσω θριαμβευτής. Η Χρύσα εν τω μεταξύ είχε τακτοποιήσει τις βαλίτσες μας. Βγήκαμε στο δρόμο να απολαύσουμε στα όρθια τον καφέ μας. Άρχιζε να χαράζει. Τα πρώτα bus collectivos έκαναν την εμφάνισή τους. Άθλια, βρώμικα βαν, χωρίς κατ’ ανάγκη πόρτα για τους επιβάτες εξυπηρετούσαν τους ντόπιους κάνοντας στάσεις μόνο στον κεντρικό δρόμο. Ένα τέτοιο με 10 πέσος το άτομο θα παίρναμε και μεις.







Από μακριά τα βουνά είχαν αρχίσει παίρνουν το σχήμα τους μέσα στην πρωινή ομίχλη, νιώθαμε τη ζούγκλα να ξεκινάει ορμητικά προς τα επάνω και ακούγαμε άγνωστα πουλιά να τιτιβίζουν.


Ανυπομονώντας να θαυμάσουμε το πιο ξακουστό παλάτι των Μάγιας χαζεύαμε τους ντόπιους που πήγαιναν στη δουλειά τους. Ζεστός καφές κυκλοφορούσε στο αίμα μας! Μόλις είχαμε ταξιδέψει στην καρδιά μιας άγνωστης ηπείρου με νυχτερινό λεωφορείο. Είχαμε κάνει μια διαδρομή που όλοι συνιστούσαν να μην κάνουμε. Είχαμε ξεπεράσει τις φοβίες και τις προκαταλήψεις μας! Νιώθαμε σαν να είχαμε κάνει ένα άθλο. Όχι, δεν είχαμε πάθει τίποτα. Απολαμβάναμε τον ζεστό καφέ και ήμασταν ζωντανοί. Ολοζώντανοι! Ίσως πιο ζωντανοί από ποτέ.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

ΣΕΛΙΔΑ 123

Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα της αγαπητής μου Ξανθίππης θα πάρω μέρος στο μπλογκπαίχνιδο διότι μέχρι τώρα μάλλον θα έχετε καταλάβει πόσο μου αρέσουν τα παιχνίδια και δη τα μπλογκοπαίχνιδα.

Λοιπόν: Το κοντινότερο μου βιβλίο είναι επαγγελματικο που μάλλον δεν αφορά κανένα. Το αμέσως επόμενο είναι ο Απειροστικός Λογισμός 3 που το έχω από τη σχολή το οποίο επίσης δεν αφορά κανένα (σοβαρό άνθρωπο τουλάχιστον. Κι εγώ έχω από τότε να το ανοίξω- απλά μ' αρέσει ο τίτλος του). Οπότε με την τρίτη προσπάθεια το 3ο κοντινότερο είναι (τί άλλο;) ο τροπικός του Αιγόκερω, του Α. Μίλερ. Στη σελ 123 διαβάζω:

"Και δεν το ξέρετε γιατί ποτέ σας δε σταθήκατε να σκεφτείτε. Αφήνετε τους ανθρώπους να σας εκμεταλλεύονται. Είσαστε ένας διάσημος ανόητος, ένας ηλίθιος"

Πολύ καλό! Εκτός απ' το διάσημος όλα τ' άλλα μου ταιριάζουν γάντι!

Οδηγίες παιγχιδιού :
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Με τη σειρά μου καλώ: Δημήτρη Αθηνάκη, Φιλήμων, Υποκριτή Αναγνώστη, Χρύσα και Φαίδρα Φις.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)



Φτάσαμε αργά το βράδυ στη Μερίντα. Δεν θα προλαβαίναμε την ανταπόκριση. Δεν είχαμε όμως ούτε που να μείνουμε. Δεν είχα καταφέρει να κλείσω ξενοδοχείο. Όλα τα ξενοδοχεία του Lonely planet γεμάτα. Κι έτσι βγήκα στη γύρα, σε 2-3 κοντά στην plazza grande. Τζίφος. Ενα μόνο είχε δωμάτια, αλλά ήταν τυφλό ,χαμηλοτάβανο και έπρεπε να περάσεις μέσα από ένα πολύ κλειστοφοβικό αίθριο, παραφορτωμένο με αναρριχώμενα φυτά και δέντρα που δεν μού έδινε καλή αίσθηση.
Σουρούπωνε και ένιωθα τη νύχτα να πλησιάζει απειλητικά. Τί θα κάναμε αν δε βρίσκαμε κανένα δωμάτιο; που θα μέναμε; Άρχισα να τρέχω από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Τελικά με την 4η προσπάθεια βρήκα ένα καλό με 120$ στον δεύτερο όροφο. Ήταν κι αυτό τυφλό, με ένα παράθυρο στο διάδρομο, δηλαδή στη Χασιέντα, την εσωτερική αυλή. Ήταν όμως καθαρό και χωρίς κουνούπια.
-Πολύ καλύτερο από την Τσιανγκ Μέι, της είπα για να απαλύνω την έκφραση δυσαρέσκειας του προσώπου της. Εκείνο είχε αίματα στους τοίχους, θυμάσαι;"

Κοιμηθήκαμε αμέσως.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για μια βόλτα στην πόλη. Το λεωφορείο έφευγε στις 9.00 το βράδυ κι είχαμε όλη την ημέρα μπροστά μας.
Η Μερίντα δεν έλεγε τίποτα σαν πόλη. Κι όμως ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας του Γιουκατάν, μιας πλούσιας και κατεξοχήν τουριστικής περιοχής. Είχε κι αυτή την ίδια ρυμοτομία: δρόμοι κομμένοι σαν μπακλαβάς, κτίρια δυόροφα και πολύχρωμα, όλα χωρίς ταμπέλες να κρέμονται αλλά με ζωγραφιστές επιγραφές και στο κέντρο της πόλης η πλατεία, το Ζόκαλο που εδώ το λενε plazza grande ή el centro, με τον καθεδρικό του San Ildefonso και το μάλλον φτωχικό δημαρχείο.
Κανένα τους δεν φανέρωνε κάποια παλιά αίγλη ή αριστοκρατεία όπως της Πουέμπλα.
Το ωραιότερο και πιο σημαντικό απ' όλα φαίνεται πως ήταν το Grand Hotel κι αυτό επειδή το καθαγιασε με την παρουσία του κάποτε ο Φιντέλ.
Ως γνωστός αδιάκριτος προσπαθούσα να ρίξω κλεφτές ματιές μέσα απ΄τα διάπλατα ανοιγμένα παράθυρα στο εσωτερικό των κτιρίων. Ήταν όλα πολύ φτωχικά. Χαμηλούς φωτισμούς, χωρίς έπιπλα, καναπέδες και καρέκλες αλλά, με αιώρες να κρέμονται μέσα στα σαλόνια. Με αυτή την υγρασία τι να τον κάνεις τον καναπέ; Να κολλάς ολόκληρος;
Η υγρασία ήταν πραγματικά αφόρητη. Πρώτη φορά μετά από μια βδομάδα στο Μεξικό την καταλάβαμε εκεί. Στην Playa del Carmen περνούσαμε όλη την ημέρα με το μαγιό πίνοντας μπίρες στην παραλία. Όποτε ζεσταινόμασταν βουτούσαμε στα νερά της Καραϊβικής. Η Μερίντα όμως δεν είναι παραθαλάσσια πόλη. Βρίσκεται στη μέση της τροπικής ζούγκλας της χερσονήσου και μαζεύει όλη την υγρασία της περιοχής. Μόνο μισή ώρα αντέξαμε να περπατάμε. Διάλειμμα για καφέ, ύστερα άλλη μισή ώρα και πάλι δεν παλεύονταν . Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο και να βγάλουμε την υπόλοιπη μέρα στην πισίνα. Το ρολόι έδειχνε περασμένες 12.
Όσο παιρνούσε η ώρα η Χρύσα, που χαμένη με τις ώρες στην πισίνα πλατσούριζε παρέα μ’ ένα 12χρονο μιγαδάκι άρχιζε να μουρμουράει: "Είμαστε σίγουροι γι αυτό που πάμε να κάνουμε; Αφού λένε πως είναι επικίνδυνο. Άλλωστε δεν έχουμε δει όλα τα αρχαία του Γιουκατάν. Μόνος σου το είπες!"
Δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα στο Μεξικό και να μην πήγαινα στην περίφημη επαρχία των Τσιάπας.
Δεν της έδωσα σημασία και κανόνισα να έρθει να μας πάρει ένα ταξί για τον τερματικό σταθμό λεωφορείων, το μόνο μέρος που μπορούσες να αγοράσεις εισητήριο.
- Δεν γίνεται τουλάχιστον να πάμε με αεροπλάνο;

Δεν υπηρχε άλλος τρόπος. Με αεροπλάνο έπρεπε να γυρνούσαμε πίσω στο Κανκούν, 4 ώρες δρόμος και μετά στο Μέξικο σίτι, μιας και δεν υπήρχε απ'ευθείας πτήση για την Τούξτλα Γκουτιέρεζ, την διοικητική πρωτεύουσα της επαρχίας των Τσιάπας και κοντινότερο αεροδρόμιο στον προορισμό μας: το θρυλικό San Cristobal de la Casas, την ιστορική πρωτεύουσα των Τσιαπατίστας. Θα χάναμε όλη την αυριανή ημέρα Με το λεωφορείο έπρεπε να πάρεις το νυχτερινό, να ταξιδεύεις όλο το βράδυ και το πρωί να έφτανες στο Παλένκε. Εκεί θα επισκεπτόμασταν τον αρχαιολογικό χώρο, ίσως την πιο όμορφη πρωτεύουσα των Μάγιας, με τη διάσημη πυκνή τροπική βλάστηση κι ύστερα με άλλο λεωφορείο κι 6 ώρες διαδρομή στα βουνά να συνεχίζαμε για το Σαν Κριστόμπαλ.

