Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007
Κι άλλα παιδιά...
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο
Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο
Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο
Επανέρχομαι με το ποίημα του Λαπαθιώτη γιατί κατάφερα (επιτέλους !) να αναρτήσω τη δική μου εκδοχή στη μουσική του επένδυση (το χρώσταγα στο serifaki).
Καλή ακρόαση.
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007
Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μια θάλασσα
Ήμουν 2ετής φοιτητής όταν η Θεά Τύχη μου έστειλε δώρο ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Να συνταξιδέψω σ’ ένα ναυλωμένο από το σύλλογο Αλεξανδρινών καράβι που έκανε τη διαδρομή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια με σκοπό τον εορτασμό των 150 χρόνων της ελληνικής κοινότητας αλλά κυρίως να επιστρέψουν οι Αλεξανδρινοί για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, στα μέρη που μεγάλωσαν. Αντιγράφω απ΄το ημερολόγιό μου.
Τώρα είμαι στο κατάστρωμα. Κάνω βόλτες πάνω-κάτω και σιγοτραγουδάω ό,τι μελωδία μου κατεβαίνει στο μυαλό. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κανείς άλλωστε δεν έχει διάθεση για ύπνο. Μόλις γυρίσαμε από το Κοινοτικό Στάδιο και την εκδήλωση με το Λαζόπουλο, τους χορούς της κοιλιάς και άλλα φολκλορικά για την επέτειο των 150 χρόνων της Κοινότητας και η ευτυχία μαζί με μια γλυκιά κούραση αποτυπώνεται στα πρόσωπα όλων. Κανείς δεν θέλει να πάει για ύπνο. Όλοι ζητούσαν να σχολιάσουν, να συγκρίνουν, να ξαναθυμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, παράτησα μια παρέα φοιτητών που έχω γνωρίσει και ανέβηκα στο δεύτερο κατάστρωμα. Η ζέστη παραμένει αποπνιχτική, Οκτώβρης μήνας, σαν ένα τυπικό αυγουστιάτικο αθηναϊκό βράδυ.
Δεν έχω καταφέρει να βρω καρτοτηλέφωνο. Κάπου είδα, αλλά όλο και κάπου έπρεπε να πάω, όλο και κάτι είχα να προλάβω κι έτσι δεν έχω ακόμα τηλεφωνήσει ούτε στους δικούς μου αλλά κυρίως ούτε σ’ αυτήν. Θυμάμαι – παράξενο – εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκα στο καταφύγιο στον Όλυμπο, στο οροπέδιο των Μουσών. Πόσο πολύ ήθελα να είναι μαζί μου! Να ζούμε μαζί τέτοιες στιγμές! Εμπειρίες συγκλονιστικές, μοναδικές, ανεπανάληπτες που μόνο όταν τις μοιράζεσαι ολοκληρώνονται. Πώς να της εξηγήσω αυτήν την ατμόσφαιρα; Αυτό το μεγαλείο ψυχής; Αυτή την ψυχική ανάταση; Το κλάμα της κυρίας μπροστά στην πατρική της πόρτα; Τη βουβή, ψαλιδισμένη υπερηφάνεια μπροστά στο εντυπωσιακά λιτό και απέριττο Αβερώφιο Γυμνάσιο των μαθητικών τους χρόνων με τις μαρμάρινες σάλες και τα άρτια εργαστήρια Χημείας και Φυσικής, που κάποτε φιλοξενούσε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τέσσερις χιλιάδες όνειρα και τώρα μόνο τετρακόσια; Πώς να της εξηγήσω την αγαλλίαση στη θέα του οροπεδίου των Μουσών και του καταφύγιου από το μονοπάτι, μετά από οκτώ ώρες ανηφόρας, σφιγμένων δοντιών, πείσματος και μόνο πείσματος;
Με την άφιξή μας στο λιμάνι και αμέσως μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων αναχωρήσαμε με πούλμαν για την πανηγυρική δοξολογία στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο πρόξενος (Κωστής Μοσκώφ, αν άκουσα καλά). Η κατάνυξη στον καλοδιατηρημένο και πλούσιο Ναό ήταν πολύ δυνατή για όλους. Ακόμα και για μένα που δεν πάω ποτέ μου εκκλησία. Η ησυχία, η ευλάβεια, η συγκίνηση, σε ένα μείγμα θρησκευτικότητας, ελληνισμού και νοσταλγίας - που όμοιο του δεν έχω συναντήσει σε καμία συνοικιακή εκκλησία της Αθήνας διαπερνούσε κάθε κύτταρο του οργανισμού, κάθε ανεξερεύνητο νεύρο του εγκεφάλου, κάθε βαθιά κρυφή πτυχή της καρδιάς μου. Οι ηλικιωμένοι, δακρυσμένοι, δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη, παρά εισέπνεαν τη ζωή που είχε εγκλωβιστεί για μισό αιώνα στον Ιερό Ναό, στο περίτεχνο τέμπλο, στους πολυέλαιους, στις βυζαντινές εικόνες και στα μανουάλια. Αν κάποιος έστυβε την υγρή συγκινησιακή ατμόσφαιρα μέσα στο Ναό θα μάζευε σταγόνες από το ελιξίριο της ζωής...
