
Η νύχτα είναι υγρή και γλυκιά. Φοράω ένα μπλουζάκι και μια βερμούδα. Μπροστά από τη σκηνή πάνω από τρεις χιλιάδες άτομα έχουν ξαπλώσει στο γκαζόν με μια μπίρα στο χέρι ή ένα κύπελο μάτε – το πικρό ζεστό τοπικό αφροδισιακό ποτό που πίνουν όλοι εδώ,(όπως εμείς το φραπέ) που παράγεται από ένα χαρμάνι βοτάνων. Ξαπλώνουμε κι εμείς και απολαμβάνουμε τη συναυλία. Είναι αφιερωμένη στη δεκαετία του 20 και από τη σκηνή παρελαύνουν πολλοί ηλικιωμένοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ο κόσμος τραγουδά μαζί τους και τους χειροκροτεί με πολλή θέρμη.
Είναι νύχτα, είναι τέλος του καλοκαιριού κι ακούω μουσική. Μια σκηνή τόσο οικεία. Σαν να ακούω Παπάζογλου στα βραχακια του Λυκαβηττού. Μόνο ο Σταυρός του Νότου ψηλά στον ουρανό μαρτυρά πως είμαι στο νότιο ημισφαίριο και το τάγκο στα ηχεία προσδιορίζει την ακριβή μου θέση.



Είναι σε τόσα πολλά μέρη που είχα αρχίσει να πιστεύω πως απλά το πουλάνε στους τουρίστες. Όπως στην Πλάκα πουλάνε το γκρικ μπουζούκι. Έπρεπε όμως να έρθουμε εδώ για να καταλάβω πως όπως όσο άδικο έχει ο τουρίστας στην Ελλάδα που ακούει ζορμπά και ξενερώνει, επειδή δεν μπορεί να ξέρει τι επίδραση είχε στην σύγχρονη κοινωνική ταυτότητα ο Καζατζίδης και η Σωτηρία Μπέλλου έτσι κι εγώ έκανα λάθος που έγινα προς στιγμή καχύποπτος.
Τρεις μπύρες και δυο ώρες αργότερα η συναυλία τελείωσε και με τα μισοτελειωμένα κουτάκια στο χέρι ανακατευτήκαμε μέσα στο πλήθος που έφευγε και με τα πόδια ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Σαν να το κάναμε από χρόνια…












