Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Ζεστές μυρωδιές

Την παλιά σιδερένια πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε ένας νεαρός γύρω στα 30 .Φορούσε μια άσπρη βερμούδα κι από πάνω ένα φανελάκι, απ’ το οποίο ξεχείλιζαν τα φουσκωμένα του μπράτσα. Η μικρή κυλίτσα πρόδιδε κάποιον που κάποτε είχε γυμναστεί πολύ αλλά κάποτε, παλιά. Πρόσεξα ένα σημάδι σαν από ραμμένο σκίσιμο στο δεξί ζυγωματικό, ανάμεσα στη μύτη και στο αφτί.

«Τώρα μένω στο υπόγειο», μου εξήγησε με μια φωνή που δεν ταίριαζε στο δυνατό κορμί του . «Έμενα στο ισόγειο αλλά από τότε που έπεσε η μάνα μου και χτύπησε κι έχει έρθει μια αδερφή της να την προσέχει, δε χωράμε πια.»

Με ανέβασε στον 3ο όροφο. Καλλιθέα, απέναντι απ’ το αστυνομικό τμήμα, δυάρι εσωτερικό.

Με το που μπαίνουμε, μου μυρίζει κεφτεδάκια. Αλλά το διαμέρισμα είναι άδειο. Ήταν αδύνατο κάποιος να έχει μαγειρέψει.
«Θέλω να το αγοράσω. Πως σου φαίνεται; Σου αρέσει;»
«Μόνο αυτός είναι ο λόγος;» τον ρωτάω. «Να φύγεις απ’ το υπόγειο;»Τον κοιτάω κατευθείαν στα κόκκινα του μάτια.
Χαμογελάει. «Όχι» τα κατεβάζει από συστολή και συνεχίζει: «Πέρασα στο Πανεπιστήμιο! Στο ιστορικό αρχαιολογικό. Δεν θα μπορώ ούτε να διαβάζω, ούτε να φέρνω φίλους και γκόμενες»
Δεν περίμενα την απάντηση: «Πόσο χρονών είσαι;» «32» … «Περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα για να το πάρω. Πιο πριν δεν μπορούσα κιόλας, είχα πολύ διάβασμα και τη δουλειά μαζί» «Νυχτερινό;» «Όχι, γενικό, εδώ πιο κάτω, το 2ο» Με ξανααιφνιδιάζει. «Πήγαινες σε γενικό σ’ αυτή την ηλικία;» «Ναι. Μαζί με τα 16χρονα. Είχε πολύ γέλιο.» «Καλά, πως σου ρθε; Εννοώ το γενικό;» «Το είχα υποσχεθεί στον πατέρα μου, λίγο πριν πεθάνει πριν 4 χρόνια. Όταν παράτησα το Λύκειο, στα 16 μου, του έγινε μαράζι.»
«Και γιατί το παράτησες;» «Για τον αθλητισμό. Πρωταθλητής Ελλάδας στο πολεμικό κουνγκ φου.» «Τώρα είμαι β' βοηθός στην Εθνική Ελλάδας.» Πρώτη φορά τον άκουγα τον όρο. Εγώ ξέρω μόνο κάτι λίγα από μποξ. Του το λέω. «Η καλύτερη γυμναστική.» μου απαντά. «Πάντως η Καλλιθέα, επιμένω, βγάζει πολλούς και καλούς αθλητές. Είχα πολλούς γνωστούς από εδώ, τρελαμένους με καράτε και πολεμικές τέχνες» «Ναι, είναι ο Μύρωνας εδώ πιο πάνω, ο σύλλογος, καλό φυτώριο».