Μετά τη δοξολογία η αποστολή πέρασε στο Πατριαρχείο πίσω από το ναό όπου μας καλωσόρισε η εμβληματική μορφή του Πατριάρχη Φώτιου και στη συνέχεια το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο μέχρι τις 18.30 όπου έπρεπε να παρευρεθούμε στην τελετή αποκάλυψης αναμνηστικής πλάκας και προτομής του Μ. Αλεξάνδρου στο Σάτμπι. Κάναμε βόλτες.
Η πόλη είναι τόσο ζωντανή, που συγκινεί τους συνταξιδιώτες μου ακόμα πιο πολύ. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μικροπωλητές και τελάληδες παντού, τα τραμ παραφορτωμένα. Ταμπέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πολύχρωμες με τα χαρακτηριστικά αραβικά γράμματα μου θύμιζαν την περιοχή στον Πειραιά γύρω από το σταθμό του τρένου, ή το πρωινό Μοναστηράκι. Η οικειότητα που ένιωθα χαζεύοντας την αγορά, τα μαγαζιά με τα τελάρα και τους πάγκους, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά και τα γλυκά, τα κτίρια, τις πολυκατοικίες, τα μικρά διώροφα σπιτάκια, τα ξύλινα χρωματιστά παντζουρόφυλα, τα σιδερένια μαύρα κάγκελα, τα κατεβασμένα ρολά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα παλιά Λάντα ή Ζάσταβα, ακόμα και η κατουρίλα, το γκρίζο και η αίσθηση εγκατάλειψης ήταν εντυπωσιακή. Παρά τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τις ημισέληνους, τα αραβουργήματα και τις αραβικές επιγραφές ένιωθα σαν να τα ήξερα από χρόνια, σαν να τα είχα ξαναδεί. Συμμερίζομαι άραγε τη συγκίνηση των συνταξιδιωτών μου, συμμετέχω κι εγώ στο ταξίδι τους στο παρελθόν ή η Αλεξάνδρεια κατάγεται από τον ίδιο μονοκύτταρο οργανισμό που προέρχεται η Ελλάδα κι ίσως όλη η αυτή η γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου;
Ακολούθησα τη θεία μου στο σπίτι που γεννήθηκε. Το εντόπισε αμέσως και χωρίς δισταγμό, παρά τα σαράντα χρόνια που είχε να το δει. Μια εξαώροφη πολυκατοικία κατασκευής 1928. Μου θύμισε το κτίριο της Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους. Ανέβηκε ενθουσιασμένη από το μεταλλικό ασανσέρ, κοντοστάθηκε με αγωνία στην πόρτα, χτύπησε ήρεμα το κουδούνι και μόλις της άνοιξε μια μεσήλικη πληθωρική Αιγύπτια λύθηκε, μπροστά στην εμβρόντητη γυναίκα, σε κλάματα. Ήταν η κόρη της παλιάς τους υπηρέτριας. Η γυναίκα την αναγνώρισε αμέσως την αγκάλιασε και κλάψανε μαζί. Αυτό ήταν.
Η συσσωρευμένη συγκίνηση του ταξιδιού είχε πλέον βρει το δρόμο να εκδηλωθεί. Όλοι δάκρυζαν. Από όπου κι αν περνάμε, κάποιος κάτι θυμάται και το αναφέρει με δάκρυα στα μάτια ή ακόμα πιο συγκινητικό, θα συναντήσει ένα παλιό του φίλο στη μέση του δρόμου και θα αγκαλιαστούν μέσα σε δάκρυα.
Μόνος στο κατάστρωμα, βηματίζω νευρικά μπρος – πίσω, μέσα στην αποπνιχτική ζέστη, πότε ακουμπώ στην κουπαστή και πότε χαζεύω την νυχτερινή Αλεξάνδρεια, τα αστέρια, τα φώτα, τις μυρωδιές, τους ήχους. Στη μικρή τσέπη της μπανάνας μου, έχω το στυλό και αυτό το φτηνό, μικρό, άσπρο, σπιράλ σημειωματάριο. Δυο στίχοι μου ‘χουν έρθει στο μυαλό: «Μια θάλασσα απόψε σε προσμένει, ό,τι μας χωρίζει και μας δένει / η σκέψη σου μονάχα με ημερεύει κι αυτό το πλοίο μόνο ταξιδεύει».
Έχουν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που τη φίλησα, σε εκείνο το παγκάκι στη Βουλιαγμένη, από την άλλη μεριά αυτής, της ίδιας θάλασσας.
- Πίστευα ότι δεν με ήθελες, της είχα πει ένα βράδυ μερικές νύχτες αργότερα χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα πόδια μου σε ένα πεζούλι του Άη Γιώργη, στον Λυκαβηττό. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι.