Αυτό το σχέδιο συζητούσαμε περιμένοντας τη σειρά μας στο εκδοτήριο. Η Χρύσα όμως επέμενε. Φοβόταν το νυχτερινό ταξίδι.
-"Είστε τυχεροί. Εχουν μείνει μόνο 3 θέσεις. 2 μαζί και μία μονη της", μας είπε η κοπέλα στο γκισέ γυρνώντας ταυτόχρονα το μόνιτορ προς τα εμάς και δείχνοντας στην κάτοψη του λεωφορείου τις κενές θέσεις που ήταν σημειωμένες με πράσινους κύκλους.
- "Να ρωτήσω κάτι;" άκουσα τη Χρύσα να ρωτάει στα ισπανικά. "Υπάρχει κανένας άλλος τουρίστας στο λεωφορείο εκτός από μας;"
-"Μισό λεπτό να δω", της απάντησε και έψαξε στο αρχείο για να τσεκάρει ονόματα. "Μάλλον όχι", αν καταλαβαίνω καλά.
Αυτό ήταν. Πείσμωσε.
-"Δεν μπαίνω σ' ένα βραδινό λεωφορείο που δεν υπάρχει κανένας ξένος!Γιατί δεν πάνε άλλοι τουρίστες;Όχι θα μείνουμε εδώ και θα γυρίσουμε πίσω στην Κάρμεν για μπάνια."

Μάταια προσπάθησα να την μεταπείσω. Δεν είχε κι άδικο. Ο Lonely planet το έλεγε ξεκάθαρα: "Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία. Έχουν αναφερθεί πολλές φορές ληστείες και λεωφοροπειρατίες από ένοπλους. Συμμορίες στήνουν ενέδρες στους αχανείς έρημους αυτοκινητόδρομους του Γιουκατάν, έξω απ 'τη Μερίντα και την Καμπέτσε, εισβάλουν στο λεωφορείο και με την απειλή των όπλων ξαφρίζουν τους επιβάτες."
Ξαφνικά την είδα που είχε δακρύσει. "Μην πάμε, σε παρακαλώ..."

Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Ήμασταν διακοπές, μόνοι μας, οι δυο μας σε μια άγνωστη χώρα. Εμείς κανονίζαμε το πρόγραμμά μας. Δεν είχαμε να δώσουμε λόγο σε κανέναν. Κάναμε ό,τι θέλαμε. Αυτό σημαίνει διακοπές. Με το ζόρι δεν είναι διακοπές. Ήδη μας είχαν κλέψει μια φορά. Και επιπλέον είχαμε την εμπειρία από την επιστροφή μας από την Τεοτιχουακάν όπου μέρα μεσημέρι μας σταμάτησε η αστυνομία και έψαξε τους άντρες επιβάτες για όπλα δεν είχε κανένα άδικο. Ανσε σταματάει η Αστυνομία μέρα μεσημέρι για λίγο πιο έξω απ' την πρωτεύουσα για έλεγχο όπλων τότε τί γινεται στην πιο παόμακρη επαρχία της χώρας που βρισκομασταν εμείς; Κι αν στο κάτω - κάτω είχε μια προαίσθηση; Γιατί έπρεπε να το τραβήξω στα άκρα; Ίσως το ρίσκο να ήταν πολύ μεγάλο τελικά και να μην άξιζε τον κόπο.

Ακύρωσα τα εισιτήρια και βγήκαμε από το σταθμό. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης και να πάμε κάπου να φάμε και να καταστρώσουμε τα νέα μας πλάνα.
Και τότε μας έπιασε μια πολύ δυνατή μπόρα. Είχε 3 μέρες να βρέξει απόγευμα. Συνήθως έβρεχε νωρίς το πρωί. Μας έπιασε απροετοίμαστους, με τα κοντομάνικα και τα σορτς. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στα φτωχά σοκάκια της Μερίντα, από υπόστεγο σε υπόστεγο, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους μικρούς χειμάρρους που πρόλαβαν να σχηματιστούν. Δεδομένου ότι δεν έχουν μπαλκόνια, τα υπόστεγα είναι λίγο σπάνια. Γίναμε μούσκεμα. Ύστερα από 2ο λεπτά που σταμάτησε στάζαμε από πάνω ως κάτω. Αλλά δεν κρυώναμε, έκανε ζέστη . Ήταν μια μάλλον μελαγχολική μπόρα σε μια σίγουρα μελαγχολική πόλη.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αλλάξαμε και ακυρώσαμε το τσεκ άουτ που είχαμε στις 2.οο και δηλώσαμε στη ρεσεψιόν ότι θα μέναμε μια ακόμα ημέρα. Κάτσαμε για φαγητό στην πλατεία και βγάλαμε έξω χάρτες και οδηγούς. Είχαμε δει πλέον σημαντικές πόλεις των Μάγιας αλλά όχι της Ουξκαλ και της Ξλαπάκ. Βέβαια αυτό δεν είχε νόημα. Η περιοχή είναι γεμάτη οικισμούς και μνημεία που δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα ούτε σ' ένα μήνα. Είναι σαν να πας στην Ελλάδα για 2 βδομάδες. Μπορεί να προλάβεις να δεις το Μαραθώνα, τους Δελφούς ή την Ολυμπία, αλλά δεν θα προλάβεις την Κνωσό, τη Δήλο, την Κω, τη Δωδώνη, τη Βεργίνα. Εκτός αν είσαι σε εκδρομή με κάποια αρχαιολογική σχολή.
Επιπλέον είχαμε τον υγροβιότοπο του ποταμού Σελεστούν με τα χιλιάδες Φλαμίνγκο, ενώ μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το νησάκι, το Ίσλα Χόλπμοξ, με τους φαλαινοκαρχαρίες και να κολυμπήσουμε μαζί τους. Τέλος υπήρχε πάντα και το ίσλα Μουχέρες που φαινόταν να έχει ωραίες παραλίες και λίγο τουρισμό και φυσικά το Κοζουμέλ, το νησί με τους ωραιότερους ύφαλους του κόσμου σύμφωνα με τον Κουστό.
- Δεν σε καταλαβαίνω, τη ρώτησα καθώς μας σέρβιραν μπουρίτος. Φοβάσαι το λεωφορείο και δεν φοβάσαι να κολυμπήσεις με το φαλαινοκαρχαρία μήκους 30 μέτρων;
- Είναι ακίνδυνος. Τρώει μόνο πλαγκτό. Έχει μεριμνήσει η φύση για αυτό.
- Εγώ προσωπικά μόνο που θα σκέφτομαι ότι μαζί με μένα κολυμπά κάπου από κάτω μου ένα κήτος 30 μέτρων, παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι τρώγοντας άλλο ένα καταπληκτικό γεύμα.
Ένιωθα ότι οι εναλλακτικές ήταν πολύ φτωχές. Χάναμε πλέον την περιπέτεια και το άγνωστο, το μυστήριο και ξαναγυρνούσαμε εκεί που ήμασταν 7 μέρες τώρα. Αυτή η βροχή ήταν καταληκτική. Σαν να υποδήλωνε ότι "Ό,τι είχες να δεις το είδες. Από δω και στο εξής θα βρέχει κάθε μέρα την ίδια ώρα." Είχα την αίσθηση ότι πήγαινα κάθε χρόνο διακοπές στο Γιουκατάν.

-Ξέρεις κάτι, μου είπε ξαφνικά σαν να διάβαζε τη σκέψη μου: Έχεις δίκιο. Πάμε. Πάμε στο Παλένκε!
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν 6.30. Έπρεπε να πάω να βγάλω εισιτήρια, να γυρίσω στο ξενοδοχείο, να μαζέψουμε τα πράγματα και να κάνουμε τσεκ άουτ. Ίσα που προλαβαίνουμε. Σηκώθηκα και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το δρόμο, αφήνοντάς την να πληρώσει και να γυρίσει μόνη στο ξενοδοχείο. Σταμάτησα το πρώτο ταξί.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Δ. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ - Θ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΩΣΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ

Είναι πολλές οι φορές που μια καλλιτεχνική παράσταση γίνεται μια καλή αφορμή για να σε κάνει νιώσεις λίγο ψηλότερα, λίγο πιο ευτυχισμένος, λίγο πιο τυχερός. Μια παράσταση που σε παίρνει από το χέρι, σε τυλίγει μ' ένα πέπλο μαγείας, ονείρου και φαντασίας και που σου ανοίγει έναν κόσμο διαφορετικό από αυτό που ζεις στην καθημερινότητά σου. Έναν κόσμο ποιητικό, έναν κόσμο ευγενικό, έναν κόσμο προβληματισμένο.
Τον τελευταίο καιρό ύστερα από τη σήψη που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή, όπου- απ' ό,τι καταλαβαίνω με το φτωχό μου μυαλό -μια σπείρα εκβιαστών, δολοπλόκων και διεφθαρμένων πολιτικών, δημοσιογράφων και εκδοτών κυβερνούν αυτή τη χώρα, ένα συλλογικό αίσθημα μελαγχολίας μ' έχει κατακλείσει από παντού. Ακούω γύρω μου ανθρώπους που αγαπώ να μου λένε πως δεν είναι καλά. Χωρίς προφανή λόγο. Απλά δεν είναι καλά. Νιώθω μια απογοήτευση, μια αίσθηση προδοσίας, μια μαυρίλα να πλανάται πάνω από την πόλη σαν μια σκιά ενός απειλητικού τέρατος.
Ίσως να είναι αυτή η διάχυτη απογοήτευση της αποτυχίας της πολιτικής ζωής. Που μας κάνει να νιώθουμε μικροί και ασήμαντοι απέναντι σε συμφέροντα, κεφάλαια, μίζες, περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ίσως πάλι, να φταίει αυτός ο παλιοχειμώνας που, παραπαίοντας, λίγο πριν τελειώσει μας βγάζει τη ψυχή. Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω είναι ότι περίμενα πως και πως τη συναυλία Σαββόπουλου- Παπακωσταντίνου για να σπάσει αυτή η μαυρίλα μέσα μου και γύρω μου. Είχα επενδύσει πολλά. Και δυστυχώς δε πήρα πίσω τίποτα.
Καταρχήν, η συναυλία ξεκινάει με τους δύο τραγουδοποιούς επάνω στη σκηνή να ερμηνεύουν τα τραγούδια από τον καινούριο δίσκο του Θανάση στον οποίο τραγουδά ο Σαββόπουλος. Η ωρα είναι 10.30. Πολλοί πελάτες δεν έχουν έρθει ακόμα, άλλοι πηγαινοέρχονται, τα γκαρσόνια παίρνουν παραγγελίες, άλλα ήδη σερβίρουν. Επικρατεί ένα σούσουρο. Κι όμως οι καλλιτέχνες αυτή την ώρα συστήνουν μονοκοπανιάς όλο (!) τον καινούριο τους δίσκο. Που φυσικά ελάχιστοι είναι σε θέση να προσέξουν.
Καθώς προχωράει το πρόγραμμα διαπιστώνεις ότι τα τραπέζια είναι πάρα πολύ στενά, η πλάτη της καρέκλας σου σκουντάει με αυτή του από πίσω κι ότι δεν μπορείς να κάνεις βήμα.
Χωροδιάταξη που θυμίζει ευθέως λογική μπουζουκλερί. Και μάλιστα βηταδούρα.
Στη συνέχεια ο Νιόνιος αποχωρεί και ο Θανάσης μένει μόνος στη σκηνή. Γύρω του ένα ασφυκτικά γεμάτο νυχτερινό μαγαζί, όπου κάθε κεφάλι κοστίζει 45 ευρώ . Συνεσταλμένος και χαμηλών τόνων όπως είναι, μοιάζει σαν να τον έχουν κάνει με το ζόρι πρωταγωνιστή σε μια υπερπαραγωγή που ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Τραουδάει αρκετή ώρα, πολλά από τα γνωστά του τραγούδια. Ύστερα διάλειμμα. Στο 2ο μέρος ο Κιουρτζόγλου ο αφανής μαέστρος της ολιγομελούς μπάντας βγαίνει και "τζαμάρει" με τον κρουστό (μια φοβερή μορφή που παραπέμπει σε ινδό Σιχ). Κατόπιν εμφανίζεται ο Νιόνιος μόνος του τραγουδώντας τη θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνογλου και το Κιλελέρ! Ομολογουμένως δύσκολα τραγούδια. Το πρόγραμμα συνεχίζει ο Σαββόπουλος μέχρι που λίγο πριν το τέλος βγαίνει κι ο Παπακωσταντίνου και κλείνουν μαζί και θριαμβευτ ικά με τα τελευαταία 5-6 τραγούδια.
Έκανα την μικρή αυτή περιγραφή για να ασχοληθώ με την ησυχία μου με την ουσία :
1) Το πρόγραμμα έχει επίκεντρο τον Σαββόπουλο. Λογικό. Αυτός είναι ο Πατριάρχης (όπως τον εκφωνεί ο Θανάσης). Θα περίμενε κανείς ότι δυο μουσικοί-τραγουδοποιοί με τόση βακχική αντίληψη της μουσικής να αναπτύξουν διάλογο επάνω στη σκηνή, να ενώσουν τις μουσικές τους, να συνδιαλαγούν. Όχι να αναπτύσσονται 2 παράλληλοι μονόλογοι: "Εγώ τραγουδώ στο 1ο μισό, εσύ στο 2ο και ραντεβού 5 τραγούδια πριν το τέλος για να κάνουμε ένα καλό κλείσμο". Αυτό κατά τη γνώμη μου δεν λέγεται συνεργασία. Λέγεται συνύπαρξη, λέγεται φιλοξενεία, αλλά όχι σύμπραξη δυο μουσικών. Αυτό ήταν το κομβικό σημείο. Εδώ περιμέναμε να ακούσουμε θαύματα, ενορχηστρώσεις, παρεμβάσεις, επιρροές του ενός στον άλλο. Προσωπικά δεν άκουσα τίποτα. Κι εδώ χάθηκε καταρχήν η μαγεία. Άσε που τελειώσανε λίγο πριν τις 2.00 και μείναμε μπουκάλα Σάββατο βράδυ.
2)Οι μουσικοί υπηρετούν τη μουσική του Σαββόπουλου. Και το καταφέρνουν πολύ καλά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των τραγουδιών του Παπακωσταντίνου; Αλήθεια που είναι τα πνευστά; Που είναι η 2η γυναικεία φωνή; Που είναι όλα τα Βασικά χαρακτηριστικά τους; Ίσως σ΄αυτό, για να μην είμαι εντελώς άδικος, να φταίει και ο χώρος: μεγάλος, κρύος, με τους κλασσικούς αεραγωγούς να τον διασχίζουν, δεν δημιουργεί ατμόσφαιρα. Μόνο ευχάριστο: τα ωραία γκράφιτι, που θέλανε να δώσουν την αίσθηση του δρόμου.
3)Γιατί ξεπετάνε έτσι τα νέα τους τραγούδια; Δεν τους ενδιαφέρει η νέα τους παραγωγή; Ή μήπως είναι σίγουροι ότι και αυτά θα αγαπηθούν όπως τα προηγούμενα και δεν τους νοιάζει ποιος και πως τα ακούει;
4) Ο Σαββόπουλος ξεκινάει με 2 έντονα πολιτικοποιημένα τραγούδια που σπάνια λέει ζωντανά. Και προς τιμήν του.Σε κάποια στιγμή ο Παπακωσταντίνου τελειώνοντας πετάει ένα: "άντε γαμήσου χαφιέ!". Πού τα λέει αυτά; Έχει πάρει χαμπάρι ότι το μαγαζί στο οποίο τραγουδάει είναι απαράδεκτο; Ότι μας στοιβάζει σαν τα ζώα για να "βγάλει" κάτι παραπάνω, εξευτιλίζοντας κάθε έννοια ανθρωπιάς, παροχής υπηρεσιών, εξυπηρέτησης και σεβασμού απέναντι στο πελάτη. Ε, ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΠΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ! ΤΗΝ ΒΑΡΕΘΗΚΑ! ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ. ΚΟΨΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΥΡΙΕ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΕ ΝΑ ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΟΠΟΙΟ ΚΙΛΕΛΕΡ ΘΕΣ. ΒΓΕΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΟΥ! ΤΖΑΜΠΑ ΜΑΓΚΕΣ ΧΟΡΤΑΣΑΜΕ.
Ειδικά αν το συγκεκριμένο σχήμα ή κάποιος από τους τραγουδοποιούς παίρνει ποσοστά από τα έσοδα θα έπρεπε να το είχε ήδη κάνει.
Αλλιώς τραγουδήστε το "Μία η Άνοιξη" και μη μιλάτε καθόλου.
Να σημειώσω εδώ ότι στην παρέα μας ήταν η Τ., η ιδιοκτήτρια του θεάτρου Χώρα, η οποία με νοσταλγία θυμόταν τότε που ο Παπακωσταντίνου τραγουδούσε στο δικό της χώρο, που της είχε πει ότι "εγώ δεν θα τραγουδήσω ποτέ σε μαγαζί με ουίσκι". Η αλήθεια είναι ότι για όσους τυχερούς είχαμε πάει στο Χώρα , πριν 4-5 χρόνια, η αλλαγή αυτή στάσης είναι τρομακτικά μεγάλη και άσχημος οιωνός .
5) Τί ανάγκη έχει ο Κιουρτζόγλου να βγει και να τζαμάρει; Για να κάνει επίδειξη ότι ξέρει μουσική; Το ξέρουμε όλοι πόσο καλός είναι. Μουσική όμως δεν είναι μόνο επίδειξη. Ας το καταλάβουν αυτό εδώ στην Ελλάδα οι επίγονοι του Χατζηδάκι. Και στο φινάλε δεν πλήρωσα 100€ για να παρακολουθώ κανέναν Κιουρτζόγλου να κάνει ένα εντελώς αναμενόμενο τζαμάρισμα, ούτε καν για 3 λεπτά.
6)Η αντιμετώπιση από τους υπεύθυνους του χώρου προς τους πελάτες ήταν απαράδεκτη. Φίλος σε διπλανό τραπέζι παρήγγειλε μπουκάλι ουίσκι στις 1.30, χωρις να τον προειδοποιήσουν ότι στις 2.00 το πρόγραμμα τελειώνει. Αποτέλεσμα;Ακόμα κλαίει η παρέα του τα 160€ . Αλλο παράδειγμα: Είχα δώσει το αυτοκίνητό μου στο πάρκινγκ. Όταν βγήκα με περίμενε κλήση για παράνομο παρκάρισμα!!!!!!!!!Είδα κι επαθα, ύστερα από 1 ώρα, για να πάρω τα λεφτά της κλήσης (και αυτά τα μισά μόνο!) κι αφού άδειασε πρώτα όλο το μαγαζί.