-Εγώ , βρε κουτό, δεν σε ήθελα; Από την πρώτη μέρα που σε είδα κάτι με χτύπησε, σαν αστροπελέκι!
-Ποιά πρώτη; Την πρώτη - πρώτη μέρα;
-Μα και βέβαια! Μόλις μπήκα στην αίθουσα, θυμάσαι; Πού γύρισες να με κοιτάξεις;
-Αν θυμάμαι λέει! Μα δεν σου φάνηκε καθόλου! Δεν έκανες τίποτα απολύτως! Σε κοίταζα συνέχεια. Και τότε και πιο μετά. Αλλά εσύ ούτε μια στιγμή!
Από την μία άκρη της Μεσογείου σκεφτόμουν μια κοπέλα στην άλλη. Μια Μεσόγειος και άπειρη αγάπη ανάμεσα μας... Ο αέρας ζεστός, τα νερά ήσυχα...Η Αλεξάνδρεια μπροστά και η Αθήνα πίσω μου...Πίσω μου το μέλλον, μπροστά το παρελθόν....
Το βλέμμα μου τραβάει τώρα ένα παγκάκι στην αποβάθρα, δίπλα στο πλοίο. Ίσως σε αυτό το παγκάκι ένα νεαρό ζευγάρι Αιγυπτίων να έχει φιληθεί εκεί για πρώτη φορά. Ή μπορεί κάποιος από τους Αλεξανδρινούς συνεπιβάτες μου, πριν από πενήντα χρόνια. Ίσως και η θεία μου. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, σαν αυτό της Βουλιαγμένης. Με θέα τη θάλασσα, με θέα τη Μεσόγειο. Σκέφτηκα την Τζασμίν από την Κωσταντινούπολη, και τη συζήτησή μας εκείνο το βράδυ στο καταφύγιο των Μουσών στον Όλυμπο. «Οι Έλληνες επιθετικός λαός. Οι Έλληνες κάνουν παραβιάσεις. Οι Έλληνες απειλούν τα νησιά μας». Αν έβγαζες τους Έλληνες και έβαζες Τούρκους είχες το ίδιο πράγμα. Καμία διαφορά. Τα ρούχα της, τα αγγλικά της, οι μουσικές της. Ίσως η Τζασμίν να είχε κι αυτή ένα δικό της παγκάκι εκεί στο Βόσπορο, όπου θα είχε πρωτοφιληθεί... Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μία θάλασσα...
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007
Οι ποιητές και τα πυρηνικά όπλα. - Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,
που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο
μία φωνή γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει - τίποτ’ άλλο
Πέρα μακριά κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει - τίποτ’ άλλο
Και μόνο εν’ παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο
Με αφορμή μια γόνιμη διαφωνία σε φιλικό μπλογκ σχετικά με τη σπουδαιότητα του πρόσφατα εκλιπόντα Ν. Μέιλερ μου ήρθε στο μυαλό η περίπτωση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1881 και αυτοκτόνησε το 1944, βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στα χρέη, στα ναρκωτικά και στη μοναξιά. Ανήκει στη γενιά του ΄20, ομότεχνος των Καρυωτάκη και Πολυδούρη (που μάλλον δεν είχε συναντήσει) σε εκείνη τη κατηγορία ποιητών που η αχαλίνωτη επέλαση της γενιάς του 30 μοιραία τους κατατάσσει ως «ελάσσονες». Όμως τί ακριβώς σημαίνει ελάσσων ποιητής; Δεν είναι σχήμα οξύμωρο; Ποιος είναι «ποιητής»; Αυτός που γράφει ποίηση ή αυτός που ζει ποιητικά; Για να χαρακτηριστεί κάποιος ποιητής αρκεί να γράψει ένα ποίημα; Ο Λαπαθιώτης όσο ζούσε είχε εκδώσει μία μόνο ποιητική συλλογή (η αυτοκτονία διέκοψε τη 2η). Πόσο ελάσσων ήταν η τρικυμισμένη του ψυχή και πόσο ελάσσων η αγωνία, ο σπαραγμός και η μελαγχολία που τόσο προφητικά ποιεί στο πιο πάνω «Νυχτερινό» και που τον οδήγησαν στη τραγική λύτρωση; Και πόσο δίκαια αναρωτιέται ο σεφερικός στίχος: « τι είναι Θεός, τί μη Θεός και τι τ’ανάμεσό τους;»
Συμφωνώ. Άλλοι ποιητές μας αγγίζουν κι άλλοι όχι. Άλλοι μιλούν στη ψυχή μας στη γλώσσα της κι άλλοι όχι. Αλλά όλοι κάτι έχουν να πουν. Όλους κάπως, έστω διαισθητικά, τους αντιλαμβανόμαστε. Και πίσω από το μελάνι που στεγνώνει φωλιάζει πάντα μια βασανισμένη ύπαρξη. Γι αυτό ακριβώς η διάκριση ανάμεσα σε ελάσσονες και μείζονες ποιητές μου θυμίζει τα πυρηνικά όπλα: Λίγη σημασία έχει αν μια βόμβα υδρογόνου είναι δέκα φορές πιο ισχυρή από μια πυρηνική...
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007
Το ζεστό μπάνιο

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007
Πίνω μπάφους και βόσκω προ...
1.500.000 Ευρώ βρέθηκαν σε λογαριασμό βοσκού στα Ζωνιανά! Ε βέβαια! Είσαι πάνω στα κορφοβούνια του Ψηλορείτη και βόσκεις τα κοπάδια σου, παίζοντας την ωραία σου φλογέρα και ξαφνικά μιας προβατίνας σπάνε τα νερά της! Να μην έχεις επάνω σου κανα ψιλό να τη ξεγεννήσεις; Κάτι για μια ώρα ανάγκης βρε αδερφέ! Όπως είχε πει κι εκέινος ο Μητροπολίτης που επίσης είχε 1.000.000 (οκ, πιο φτωχός αυτός). Εννοείται βέβαια! Τί άντρας είσαι; Και που θα το ξεγεννήσεις το καημένο το πρόβατο; Στις σπηλιές και στα παλιά λημέρια των ανταρτών; Όχι βεβαια. Εκεί ο τελευταίος που γεννήθηκε ήταν ο Δίας. Προόδευεσε η κοινωνία από τότε Αντωνάκη! Λεφτά έχεις και θα τη πας στα καλύτερα! Στο Ιασώ! Δεν το συζητάμε καν. Πετάει ο γάιδαρος που λέει και η διαφήμιση του τζόκερ; Πετάει! Πετάει! Και μαζί του και η προβατίνα. Και σε ποιο δωμάτιο θα το πας το καημένο το πρόβατο. Σε δίκλινο; Α πα πα! Σε δίκλινο , να μην έχεις μούτρα να δεις το συγχωριανό σου την άλλη μέρα στο καφενείο; Τί θα του πεις; Όχι, τί θα του πεις; Είναι αδιαπραγμάτευτο. Σε σουίτα του τελευταίου ορόφου! Με δική του καμαριέρα, υπηρέτρια, καθαρίστρια, δασκάλα αγγλικών, διατροφολόγο, αστρολόγο και personal trainer. Όχι ή είμαστε από τα Ζωνιανά ή δεν είμαστε!Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007
Σκέψεις μιας φωτογραφίας
Σηκώθηκα κι άναψα το φως. Έπεφτε η νύχτα. Έφτιαξα ένα καφέ και βγήκα έξω στο μπαλκόνι. Άκουσα το πλοίο να σφυρίζει. Σάλπαρε. Θα περνούσε από μπροστά μου σε λίγα λεπτά. Αν με χαιρετούσε διαγράφοντας ένα μεγάλο κύκλο με τα χέρια της, όπως της είχα πει, θα την έβλεπα παρά τη μεγάλη απόσταση. Αλλιώς, όσο σκοτείνιαζε, δεν θα τη διέκρινα.
Είχα ήδη συμπληρώσει εφτά μήνες στο νησί. Είχα φτάσει εκεί ένα κρύο πρωί του Δεκέμβρη. Με υποδέχτηκαν η υγρασία, οι βροχές και οι βοριάδες. Το πρώτο πράγμα που είχα κάνει μόλις κατέβηκα από το πλοίο ήταν να πάω για καφέ και να αγοράσω μια τοπική εφημερίδα. Την άνοιξα κατευθείαν στις αγγελίες και το πρώτο σπίτι που είδα ήταν και αυτό που έκλεισα. Έτσι όπως το ήθελα. Έξω από την πόλη, πάνω στη θάλασσα, με ένα δωμάτιο, ένα σαλόνι με κουζίνα και με χρώμα παντού, γύρω του, το θαλασσί.
Μου πήρε δυο μήνες να προσαρμοστώ και να αρχίσω κάπως να ηρεμώ. Οι ρυθμοί στο νησί δεν είχαν καμία σχέση με την κόλαση της Αθήνας. Ξυπνούσα στις 7.30 και στις οχτώ ήμουν στη δουλειά μου. Σχολούσα στις έξι και σε δεκαπέντε λεπτά γυρνούσα σπίτι μου. Χρόνοι μετακίνησης αδιανόητοι. Όμως δεν ήταν μόνο οι κοντινές και χωρίς κίνηση αποστάσεις.
Ήταν οι εσωτερικοί ρυθμοί των κατοίκων, το αργό περπάτημά τους, δυο ταχύτητες πιο κάτω απ’ το δικό μου, οι εργασίες των μαστόρων και των συνεργείων που στις δυόμισι σχολούσαν κι ας καιγόταν ο κόσμος. Η ηρεμία τα βράδια, χωρίς επίδειξη πλούτου, χωρίς μπουζούκια και παραλιακές, πούρα και κάμπριο. Ήταν η αίσθηση της ελευθερίας. Βρισκόμουν κάπου μακριά και μόνος μεταξύ αγνώστων. Βίωνα την απόσταση λυτρωτικά. Στη δουλειά ομοίως. Χωρίς άγχος και παράλογο τρέξιμο, χωρίς φωνές, κόντρες και θαψίματα.