Συμπέρασμα: Αν ήθελα λογική και αισθητική μαγαζιού μπουζουκιών θα πήγαινα στα ορίτζιναλ μπουζούκια. Εκεί θα έδινα τα ίδια λεφτά, θα έβλεπα και κανένα μπουτάκι και θα έμενα μέχρι το πρωί.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο Θ. Παπακωσταντίνου είναι ο καλύτερος μουσικός της δεκατείας και ο Σαββόπουλος το ιερό τέρας. Απλά ύστερα από το Σάββατο το βράδυ θα κλείσω πάλι τα αφτιά μου και θα γυρίσω εκεί που ανήκω. Θα ξαναμείνω πάλι μόνος. Γιατί δεν θέλω να δω το γαμημένο dvd!

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Ελικόπτερο

Κάποιος απόψε θα προλάβει να γυρίσει στη ζωή του
σε ένα σπίτι που δεν θα 'χει, μα θα 'ναι οι δικοί του
κι όπως γυρνάω κι εγώ στο άδειο σπίτι
μία κουρτίνα ψυθιρίζει στη σιωπή
Σ' ένα δωμάτιο το φως κάποιος θα σβήνει
θα κάνει έρωτα ή θα αποκοιμηθεί.


Σαν ελικόπτερο γυρνάω το πρωί
για να κατέβω ψάχνω έναν άδειο δρόμο
τη νύχτα να 'χαν άραγε όλοι αυτοί;
και συ σε ποιον θα ξημερώνεις ώμο;

Η τηλεόραση θα παίζει ανοιχτή ως το πρωί
Μονάχα έτσι θα τρυπήσει αυτή την άμορφη σιωπή.
Κι όπως γυρνάω κι εγώ στο άδειο σπίτι
σ' αυτό που ζήσαμε τόσο καιρό μαζί
Θυμάμαι μου λέγες φοβάμαι το σκοτάδι
άφησε μια πόρτα ανοιχτή.


Σαν ελικόπτερο γυρνάω το πρωί
για να κατέβω ψάχνω έναν άδειο δρόμο
τη νύχτα να 'χαν άραγε όλοι αυτοί;
και συ σε ποιο θα ξημερώνεις ώμο;


Σ' ένα δωμάτιο θα ξυπνήσει μια μικρή
και θα φωνάξει μες στη τη μαμά της
ίσως φοβάται το σκοτάδι όπως εσύ
ίσως το βλέμμα σου να έχει η ματιά της.

Το πρώτο ελικόπτερο που είδα από κοντά ήταν της αστυνομίας και ήταν την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Μπακογιάννης. Πήγαινα τότε 3η Γυμνασίου και το σχολείο μου ήταν δύο τετράγωνα πιο πάνω από τον τόπο της δολοφονίας. Θυμάμαι να κατεβαίνω από το λεωφορείο και αμέσως την προσοχή μου να την τραβά ο δυνατός θόρυβος από έλικα. Ασυναίσθητα σήκωσα το κεφάλι ψηλά και είδα ένα μεγάλο ελικόπτερο να κάνει κύκλους χαμηλά, πάνω από τους δρόμους. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Σεπτέμβρης του 89 και στην αθώα ακόμα Αθήνα δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε τέτοια θεάματα.

Λίγους μήνες αργότερα το ραδιόφωνο (απ)ελευθερώθηκε και οι ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί προωθούσαν το κοινωνικό τους προφίλ. Ελικόπτερα που μετέδιδαν δελτία κίνησης άρχιζαν να κάνουν την εμφάνισή τους στον αττικό ουρανό.

Τώρα, είκοσι χρόνια σχεδόν αργότερα οι δρόμοι της Αθήνας έχουν αλλάξει δραματικά προς το χειρότερο, το ίδιο και οι ουράνιοι. Κάθε πρωί κυκλοφορούν εκεί επάνω δεκάδες ελικόπτερα. Συνηθισμένο πλέον θέαμα. Για όσους εμάς που ξυπνάμε το πρωί και πήζουμε στην κίνηση μέχρι να πάμε στη δουλειά μας είναι εικόνα ρουτίνας.
Εγώ όμως επιμένω και συνεχίζω να τα βλέπω όλα ως εν δυνάμει πηγές έμπνευσης.


Παρατηρήσεις: Ο Κών/νος Κληρονόμος τραγουδάει ως σολίστ στην Ε.Λ.Σ
Όπως και τα προηγούμενα (και τα επόμενα) έτσι κι αυτό δεν είναι ενορχηστρωμένο. Επαφίεται στη φαντασία του ακροατή να καταλάβει το όργιο της αντίστοιξης που σιωπαίνει από πίσω.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ Φ. ΛΟΡΚΑ

Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Δημήτρη Αθηνάκη "μ' ένα ποίημα αντισταθείτε" έστω και με μια μικρή καθυστέρηση 5 ημερών και με αφορμή την έκθεση για τον Εγγονόπουλο που επισκέφτηκα την Κυριακή έψαξα και βρήκα το (αυθόρμητο) ποίημα που συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Λόρκα:

"η τέχνη κι' η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ' όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδεις κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου Λόρκα
υπό των φασιστών

Μα επί τέλους! Ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
- και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς"


Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτά τα λόγια μού ακούγονται - μέσα σε όλη αυτή τη σήψη και την ανηθικότητα που αναδύει το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, ανάμεσα σε ξεπουλημένους και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς και παράγοντες, ανάμεσα σε συμψηφιστικές και κουκουλωτικές πολιτικές πρακτικές - πιο επίκαιρα από ποτέ.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