Αλλά κυρίως ήταν η θάλασσα. Η διαδρομή κάθε πρωί δίπλα της, οι ματιές που της έριχνα και δεν την χόρταινα, η θέα από το σπίτι μου, η σταθερή της παρουσία, σαν τη γυναίκα που δεν είχα. Τη χάζευα από παντού ανά πάσα στιγμή, χωρίς να χρειάζομαι μισή και μια ώρα για να την απολαύσω όπως στην Αθήνα. Με ημέρευε και τα βράδια, με τους παφλασμούς της, με νανούριζε.
Η Νάντια από τη δεύτερη κιόλας βδομάδα ήταν παρελθόν. Τόσο άντεξα να κάνω ότι ενδιαφέρομαι γι αυτήν και να την παίρνω τηλέφωνο. Δυο μήνες αργότερα ξανάβρισκα τον εαυτό μου. Ξανάρχισα να πηγαίνω μακρινές βόλτες με τα πόδια, να κουτσογράφω στίχους, να διαβάζω βιβλία, να ονειροπολώ και φυσικά να παίζω κιθάρα. Άρχιζα να νιώθω πάλι άνθρωπος. Αλλά όλα αυτά ένιωθα να τα κάνω όπως κάποιος που αναρρώνει από ένα εγκεφαλικό και σιγά - σιγά θυμάται πράγματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν τα έκανα από ανάγκη εσωτερική ή απλά προσπαθούσα να ξαναγίνω όπως ήμουν.
Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι αποκατέστησα επαφή, έστω και εξ’ αποστάσεως, με τους παλιούς μου φίλους. Με το Στρατή και τη Δανάη καθημερινά μέσω emails και με τους Αλέξη, Δάφνη, Λίλιαν και Πέτρο από το δωρεάν κινητό που μου παρείχε η εταιρεία. Επιτέλους. Το εταιρικό κινητό, χάρη στη Turkcel που έπιανε καμπάνα σε αντίθεση με τις ελληνικές εταιρείες, δεν ήταν έλεγχος, δεν ήταν συμπίεση δουλειάς και επέκτασή της όλο το εικοσιτετράωρο, ήταν μέσο επικοινωνίας. Πολύτιμο και απαραίτητο.
Τους είχα παραμελήσει. Και έφταιγα εγώ που είχαμε χαθεί και όχι, σύμφωνα με τη θεωρία του Αλέξη, η πόλη. Ο Στρατής τελείωνε φέτος το διδακτορικό του και μάλλον θα του προσέφεραν μια καλή δουλειά σε ένα Πανεπιστήμιο, ο Αλέξης μες στη καλή χαρά με τις θεωρίες του, όπως πάντα, τις αναλύσεις του και τη νεαρή του φοιτήτρια, η Δάφνη έγραφε σαν τρελή , η Λίλιαν είχε αρχίσει - για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια - να απογοητεύεται που δεν είχε κάνει ακόμα τίποτα στη μουσική της και σκεφτόταν σοβαρά να τα παρατήσει και να συνεχίσει τις σπουδές της στη Νομική, όπως επέμεναν και γκρίνιαζαν καθημερινά οι γονείς της κι ο Πέτρος, που είχε γυρίσει από το δικό του διδακτορικό στην Αμερική, είχε πάει - παππούς πια - φαντάρος. Ακόμα και με τον Μιχάλη ξανάρχισα επαφές. Βρισκόταν τώρα στο Αφγανιστάν και μου ’γραφε σχεδόν καθημερινά. Ήμουν ένα παράθυρο επικοινωνίας γι αυτόν κι αυτός ένα παράθυρο ανθρωπιάς για μένα. Για τους Αμερικάνους, τον πόλεμο, τις βόμβες, τους Ταλιμπάν, τη δυστυχία, τη φτώχια. Πάλευα για να κρατήσω τους φίλους μου. Έστω κι από μακριά. Όσο ήμουν κοντά τους δεν έβρισκα το χρόνο. Έπρεπε να φύγω για να καταλάβω ότι έπρεπε να πολεμήσω για τους κρατήσω. Ότι έπρεπε να ιδρώσω, να πέσω κάτω να με πατήσουν γι αυτούς που αγαπώ. Τη μοναδική σταθερή αξία στη ζωή μου μέχρι τώρα...
ΥΓ: έχει κι άλλο αλλά προς το παρόν σταματάω εδώ.