TO ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ CD

Πάντα αναρωτιόμουν πως είναι ένα σπίτι που οι ένοικοι του κρεμούν cd στα μπαλκόνια. Το παραδέχομαι. Η αισθητική αυτή μου είναι λίγο ξένη. Πιθανολογώ ότι κάποιοι θεωρούν το cd διακοσμητικό είδος μάλλον επειδή ιριδίζει, παίζει με τα χρώματα και τις αναλαμπές του φωτός και δημιουργεί μια ανέμελη ατμόσφαιρα. Αλλά όλα αυτά τα cd μαζεμένα να κρέμονται σαν λουκάνικα για να στεγνώσουν, μετέωρα, αφημένα στη τύχη τους, αλλά - το πιο σημαντικό - άδεια από μουσική και περιεχόμενο παραμένει κάτι που δεν μπορώ να αποδεχτώ.
Έτσι όταν μια φίλη μου μου είπε για μια πολύ όμορφη μονοκατοικία που στον επάνω όροφο ταλαντώνονται δεκάδες μικρά δισκάκια αποφάσισα να πάω να την επσκεφτώ. Πήρα το μετρό για Δάφνη και μετά κατέβηκα την Παπαναστασίου προς Νέα Σμύρνη. Λίγο πριν την Πυροσβεστική έστριψα αριστερά, ρώτησα δυο τρεις περαστικούς και τελικά την βρήκα. Πράγματι ήταν πολύ όμορφη . Παλιά διώροφη, γωνιακή, με ένα κήπο που αν τον φρόντιζαν θα ήταν πολύ ωραίος , είχε μπροστά της έναν πολύ μεγάλο πεζόδρομο αρκετά μέτρα πλατύ, που της προσέδιδε μια άπλα και μια ανοιχτάδα, σπάνια για Αθήνα.
Ο μαντρότοιχος όμως πρόδιδε κάτι. Έδειχνε κάποια ανησυχητικά σημάδια παραίτησης. Ξεφτισμένος, με τους σοβάδες ξεφλουδισμένους, κίτρινος από τη βρώμα έδινε την εντύπωση πως κάτι δεν πάει καλά.
Οι τέντες σε όλο το περιμετρικό μπαλκόνι κατεβασμένες. Δεν είχε ήλιο και σε τέτοιο ωραίο σημείο ήταν κρίμα που τις είχαν κατεβάσει. Αλλά από το κατεβασμένο μπράτσο των τεντών κρέμονταν δεκάδες cd. Κατάλαβα ότι δεν τις σηκώνουν ποτέ.
Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα. Μου άνοιξε μια παχουλή κυρία γύρω στα πενήντα, που ούτε που μου έδωσε σημασία. Ήταν απασχολημένη να μιλά στο κινητό της. Με το που έκανα ένα βήμα στο σαλόνι με χτύπησε μια αποπνιχτική μυρωδιά. Κατουρίλα, σκατίλα, κλεισούρα, εμετίλα όλα μαζί. ΄Εκανα να φύγω αλλά μια τρύπα στον τοίχο που είχε πρόχειρα κλειστεί με τούβλα μού τράβηξε την προσοχή.
-Από τότε που πέθανε ο κουνιάδος μου κανείς δεν ασχολείται με το σπίτι, απολογήθηκε λίγο πριν απαντήσει σε άλλο ένα τηλεφώνημα η χοντρή κυρία δείχνοντας με το δάχτυλό της στο βάθος του δωματίου. Κι ύστερα συνέχισε:
-Ναι, ναι εγώ είμαι. Ναι. Εγώ. Ναι στη λαϊκή του Αγίου Νεκταρίου, την άλλη Πέμπτη. Πόσα θέλετε; 30; Δεν γίνεται. Δεν προλαβαίνω. Από βδομάδα και βλέπουμε.
Ξαναγύρισε σε μένα : Μπείτε σε όποιο δωμάτιο θέλετε αλλά όχι σε αυτό εδώ. Μου έδειξε μια σπασμένη, ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Εδώ έχω τα σκυλιά. Καλύτερα μην μπείτε.
Κρίνοντας από τη διάχυτη βρόμα αυτά τα σκυλιά μάλλον είχαν να βγουν χρόνια απ’το διαμέρισμα, οπότε ούτε κι εγώ θέλησα να επιμείνω.
Στο μεταξύ, μέσα στο σκοτάδι του χώρου που, μέρα μεσημέρι, επέβαλλαν οι κατεβασμένες τέντες, τα κλειστά αν και τρύπια παντζούρια και τα σβηστά φώτα προσπαθούσα να ξεχωρίσω τι ακριβώς μου έδειχνε. Και τότε κατάλαβα. Δυο κολώνες είχαν φυτρώσει στις άκρες του σαλονιού, προσθήκη και ενίσχυση του από πάνω ορόφου.
- Όλα αυτά τα είχε αναλάβει ο κουνιάδος μου, χρυσός άνθρωπος, μερακλής, έπιανε το χέρι του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να τα χαρεί. Από κάτω μένει η αδερφή μου, μου ξαναείπε ενώ το κινητό της ξαναχτύπησε για έκτη φορά μέσα στα πέντε λεπτά που ήμουν εκεί.
Έκανα μια μικρή βόλτα κρατώντας την ανάσα μου. Χαρτοκούτες πεταμένες εδώ κι εκεί παραγεμισμένες με διάφορα που αντικείμενα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, εικονίσματα καρφωμένα στα γυμνά τούβλα, σπασμένα τραπέζια, ένας εκτυπωτής αφημένος πάνω σ’ ένα νεσεσέρ, ένας τεράστιος αρκούδος, μια ασπρόμαυρη τηλεόραση, πεταμένα χαρτιά , ένα μηχάνημα φαξ στην τουαλέτα. Το σκηνικό συμπλήρωναν κάτι κίτρινοι αρρωστιάρικοι λιγδιάρικοι πολυέλαιοι. Είχα ξεχάσει τα cd του μπαλκονιού, ούτε καν που θέλησα να τα δω. Χαιρέτησα κι έκανα να φύγω. Η κυρία με συνόδευσε μέχρι την πόρτα καθώς συνέχιζε να δέχεται παραγγελίες για άλλες λαϊκές. Βγήκα στον ασοβάτιστο διάδρομο με το γυμνό, χωρίς μαρμάρινη επένδυση πλατύσκαλο και ξαφνικά έκανα μεταβολή.
-Να σας ρωτήσω κάτι; Ο κουνιάδος σας πότε πέθανε;
- Ου! Πάνε δέκα χρόνια τώρα, Θεός σχωρές τον!

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Κ. ΟΠΩΣ Π.Ε

1) ΚΙΝΗΣΗ: "ΑΠΕΛΑΣΤΕ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ"
Κλαζομενών 1-3 10400 Αθήνα, τηλ: 210-3306286 φαξ: 210-3303566
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 7/1/2008

Σοβαρό κρούσμα ρατσιστικής βαναυσότητας και κατάφορα αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς των αστυνομικών της ΕΛ.ΑΣ: Σήμερα στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα αστυνομικοί κακοποίησαν μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία και συνέλαβαν περαστικό, εθελοντή του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών, επειδή κατέγραφε με την κάμερά του τη σύλληψη!
Συγκεκριμένα, ομάδα 5-6 αστυνομικών του Α.Τ. Παγκρατίου, συνέλαβε μετά από κινηματογραφική καταδίωξη στη μέση της λεωφόρου Φιλελλήνων - την ώρα που περνούσαν αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά - μετανάστη μικροπωλητή από τη Μαυριτανία. Πατώντας τον κάτω με πόδια και με χέρια στο σώμα και στο κεφάλι, σε μια επίδειξη βαρβαρότητας, ακινητοποίησαν τον άτυχο μετανάστη που έχει νομιμοποιητικά έγγραφα αλλά όχι άδεια μικροπωλητή. Δεκάδες περαστικοί σοκαρισμένοι από την αστυνομικοί βία σταμάτησαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς. Ένας από αυτούς, ο Π. Ε, έτυχε να έχει μαζί του κάμερα και κατέγραψε όλη τη σκηνή της σύλληψης. Οι αστυνομικοί του ζήτησαν να σταματήσει τη λήψη, και όταν εκείνος αρνήθηκε λέγοντάς τους ότι δεν κάνει τίποτε παράνομο, τον συνέλαβαν μαζί με άλλον ένα περαστικό που διαμαρτυρήθηκε έντονα και μαζί και με το μικροπωλητή οδηγήθηκαν στο Α.Τ. Ακροπόλεως, όπου κρατούνταν μέχρι αργά.
Στο τμήμα έσπευσαν μέλη και δικηγόρος της Κίνησης Απελάστε το Ρατσισμό, 4-5 έλληνες συμπαραστάτες που δήλωσαν ότι θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης του μικροπωλητή που κατηγορείται, εναντίον της ρατσιστικής συμπεριφοράς των αστυνομικών και σε υπεράσπιση του Π.Ε, ο οποίος κρατούνταν ακόμα μέχρι τις 9:30 το βράδυ χωρίς ακόμα να του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες! Επίσης κράτησαν την κάμερά του με το επίμαχο βίντεο στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας και αρνούνταν επίμονα να απαντήσουν στις ερωτήσεις του δικηγόρου του εάν κατηγορείται για κάποιο αδίκημα και γιατί δεν τον αφήνουν ελεύθερο. Ο μικροπωλητής θα οδηγηθεί αύριο στο αυτόφωρο, και πολύ πιθανό είναι το ίδιο να συμβεί με τον έλληνα που τράβηξε το επίμαχο βίντεο, όταν και αν οι αστυνομικοί αποφασίσουν να απαγγείλουν κατηγορίες, ενώ δε δέχονται να απαντήσουν στις επίμονες ερωτήσεις των δικηγόρων.
Φαίνεται ότι οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ έγιναν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις κάμερες και θεωρούν προσωπικό τους δεδομένο ένα βίντεο που καταγράφει την κακομεταχείριση μετανάστη από τους ίδιους μέρα μεσημέρι στο Σύνταγμα, ενώ την ίδια στιγμή ο κ. Χατζηγάκης υπεραμύνεται της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των διαδηλωτών από τις κάμερες της ΕΛ.ΑΣ.

Εμείς απαιτούμε:

Την άμεση απελευθέρωση του μετανάστη μικροπωλητή
Την απόδοση ευθυνών στους ρατσιστές αστυνομικούς για τη ρατσιστική βία
Την άμεση απελευθέρωση του Π.Ε. και την επιστροφή της κάμεράς του καθώς και άθικτου του βιντεοσκοπημένου υλικού
Νομιμοποίηση και χορήγηση άδειας μικροπωλητή σε όποιο μετανάστη το επιθυμεί
Άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες


2)ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Α΄ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον κ. υπουργό Εσωτερικών


Θέμα: Παράνομη συμπεριφορά αστυνομικών οργάνων

Την Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008, στις 3 το μεσημέρι στο Σύνταγμα ομάδα αστυνομικών του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου συνέλαβε μικροπωλητή που δεν είχε την απαιτούμενη άδεια. Τον ακινητοποίησαν πατώντας τον κάτω με τα πόδια και τα χέρια στο σώμα και στο κεφάλι. Δεκάδες περαστικοί, σοκαρισμένοι, διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους αστυνομικούς για την άσκοπη χρήση βίας, ενώ ένας από αυτούς, ο Π.Ε, πολιτικός μηχανικός, εθελοντής στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, κατέγραψε με την κάμερά του τις σκηνές, θεωρώντας ότι στοιχειοθετούν παράνομη χρήση βίας από την πλευρά των αστυνομικών.
Στο τέλος οι αστυνομικοί θεώρησαν σκόπιμο να συλλάβουν εκτός από τον μικροπωλητή και τον κ. Π.Ε, καθώς και άλλον έναν πολίτη που διαμαρτυρόταν για τα συμβάντα. Ο δεύτερος αυτός πολίτης αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τον κ. Π. Ε, παρ’ όλο που προφανώς οι πράξεις του είχαν μόνο στόχο την υπεράσπιση της νομιμότητας. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Κρατήθηκε μέχρι αργά το βράδυ υπό την απειλή της προσαγωγής του στο αυτόφωρο. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες, μόνο αφού δέχθηκε να σβήσει από την ψηφιακή του κάμερα το οπτικό υλικό που είχε καταγράψει. Ακόμη και τότε, στην έξοδο από το αστυνομικό τμήμα τον συνόδευσε η απειλή ότι η υπόθεση δεν έχει μπει στο αρχείο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη (άγνωστο με ποια κατηγορία). Το γεγονός κατήγγειλε η Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό» που κινητοποιήθηκε για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του μετανάστη και των συμπαραστατών του.
Με δεδομένο ότι:
§ το τελευταίο διάστημα –με αφορμή την παράδοση του DVD της υπόθεσης Ζαχόπουλου στον εισαγγελέα– η κυβέρνηση διατυμπανίζει την πεποίθησή της ότι κάθε οπτικό υλικό που πιθανώς να καταγράφει παράνομες πράξεις θα πρέπει να παραδίδεται στη δικαιοσύνη.
§ το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την χρήση των καμερών στους δρόμους, αλλά και σε διαδηλώσεις –σε πλήρη αντίθεση με την Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων– ήταν ότι μπορούν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη αξιόποινων πράξεων

Ερωτάται ο κ. υπουργός
1. Αν αποτελεί πολιτική της κυβέρνησης η καταστροφή αποδεικτικού υλικού για πιθανές παράνομες ενέργειες αστυνομικών οργάνων.
2. Αν προτίθεται να διατάξει έρευνα και να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τους αστυνομικούς που ευθύνονται για την καταστροφή οπτικού υλικού που πιθανόν να κατέγραφε αξιόποινες πράξεις.
3. Αν προτίθεται να παρέμβει ώστε να σταματήσουν οι προσπάθειες της αστυνομίας να τρομοκρατήσει πολίτες που διαμαρτύρονται για τις πράξεις της ή διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Αν ναι με ποιον τρόπο;

Ο ερωτών βουλευτής


Τάσος Κουράκης



3) ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΕΛΚΥΣΤΗ:
Για λόγους "μπλογκικού" απορρήτου έχω αντικαταστήσει το ονοματεπώνυμο μου, το οποίο αναφέρεται ολογράφως και στο δελτίο τύπου και στην επερώτηση και στις χθεσινές εφημερίδες, με τα ακρόνυμα του "μπλογκικού" ψευδώνυμου.

Ευχαριστώ όλους όσους μου συμπαραστάθηκαν ηθικά και ψυχολογικά στην περιπέτεια αυτή: τους αυτόπτες μάρτυρες που αυτοβούλως ήρθαν να δηλωθούν ως μάρτυρες υπεράσπισης και που έμειναν μέχρι το τέλος στο τμήμα, τα μέλη της κίνησης "Απελάστε το Ρατσισμό" που κινητοποιήθηκαν άμεσα, τον εθελοντή δικηγόρο της οργάνωσης, τους δημοσιογράφους της "Ε¨, του Ρ/Σ Κόκκινου, του "Α" και του "Σκάι" που ενφιαφέρθηκαν ή/και δημοσιοποίησαν το θέμα.
Τον βουλευτή Συνασπισμού κο Κουράκη για την ευαισθησία του, τον οποιο ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, ούτε αυτόν, ούτε κάποιον από τους συνεργάτες του και τέλος
ΟΣΟΥΣ (συμπ/νη και την οικογένειά μου η οποία δυστυχώς εμπλέχτηκε χωρίς τη θέλησή μου) μεσολάβησαν για την απελευθέρωσή μου.

Οφείλω επίσης να διευκρινήσω ότι κανένας αστυνομικός δεν με άγγιξε ή με προσέβαλε λεκτικά.

Αρνήθηκα τηλεοπτική συνέντευξη στο δελτίο του "Α" ως πράξη αποδοκιμασίας στον τρόπο με τον οποίο παρυσιάζονται τηλεοπτικά οι ειδήσεις και στην δίψα με κάθε αντίτιμο αρκετών συμπολιτών για "10' δημοσιότητας" .


Με την ευκαιρία του πρόσφατου ταξιδιού μου στην Πράγα δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη ανάρτηση για τον Κάφκα. Για 5 ώρες έγκλειστος στο κελί δεν ήξερα με ποια κατηγορία κρατούμουν. (εξου και ο τίτλος της ανάρτησης - γι αυτό και κρατάω το τραγούδι). Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτός που φοβόταν...

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 22 ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ


















Τα βράδια, καθώς γυρνούσε στο μικρό κλειστοφοβικό σπίτι του στον αριθμό 22 της οδού Αλχημιστών, με τις τρεις τυφλές πλευρές και τα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη, που αρχικά είχε χτιστεί για να φιλοξενεί στρατιώτες της φρουράς του Κάστρου, το βλέμμα του θα μαγνήτιζαν οι τρομακτικές τερατόμορφες μορφές των υδρορροών του Καθεδρικού του Αγίου Βίτου, τα μπαρόκ κράνη των κωδοναστασίων και τα δίδυμα βέλη των δυτικών πύργων έτοιμα να απογειωθούν και να χαθούν στον σκοτεινό ουρανό.


Οι χάλκινες πρασινωπές τριγωνικές σκεπές του καθεδρικού θα βάφονταν ασημένιες μέσα από το φως του φεγγαριού που θα ξετρυπούσε τα σύννεφα και την ομίχλη και θα του φώτιζε το δρόμο.
Ύστερα από τη δουλειά του σαν άσημος υπάλληλος μιας ασφαλιστικής εταιρίας, θα περπατούσε στα ερεβώδη, υγρά καλντερίμια της Πράγας.



Χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις λέξεις και στις φράσεις που θα του έρχονταν στο μυαλό και θα έγραφε όλο το βράδυ, τα βήματά του θα τον έφερναν στους συγγενείς του, στην Εβραϊκή συνοικία. Θα διόρθωνε τα στρογγυλά γυαλιά του και ανάμεσα από τις φιγούρες των σκοτεινών αγαλμάτων που διακοσμούν τις στέγες και τις προσόψεις των σπιτιών του 18 και 19ου αιώνα θα έψαχνε μέσα στην ομίχλη να βρει εκείνη του τέρατος που δημιούργησε ο μεγάλος δάσκαλος της Καββάλα και της Τορά ο ραβίνος Λεβ, του γιγάντιου Γκόλεμ, του πρόδρομου του ρομπότ και του Φρανγκεστάιν, ενός πλάσματος που δημιουργήθηκε από πηλό και που μια μαγική πέτρα του έδινε ζωή για να κάνει οικιακές δουλειές. Θα κοντοστεκόταν έξω από την Παλιά –Νέα Συναγωγή, την αρχαιότερη της Ευρώπης, από το 1270, και μέσα στην υποβλητική ομιχλώδη ησυχία θα προσπαθούσε να αφουγκραστεί θορύβους που θα αποδείκνυαν ότι όντως ο ραβίνος Λεβ έκρυψε εκεί το άψυχο κουφάρι του δημιουργήματος του αφού έγινε για 2η φορά Θεός αναγκαζόμενος να του αφαιρέσει τη ζωή, όταν αυτό απέκτησε αυθυπαρξία.

Στη συνέχεια θα περπατούσε δίπλα στο ποτάμι. Η υγρασία και η μοναξιά θα τον ανάγκαζαν να σφίξει κι άλλο το φθαρμένο του παλτό. Το κρύο θα διαπερνούσε μέσα από τα υφάσματα του έμπορου πατέρα του και θα κυκλοφορούσε στις φλέβες του. Θα έβηχε και θα του έρχονταν φλέματα στο στόμα. Θα έβγαζε το μαντήλι και θα έφτυνε. Θα κοίταζε το μαντήλι με αγωνία. Πάλι θα έβγαζε αίμα.




Θα περνούσε κάτω από πανύψηλο γοτθικό πύργο
της Παλιάς Πόλης και θα έμπαινε στη, χτισμένη από το 1357, λιθόστρωτη γέφυρα του Καρόλου.

Θα περπατούσε δίπλα στα 30 σιωπηλά αγάλματα – αδριάντες που, μέσα από το αμυδρό φως των φανοστατών, αιώνες τώρα παρακολουθούν με αυστηρό ύφος τους διαβάτες της πόλης και κυρίως τους μοναχικούς.
Τo μυαλό του θα απασχολούσε η τελευταία επιστολή της Φελίτσε, η άρνησή της, η δυσπιστία της, τα διαρκή πισωγυρίσματα, το πείσμα της να μην τον αποδέχεται γι’ αυτό που είναι. Δεν ήταν πλούσιος, ενώ θα μπορούσε. Είχε σπουδάσει νομικά αλλά τον είχε κερδίσει η λογοτεχνία. Αυτό λαχταρούσε να κάνει στη ζωή του. Με γνώμονα τον ελεύθερο χρόνο για συγγραφή είχε διαλέξει τη νέα του δουλειά, η οποία τελείωνε στις 2 κι όχι στις 7 όπως η προηγούμενη. Αλλά η Φελίτσε δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί παρά την αρχική θετική διάθεση τελικά δεν μπόρεσε να ασχοληθεί με το συνεταιρισμό που του πρότεινε ο γαμπρός του για τη δημιουργία ενός εργοστασίου αμιάντου. Θα διέσχιζε την μεγάλη πύλη από την άλλη πλευρά της γέφυρας και θα έμπαινε στην οδό Μοστέτσκα στη Μάλα Στράνα, τη συνοικία στην οποία έχει να χτιστεί κτίριο από τον 17ο αιώνα. Θα διέσχιζε το δρόμο με τους χρυσούς θυρεούς και τα μασονικά σύμβολα και καθώς θα ανέβαινε τα σκαλιά για το Κάστρο στο μυαλό του ίσως να σκεφτόταν πως «όλα είναι χαμένα». Ήξερε πως η φυματίωση είχε προδιαγράψει τη δική του μοίρα. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να φανταστεί ότι 12 χρόνια αργότερα οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία στην πρώτη ουσιαστική πράξη του 2ου Π.Π. κι ενώ τα περιοδικά της εποχής θα δημοσίευαν την είδηση δίπλα σε αποτελέσματα ποδοσφαίρου, ούτε φυσικά αυτή των τριών αγαπημένων του αδερφών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης…










Το κείμενο γράφτηκε ακούγοντας το τραγούδι του Α.Μ.
Ο Α.Μ εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μουσική ύστερα από τη δική του επίσκεψη στην Πράγα πριν 7 χρόνια. Σε πείσμα της εποχής της επίδειξης και της ματαιοδοξίας επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.




Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΠΟΛΗ







Φέτος η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε στην Πράγα. Πέρσι η πρωτοχρονιά 2007 στην Πόλη. Πριν αρχίσω να γράφω για τα φετινά - κι επειδή δεν πρόλαβα να τα αναρτήσω πιο νωρίς- είπα να θυμηθώ λίγα απ' τα περσινά.


Την ημέρα που φεύγουμε έχει πάρα πολύ κρύο. Η μισή Ελλάδα έχει ντυθεί στα άσπρα. Ευτυχώς έχουμε πάρει μαζί μας μάλλινους σκούφους, γάντια και κασκόλ . Καθώς επίσης μια σπανακόπιτα της γιαγιάς και φρούτα. Ο Στέφανος μου τη λέει: Στο ταξίδι με το τρένο πρέπει να τρως ξηρά τροφή, γιατί ποιος να τρέχει στις πενταβρόμικες τουαλέτες. Το τρένο για τη Θεσσαλονίκη ευτυχώς χρόνια τώρα έχει «Γρηγόρη» οπότε τη βγάζουμε όλοι με τοστ και σάντουιτς. Τα βαγόνια έχουν πλημμυρίσει από πολύχρωμα μαντήλια, καπέλα και κοντά παντελονάκια. Είναι γεμάτο προσκόπους! Από πολλά σώματα. «Είμαστε οι Κένταυροι!» μου λέει με περηφάνια ένα πιτσιρίκι δέκα χρονών. Οι δικοί του κατεβαίνουν Λάρισα για να συνεχίσουν στο Πήλιο. Οι πιο πολλοί στην Ημαθία.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη νωρίς το μεσημέρι. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα Lockers και προλαβαίνουμε μια μικρή περατζάδα στην παραλία και ένα καφέ σ’ ένα στενό της Τσιμισκή. Το επόμενο τρένο αναχωρεί στις 8.00 και επειδή κανείς μας δεν θέλει να το χάσει γυρνάμε στο σταθμό από τις 7.30. Μισή ώρα νωρίτερα είναι πολύ σπάνιο για μας.
-Στη γραμμή 1 μας λέει μια υπάλληλος.
Στη αποβάθρα 1 δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε τρένο, ούτε επιβάτες. «Που πάμε;» αναρωτιέται η Λήδα. «Πως πάμε;» τη συμπληρώνω εγώ.
Το τρένο έρχεται στις 7.45. Μπαίνουμε μέσα. Ούτε εισπράκτορες, ούτε αχθοφόροι, ούτε υπάλληλοι. Βρίσκουμε τη κουκέτα μας μόνοι μας. Και τότε παθαίνουμε το πρώτο σοκ. Η κουκέτα μας μόλις και μετά βίας μας χωράει. Τα σεντόνια είναι άθλια. Τρύπια και βρώμικα. Για μένα δεν είναι πρόβλημα. Έχω κοιμηθεί και σε πολύ χειρότερα μέρη. Αλλά δεν είμαι μόνος. Η Χρύσα πίσω μου αρχίζει και κιτρινίζει. Την βλέπω. Έχει αρχίσει να την πιάνει κλειστοφοβία. «Δεν μπορώ εδώ μέσα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, είναι πολύ στενά.» «Δεν είναι πιο στενά από καμπίνα ιστιοπλοϊκού.» της απαντάω για να την καθησυχάσω. Οι μισές κουκέτες είναι σαν τη δική μας οι άλλες μισές καλύτερες. Έχουν το εξής σύστημα: Οι μισές κουκέτες είναι υπερυψωμένες , ανεβαίνεις δηλαδή δύο σκαλάκια και σε τομή έχουν σχήμα V, έτσι ώστε εκατέρωθεν να χωρούν δύο πιο μικρές καμπίνες και να εναλλάσσονται μια μεγάλη και μια μικρή. Ο Στέφανος και η Λήδα έχουν την V κι εμείς την μικρή που έχουν φυτέψει από κάτω. Πάμε να κλειδώσουμε αλλά δεν κλειδώνει. Και μου το είχαν πει: Πάρτε λουκέτα και σλίπινγκ μπαγκ μαζί σας. Δεν είχα πάρει τίποτα απ’ τα δύο. Παίρνω ότι πολύτιμο έχω και βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο διάδρομο και γνωριζόμαστε αμέσως με τους γείτονες του υπόλοιπου βαγονιού. Οι μισοί - που σαν κι εμάς - δεν είχαν ξαναταξιδέψει με τρένο έχουν πάθει σοκ. Οι άλλοι μισοί το παίζουν άνετοι. Όλοι κι όλοι είναι μια μαμά με την κόρη της, ένας έμπορος που πηγαινοέρχεται για δουλειές και δυο φοιτήτριες.
Απ’ τα μεγάφωνα ακούμε μια φωνή: Παρακαλείται ο τροφοδότης νερού να προσέλθει στη γραμμή 1!» «Ωραία ούτε νερό έχουμε! Καλά αρχίζουμε» σκέφτομαι. Τσεκάρω τις τουαλέτες. Μια αντρική και μια γυναικεία σε κάθε βαγόνι. Είναι καθαρές αλλά μάλλον επειδή είναι η αρχή.
Μετά από πέντε λεπτά το τρένο αρχίζει να φεύγει. Έτσι, χωρίς ανακοίνωση, χωρίς προειδοποίηση. Η αντίθεση με το τρένο για Θες/νικη τεράστια. Εκείνο είχε ανακοινώσεις σε κάθε σταθμό, πεντακάθαρο και πλήρως αυτοματοποιημένο. Αυτό εδώ από την πρώτη στιγμή φαίνεται καρβουνιάρικο. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εμφανιστεί κι ένας εισπράκτορας. Του δίνουμε τα εισιτήρια. Πεθαίνω για ένα καφέ. Τον ρωτάω που είναι το κυλικείο. Στο 1ο βαγόνι μου λέει, , αλλά να τελειώσω πρώτα με τα εισιτήρια». «Γιατί;» «Γιατί εγώ το ανοίγω!»
Περιμένουμε λίγο ακόμα κι ύστερα παίρνουμε την κιθάρα και πάμε στο 1ο βαγόνι. Κυλικείο. Ωραίο αστείο. Ένα βαγόνι με τραπεζάκια και αντικριστά καθίσματα. Έχει μόνο νες και ελληνικό. Παραγγέλνω ένα νες μέτριο. Μου φέρνει ένα ποτήρι με ζεστό νερό και τα φακελάκια με τον καφέ και τη ζάχαρη. Τον χτυπάω μόνος μου, προσπαθώντας να μην το χύσω πάνω μου γιατί κουνάει σαν σε καράβι. Έχει λίγο κρύο. Ο καφές έστω και νερομπλούμι με ζεσταίνει. Ξεκινάμε τις κιθάρες. Παίζουμε χαλαρά, τα γνωστά μας κομμάτια. Οι λιγοστοί πελάτες δεν μας δίνουν σημασία και εμείς δεν παίζουμε δυνατά. Σε λίγο όμως σκάει μύτη μια παρέα με κιθάρες μπουζούκια και κρουστά. Είναι οι «Μανιταρόκ», ένα τριμελές συγκρότημα από τα Γρεβενά που έχουν κλείσει στην Πόλη να παίξουν τρία βράδια σε ένα μπαράκι. Μαζί τους είναι και οι κοπέλες τους και διάφοροι φίλοι, σύνολο δέκα άτομα. Και τέσσερις εμείς το κάναμε πάλι το μπούγιο. Είναι πάρα πολύ καλοί. Επαγγελματίες. Αρχίζουν να παίζουν λαϊκά και πολλά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Απαντάμε με Γερμανό, Σαββόπουλο, Δεληβοριά, Περίδη, Μάλαμα.
Σε λίγο όλο το βαγόνι συμμετέχει. Ακόμα κι ο εισπράκτορας. Την έκπληξη όμως την κάνει μια παρέα παπάδων από την Κρήτη, που πάνε στην Πόλη για να δουν τον Πατριάρχη σε προγραμματισμένο ραντεβού. «Μια χαρά μας έχει μείνει κοπέλια» φωνάζει ο ένας τους ο πιο χοντρός. «Το κρασί και το τραγούδι!» Οι παπάδες ξέρουν όλα τα τραγούδια απ’ έξω. Ζητούν και παραγγελιές. Από τη δεκαετία του ‘60. Δεν τους χαλάμε το χατίρι. Εμένα όμως το μυαλό μου είναι αλλού. Πιάνω κουβέντα με τον πιο γέροντα. Πάνε κάθε χρόνο. Άλλωστε εκεί υπάγονται ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία «Αύριο που θα πάτε στον Πατριάρχη να ‘ρθουμε και μεις;» ρωτάω με το γνωστό απύθμενο θράσος μου. «Η συνάντησή μας είναι ιδιωτική και τα ονόματά μας δηλωμένα από καιρό», μου απαντά ευγενικά. «Αλλά αν έρθετε θα δω τι μπορώ να κάνω…αν έχει κάποιο κενό.» Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη στις 10.00. Εντωμεταξύ το γλέντι συνεχίζεται αμείωτο. Κάποια στιγμή πετάγεται ο εισπράκτορας και ρωτάει δυνατά: «ποιοι από σας κοιμούνται στο βαγόνι 3;» 3-4 σηκώνουν το χέρι. «Γιατί;» «Γιατί το χάσαμε!» Η μουσική σταματάει απότομα, και έχουμε μείνει όλοι μαλάκες. «Πλάκα κάνω!» σπεύδει να συνεχίσει γελώντας. «Απλά μετά τη Δράμα πιθανόν να αλλάξετε θέσεις γιατί δεν έχει θέρμανση.» Τελικά κατά τη 1 το διαλύουμε. Πέφτουμε για ύπνο. Έξω το φεγγάρι λάμπει πάνω στα χιονισμένα τοπία. Συνεχίζει και κουνάει σαν να έχει φουρτούνα. Ο θόρυβος πάνω στις ράγες με νανουρίζει και τελικά αποκοιμιέμαι. Όχι όμως για πολύ. Κατά τις 3 φτάνουμε στα σύνορα, στο Σουφλί. Με ξυπνάει ένας μπάτσος που παίρνει τα διαβατήρια. Μετά άλλος ένας που τα φέρνει. Ύστερα το ίδιο κι από τη άλλη πλευρά. Και τέλος ένας υπάλληλος που χτυπάει τις καμπίνες , ανοίγει τις πόρτες ρίχνει μια πρόχειρη ματιά μ’ ένα φακό στις κουκέτες και προχωράει στην επόμενη. Αυτός είναι ο τελωνειακός έλεγχος. Μ’ άλλα λόγια μπορώ να περάσω στην Τουρκία ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Πάντως όλες αυτές οι διατυπώσεις με κρατάνε άγρυπνο 2 ώρες.
Το πρόγραμμα δρομολογίων έλεγε άφιξη στην Πόλη στις 8.00. Κι εμείς οι αφελείς έχουμε βάλει ξυπνητήρι στις 7.00. Ανοίγω την κουρτίνα. Διασχίζουμε πεδιάδες. Πουθενά ένδειξη αστικής ζωής. Σηκωνόμαστε και πάμε στο κυλικείο για το πρωινό νερομπλούμι. Πλέον όλες οι φάτσες είναι γνωστές, με κάποιους έχουμε συστηθεί. Είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Χτυπάει ένα κινητό. «στην Πόλη το ‘χει στρώσει λένε οι ειδήσεις!»
Τελικά φτάνουμε στον τερματικό σταθμό, τον περίφημο σταθμό του Οριεντ εξπρές, με τρεις ώρες καθυστέρηση. Μας υποδέχεται ένα αδιανόητο κρύο, ένα κρύο που σε εμποδίζει να περπατήσεις 5΄. Κατεβαίνουμε απ’ το σταθμό και πάμε προς τη στάση του τραμ. Το ξενοδοχείο μας είναι δυο στάσεις μακριά, πάνω στον Ιππόδρομο. Κοιτάω πίσω μου το τρένο. Η σκέψη ότι θα ξαναγυρίσω πάλι με τρένο με χαροποιεί. «Με τους ρυθμούς της ζωής μας, τις περιορισμένες άδειες, τα αεροπλάνα και τα ταξίδια – αστραπή το έχουμε πλέον ξεχάσει. Αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να το εκτιμούμε» σκέφτομαι «ότι σ’ένα ταξίδι δεν έχει σημασία μόνο ο προορισμός.»






Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Αντίο

Δυστυχώς δεν έχω σκάνερ. Αν είχα θα αναρτούσα ένα μικρό χειρόγραφο κομμάτι χαρτί με τα ποιήματά του. Μεγάλα, καθαρά, σταθερά, καλλίγραμμα διαυγή γράμματα. Εντάξει τα στιχάκια του ποτέ δεν ήταν το φόρτε του. Όχι όπως οι ιστορίες του! Που ακούγαμε πάντα με ενθουσιασμό. Και που όσο μεγάλωνε θυμόταν κι άλλες και κάθε τόσο μας έλεγε καινούριες.
Και γέμιζε μαθητικά τετράδια, λογαριασμούς της ΔΕΗ και εφημερίδες με σημειώσεις του και με εκείνα τα αρχοντικά του γράματα. Από παραγγελίες για το μανάβη, μέχρι τη νέα ιστορία που του ήρθε στο μυαλό λίγο πριν κοιμηθεί και δεν ήθελε να την ξεχάσει. Όπως όταν άκουγε ένα καινούριο τραγούδι που του άρεσε να σημειώνει τους στίχους του.

Έζησε όλη του τη ζωή με παρέα! Ποτέ δεν ένιωσε μόνος ακόμα κι όταν έμεινε μόνος. Πάντα είχε κάποιο από μας δίπλα του, πάντα είχε κάποιο γείτονα, κάποιο ανήψι απ' το Νησί (της Λίμνης) και φυσικά πάντα τις ιστορίες και τις αναμνήσεις του.
Λίγο πριν πεθάνει, πριν λίγους μήνες, συγκέντρωσε τις φωτογραφίες μιας ζωής κι έφτιαξε από δύο άλμπουμ, ένα για κάθε του κόρη, με σημειώσεις, ονόματα και χρονολογίες.
Σ' αυτή την ηλικία - που δεν σηκωνόταν πια απ' το κρεβάτι - του έσειλαν πρόσκληση να παρευρεθεί σε γάμο στο πολυαγαπημένο του Νησί στις 26 Δεκεμβρίου. Τόσο ήταν αγαπητός...

Τα χρήματα που κέρδισε από τον έπαινο της Πολιτείας για την εκπαιδευτική του δράση δεν τα ξόδεψε σε ρούχα ή παπούτσια αλλά πήρε το, μοναδικό στο Νησί, γραμμόφωνο. Για να ακούει μουσική, αυτός, η οικογένειά του και οι φίλοι του. Έγινε συνώνυμος σε κάθε χαρά, γλέντι και γάμο.
Μόλις πρόσφατα ανακάλυψα το τετράδιο πενταγράμμων με μελωδίες της εποχής που έπαιζε στο μαντολίνο του! Τί συγκίνηση!

Έζησε μια ζωή χωρίς αρρώστιες, νοσοκομεία και χειρουργεία. Δεν έβαλε ποτέ νηστέρι πάνω του. Δεν ταλαιπωρήθηκε ποτέ από καμία ασθένεια.
Από τα μάτια του πέρασε όλος ο 2ο αιώνας με τους πολέμους, την κατοχή, τον εμφύλιο και πιο μετά τη χούντα. Έτυχε της μεγάλης τιμής η σημαία της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, της σημαίας που αναρτήθηκε στο κάστρο για να βροντοφωνάξει στους Έλληνες ότι ελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς να είναι αυτή που έκρυβε στο υπόγειο με κίνδυνο της ζωής του.

Κάθε καλοκαίρι που, πιο μικρός, βγαίναμε βόλτα στο Μώλο σταματούσε κόσμος και τον χαιρετούσε, άγνωστοί μου άνθρωποι ψαρομάληδες τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.
Κι αυτός, παρά της μοναδικής αναγνώρισης που τύχαινε - βαθιά δημοκράτης - είχε μόνο ένα παράπονο. Ένα παράπονο που δεν μας το εκμυστηρεύτηκε ποτέ (και που το διάβασα σε κάποιο γραπτό του) : "ο οδηγός του τανκς ήταν μαθητής μου"...

Πριν μερικούς μήνες τον πήρε τηλέφωνο μια γριά γυναίκα. Χάρηκε τόσο πολύ. Ήταν η Σταυρούλα.
-Αντέχεις Νάσο μου;
-Αντέχω...Εσύ;
-Δεν με βαστάν τα πόδια μου... Αλλα θέλω να έρθω να σε δω... Θα έρθω...
Δεν την ξέραμε. Κανείς μας δεν την είχε ξανακούσει. Ήταν η πρώτη του αγάπη, που τον ανακάλυψε μετά από τόσα χρόνια, για να επιβεβαιώσει το γνωστό ρητό: οι πρώτες αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ!

Αντίο πολυαγαπημένε μου παππού. Μακάρι να φτάσω κι εγώ στα 96 σου χρόνια να έχω την υγεία σου και να γράφω μανιωδώς. Θα θυμάμαι πάντα την αγάπη, την καλοσύνη και την αισιοδοξία που ακτινοβολούσες.
Και να ξέρεις το παλιό νεοκλασσικό, το γραμμόφωνό σου, το μαντολίνο σου, τα γραπτά σου και οι φωτογραφίες σου είναι σε καλά χέρια.