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007
Rio Madre de Dios, παραπόταμος του Αμαζόνιου

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007
Η ίδια μέρα
Μου άνοιξε την πόρτα χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ήταν ένας άντρας λίγο πιο κάτω απ' τα 40. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει ημικυκλικά σχηματίζοντας ένα είδος αόρατης κοριτσίστικης στέκας. Στα νιάτα του ήταν μποξέρ. Από το μικρό μου πέρασμα στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού ήξερα να αναγνωρίζω το σώμα ενός μποξέρ. Στήθος διάπλατο, σκληρό σαν πέτρα, μπράτσα νευρώδη, κοιλιά επίπεδη, χοντρός κώλος και πόδια βαριά. Είχε μια φυσική ευγένεια, πράγμα παράξενο για το επάγγελμά του. Στρατιωτικός. Ανθυπασπιστής. Με ξενάγησε σε όλο το σπίτι. Από δω η κουζίνα (με ανοξείδωτες συσκευές και πόμολα), τα δύο υπνοδωμάτια με τις μοντέρνες συρόμενες ντουλάπες, το μπάνιο με τα μικρά τετράγωνα μπεζ πλακάκια και το σαλόνι με τη καμινάδα του τζακιού βαμμένη σε χρώμα κεραμιδί, ασορτί με τις κουρτίνες.
Μου έκανε εντύπωση το πόσο καθαρό και περιποιημένο ήταν το διαμέρισμά του. Στην εντέλεια. Σαν να έφερνε τους φαντάρους του και τους έβαζε να κάνουν καθαριότητες κάθε πρωί. Αλλά αυτός δεν ήταν από τους γνωστούς καραβανάδες. Ήταν εντυπωσιακά ευγενικός. "Το χρειάζομαι το σπίτι μου" είπε, καθώς βολευόταν στον βελούδινο καναπέ, απομίμηση γνωστού ντιζάιν, από κάποιο επιπλάδικο τύπου 120. Βολεύτηκα στο διθέσιο απέναντι, δίπλα στην πλάσμα τηλεόραση. "Πριν δύο χρόνια μετακομίσαμε, νιόπαντροι, με τη γυναίκα μου, γεμάτοι όνειρα για οικογένεια, παιδιά, χαρούμενες φωνές και παιχνίδια. " Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν παντρεμένος. Το σπίτι ήταν τόσο τέλεια συμμαζεμένο που δεν πρόσεξα πουθενά ούτε γυναικείες παντόφλες, ούτε οδονόβουρτσες στο μπάνιο ή καλλυντικά παρατημένα. Πού να ναι η γυναίκα του; Και γιατί δεν αφήνει ούτε ένα σημάδι; Και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου. Σαν φάντασμα. Από το πουθενά. Με είχε ξεναγήσει σε όλο το σπίτι. Μου άνοιξε όλες τις πόρτες, ακόμα και του μικρού WC ξένων, δεν την είδα πουθενά. Που είχε κρυφτεί. "Η γυναίκα μου" μας σύστησε. Φορούσε μια κόκκινη φόρμα με μια άσπρη ρίγα στο πλάι κι από πάνω μια λευκή ζακέτα. Μου έτεινε χαμογελαστή το χέρι και σηκώθηκα για να της το σφίξω. Θα ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερή του. Μπορεί και παραπάνω. Κοντούλα, ελαφρώς στρουμπουλή, συνεσταλμένη, με ξανθιές βαμμένες αφέλειες να πέφτουν στο πρόσωπό της. Καθώς την χαιρετούσα, δεν μπόρεσα να μην αναγνωρίσω θλίψη στα μπλε μάτια της, σαν να μην την απασχολούσε η απρόσκλητη παρουσία ενός παντελώς άγνωστου. Η ξαφνική της εμφάνιση με παραξένεψε. Μα πως ήταν δυνατόν να μην την είχα δει; Η νεαρή γυναίκα κατάλαβε ότι μας διέκοψε,ζήτησε συγγνώμη κι αποσύρθηκε προς το μυστικό καταφύγιό της. Γιατί αυτή η διακριτικότητα; Και η θλίψη της; Γιατί; Άρχιζα να φαντάζομαι τα χειρότερα. Όμως αυτό που συνέβαινε ομολογώ ότι δεν μπορούσα να το φανταστώ. «Αυτό που μας συμβαίνει» , άρχισε να μου εξηγεί «δεν το χωράει ο νους τ’ ανθρώπου. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, τον ίδιο μήνα, 15 Μαΐου, τα τρία τελευταία χρόνια η γυναίκα μου αποβάλλει. Τρεις φορές. Τρεις φορές! Την ίδια μέρα, τον ίδιο μήνα. Είναι ανεξήγητο. Οι γιατροί λένε πως είναι σύμπτωση. Τη δεύτερη φορά κι εμείς αυτό πιστέψαμε. Και φροντίσαμε τον επόμενο χρόνο, δηλαδή πέρσι στις 15 του Μάη να είναι σε άλλο μήνα εγκυμοσύνης απ ότι τη πρώτη και τη δεύτερη φορά. Είχε κάτσει σπίτι όλη μέρα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Είχα πάρει άδεια από τη δουλειά και ήμουν δίπλα της. Το ίδιο και η μάνα της και η δική μου. Όλη μέρα πέρασε χωρίς πρόβλημα, χωρίς πόνους κι ενοχλήσεις. Ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Η γυναίκα μου έλαμπε. Κατά τις έντεκα οι συμπεθέρες έφυγαν, ήσυχες, να προλάβουν να γυρίσουν με μονή ταρίφα σπίτια τους. Και τότε κατά τις εντεκάμιση άρχισε να σφαδάζει από τον πόνο. Ήμουν στη τηλεόραση. Ώσπου να τρέξω είχε γεμίσει αίματα. Δεν κράτησε ούτε ένα λεπτό...» Έκανε παύση καθώς ξαναθυμόταν προφανώς τα συναισθήματα πόνου, οίκτου, απογοήτευσης και απελπισίας που τον είχαν κατακλύσει και που δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια.
«Γι αυτό το χρειάζομαι το σπίτι... Το έχω βάλει υποθήκη. Τρέχουμε σε γιατρούς κι εξωσωματικές. Δεν τα πληρώνει η Υπηρεσία», ξεκούμπωσε το μανίκι του και μου έδειξε το μελανιασμένο μπράτσο. «Το βλέπεις; Είναι από τις ενέσεις που κάνω για έλεγχο των λεμφοκυττάρων. Να δούμε αν φταίω εγώ...» Το είχα όμως ήδη καταλάβει. Δεν έφταιγε εκείνος. Και η γυναίκα του το ήξερε.
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007
Ο ύπουλος εχθρός
Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007
Ποιός το είπε;
Ποιος το είπε; Μήπως κάποιο μαμόθρεφτο κολεγιόπεδο; Όχι. Ο Χασάν. Είκοσι δύο χρονών. Μετανάστης από τη Συρία. Δουλεύει σε οικοδομή. Πλακάς
"Αν είχα εγώ 100.000€ θα αγόραζα ένα μεγάλο κτήμα. θα έβαζα εκεί όλα τα αδέσποτα της Αθήνας. Σκυλιά και γάτες. Η Αθήνα έχει πολύ ωραία σκυλιά. Σε κοιτούν πάντα με μάτια παραπονεμένα. Είναι πολύ καλά. Δεν επιτίθενται στους ανθρώπους. Απλά κυκλοφορούν και ψάχνουν για φαγητό. Ναι, αυτό θα έκανα."
Ποιος το είπε αυτό; Μήπως κάποια πλούσια εκκεντρική κυρία του Παλαιού Ψυχικού; Όχι. Η Όλγα. Είκοσι τεσσάρων χρονών. Μετανάστρια από τη Λετονία που δουλεύει σε σουβλατζίδικο.
Η Φωνή
Ποτέ δεν είχα πάει εκεί μέρα. Πάντα βράδια σε συναυλίες και παραστάσεις. Δεν ήξερα ποιο λεωφορειο περνάει και πήγα με το αυτοκίνητό μου. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά διώροφα σπιτάκια, με τη στενή αυλίτσα, που η είσοδός τους είναι από μια σιδερένια πόρτα πάνω στο πεζοδρόμιο που αφού σε ανεβάζει 2-3 μαρμάρινα σκαλάκια σε οδηγεί μέσα από ένα μικρό διάδρομο στην είσοδο της οικίας. Με υποδέχτηκε ένα κατάξανθο λαμπραντόρ.
-" Στο σπίτι σου εσύ! Γρήγορα!" Αναγνώρισα τη φωνή. Αυτή τη φορά ήταν επιτακτική. Μια καλοσυνάτη κυρία γύρω στα εξήντα με καλωσόρισε και μου έκανε νόημα να περάσω μέσα.
-"Έλα μέσα. Τι στέκεσαι εκεί έξω;"
Διστακτικός που έφτανα κοντά στην πηγή του μυστηρίου μου προχώρησα μερικά βήματα. Το σαλόνι ήταν πολύ μικρό κι έκανε γωνία χάνοντας πολύτιμο χώρο. Στη δεξιά γωνία δεν είχα ορατότητα και μάντεψα ότι εκεί πρέπει να είναι η κουζίνα. Σωστά. Παλιά ντουλάπια, μαρμάρινος πάγκος και νεροχύτης. Επίσης μαρμάρινος, βαθύς , από αυτούς τους παλιούς που στα περισσότερα παλιά σπίτια συνήθως κυκλοφορούν κατσαρίδες. Όχι όμως στην κουζίνα αυτή. Έλαμπε κι άστραφτε σαν να την τρίβουν ώρες κάθε μέρα.
-"Ωραίο σκυλί έχετε." είπα για να σπάσω τον πάγο. "πόσο είναι;" Ταυτόχρονα κοίταζα το σαλόνι. Μια στριφογυριστή μεταλλική σκάλα που κρεμόταν από το ταβάνι ανέβαινε στον πάνω όροφο. Αντί για κουπαστή είχε κάγκελα που έφταναν κι αυτά μέχρι το ταβάνι. Σαν ένα κλουβί που συγκοινωνούσε με τον επάνω όροφο και ανεβοκατέβαζε γιγάντια πειραματόζωα. Επάνω προφανώς ήταν τα υπνοδωμάτια. Όχι πολλά. Κρίνοντας από το σαλόνι και την τραπεζαρία μάλλον δύο μεγάλα. Μαύρο μάρμαρο στο πάτωμα και βαριά έπιπλα της δεκαετίας του '60 συμπλήρωναν τον χώρο. Πάνω στον μπουφέ - αντίκα της στριμωγμένης τραπεζαρίας πρόσεξα μια ολόχρυση μεγάλη κορνίζα με ένα αντρικό πρόσωπο. Ταυτόχρονα η φωνή είπε:
-"Δεν είναι δικό μου. Είναι του γιου μου." μου απάντησε αγνοώντας εντελώς τη δεύτερη ερώτησή μου. Πλησίασε στη φωτογραφία. "Σπουδάζει στην Κέρκυρα. Αυτή εδώ είναι η αρραβωνιαστικιά του." μου έδειξε τη διπλανή φωτογραφία μιας πανέμορφης ξανθιάς κοπέλας σε μαύρο φόντο, που ταίριαζε με το μάρμαρο του πατώματος, πολύ έντονα βαμμένης και περιποιημένης σαν να είχε τραβηχτεί
από μπουζούκια.
-"Συγχαρητήρια" απάντησα με το πιο πλατύ και ευγενικό χαμόγελό μου. "Καλά στέφανα."
-"Μακάρι γιε μου. Μακάρι..." ψέλλισε η κυρία.
-"Γιατί μακάρι; Δεν τα πάνε καλά;"
-"Αγνοείται. Ο γιος μου αγνοείται εδώ και δεκαπέντε μήνες."
Σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα. Πιο μαύρη από το μάρμαρο και το φόντο της κορνίζας. Χαμήλωσα το κεφάλι. Τότε πρόσεξα κι άλλη μία του πάνω στο μικρό τραπεζάκι του καναπέ.
-"Πως έγινε;" ρώτησα χαμηλόφωνα με αυτό το γλοιώδες αίσθημα συμπάθειας και κατανόησης. "Ο γιος μου σπούδαζε στη Κέρκυρα. Σαν φοιτητής έμπλεξε με αυτή την ιστιοπλοΐα. Του αρέσει πάρα πολύ. Του έλεγα εγώ " τι τα θες και μπλέκεις με κάτι που δεν είναι δικό σου; Αφού δεν είσαι ναυτικός; Τί τα θες αυτά τα πράγματα;" "Όχι μάνα, μου αρέσει πολύ. Τί θες να γίνω; Μεταφραστής; Άσε με να κάνω αυτό που με γεμίζει όσο τίποτ' άλλο!" μου 'λεγε συνέχεια. Και να τα καμώματα!". Έτεινε τη φωτογραφία προς το μέρος μου κι έκατσε σε μια καρέκλα. "Πέρυσι το Μάρτιο" συνέχισε "τον έστειλαν μαζί με τον συνέταιρο του να πάει στην Ιταλία να παραλάβει μια οικογένεια και να τους πάει, λέει, Κροατία. Είχαν χαρεί. Πολλά λεφτά. Κάπου στα μέσα τούς βρήκε καταιγίδα. Βρήκαν το σκάφος γυρισμένο ανάποδα και το Νίκο νεκρό μίλια μακριά. Ο Μπάμπης πουθενά..." Σώπασε για λίγο. Γύρισε και με κοίταξε, που στεκόμουν ακόμα όρθιος κρατώντας την ανάσα μου. "Θα μου πεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Δεν ξέρω... Αλήθεια δεν ξέρω. Όλα είναι τόσο παράξενα. Πήγαμε παντού. Στην Ιταλία, στην Κροατία, στην Κέρκυρα, στην Αστυνομία, σε ντεντέκτιβ, στη Νικολούλη. Παντού. Δεν ξέρω...Αν ακούσεις κάτι, αν μάθεις κάτι...ε; με κοίταξε ικετευτικά και συμπλήρωσε: "όσο πιο πολλοί το ξέρουν τόσο το καλύτερο..."
Βγήκα έξω από το σπίτι θέλοντας να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Στον καθαρό αέρα του Βύρωνα. Δεν είχα ξανασυναντήσει μάνα αγνοούμενου. Η μόνη επαφή που είχα ήταν από διάφορες διηγήσεις παππούδων και από τα αφιερώματα στα περιοδικά για τις μάνες στο Λήδρα Μάριοτ. "Παλιά πήγαιναν από χέρι συνανθρώπου, ακόμα κι αδερφού. Τουλάχιστον τώρα πάνε από την προσπάθεια να τιθασεύσουν τη φύση, να πετύχουν το ακατόρθωτο..." ήταν η μόνη παρήγορη μαλακία που σκέφτηκα.