Κάνω μια βόλτα στο άδειο διαμέρισμα. «Και πως τα κατάφερες με τη δουλειά; Σχολείο το πρωί και δουλειά το βράδυ;» «Δουλεύω στο δήμο, οπότε καταλαβαίνεις μου ήταν εύκολο να φεύγω.» Έκατσε σε μια από τις 2 καρέκλες του χωλ. «Το σχολείο ήταν τ’ όνειρό μου. Ντρεπόμουν που δεν το είχα τελειώσει. Κοίτα εσένα. Σπούδασες, δουλεύεις έχεις μια ζωή κανονική. Χαίρεις μιας εκτίμησης. Εγώ δεν ήξερα ούτε καν να διαβάσω. Ήταν και το μαράζι του μακαρίτη του πατέρα μου: «Χωρίς να έχεις βγάλει το σχολείο δεν θα πας πουθενά μου»
'λεγε πάντα» «Θα είναι πολύ υπερήφανος τώρα για σένα» απάντησα.
«Αλλά μην νομίζεις πως οι σπουδές είναι το πιο σημαντικό στη ζωή τελικά. Κοίτα όντως εμένα.» Τον κοίταξα στα μάτια. Η κοκκινίλα ήταν προφανώς κατάλοιπο των μπουνιών που είχε φάει σε αγώνες και προπονήσεις. «Δουλειά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, τρέξιμο απίστευτο, ταλαιπωρία, άγχος, κίνηση. Για λίγα ψίχουλα και μέλλον αβέβαιο. Και έτσι είναι όλη η γενιά μου, η γενιά μας.»
«Το πιο σημαντικό στη ζωή το έχεις ήδη,» συνέχισα βλέποντας πως είχα μετριάσει τη χαρά του για την εισαγωγή του. «Είσαι μαχητής. Σπουδαίος μαχητής.»

Σηκώθηκα να φύγω. Γύρισα κι έριξα μια τελευταία ματιά. Έκανα μια μικρή κυκλική κίνηση με το δείκτη του δεξιού μου χεριού στον αέρα «Ήσυχο είναι». «Περιποιημένο, σε καλή κατάσταση. Μπράβο! Να το χαίρεσαι! Και καλό μεταπτυχιακό!»

Δεν του είπα πως, από παιδί, η μυρωδιά τηγανητών κεφτέδων σημαίνει για μένα ζεστασιά και πολύ μεγάλη οικειότητα.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

TO ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ CD

Πάντα αναρωτιόμουν πως είναι ένα σπίτι που οι ένοικοι του κρεμούν cd στα μπαλκόνια. Το παραδέχομαι. Η αισθητική αυτή μου είναι λίγο ξένη. Πιθανολογώ ότι κάποιοι θεωρούν το cd διακοσμητικό είδος μάλλον επειδή ιριδίζει, παίζει με τα χρώματα και τις αναλαμπές του φωτός και δημιουργεί μια ανέμελη ατμόσφαιρα. Αλλά όλα αυτά τα cd μαζεμένα να κρέμονται σαν λουκάνικα για να στεγνώσουν, μετέωρα, αφημένα στη τύχη τους, αλλά - το πιο σημαντικό - άδεια από μουσική και περιεχόμενο παραμένει κάτι που δεν μπορώ να αποδεχτώ.
Έτσι όταν μια φίλη μου μου είπε για μια πολύ όμορφη μονοκατοικία που στον επάνω όροφο ταλαντώνονται δεκάδες μικρά δισκάκια αποφάσισα να πάω να την επσκεφτώ. Πήρα το μετρό για Δάφνη και μετά κατέβηκα την Παπαναστασίου προς Νέα Σμύρνη. Λίγο πριν την Πυροσβεστική έστριψα αριστερά, ρώτησα δυο τρεις περαστικούς και τελικά την βρήκα. Πράγματι ήταν πολύ όμορφη . Παλιά διώροφη, γωνιακή, με ένα κήπο που αν τον φρόντιζαν θα ήταν πολύ ωραίος , είχε μπροστά της έναν πολύ μεγάλο πεζόδρομο αρκετά μέτρα πλατύ, που της προσέδιδε μια άπλα και μια ανοιχτάδα, σπάνια για Αθήνα.
Ο μαντρότοιχος όμως πρόδιδε κάτι. Έδειχνε κάποια ανησυχητικά σημάδια παραίτησης. Ξεφτισμένος, με τους σοβάδες ξεφλουδισμένους, κίτρινος από τη βρώμα έδινε την εντύπωση πως κάτι δεν πάει καλά.
Οι τέντες σε όλο το περιμετρικό μπαλκόνι κατεβασμένες. Δεν είχε ήλιο και σε τέτοιο ωραίο σημείο ήταν κρίμα που τις είχαν κατεβάσει. Αλλά από το κατεβασμένο μπράτσο των τεντών κρέμονταν δεκάδες cd. Κατάλαβα ότι δεν τις σηκώνουν ποτέ.
Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα. Μου άνοιξε μια παχουλή κυρία γύρω στα πενήντα, που ούτε που μου έδωσε σημασία. Ήταν απασχολημένη να μιλά στο κινητό της. Με το που έκανα ένα βήμα στο σαλόνι με χτύπησε μια αποπνιχτική μυρωδιά. Κατουρίλα, σκατίλα, κλεισούρα, εμετίλα όλα μαζί. ΄Εκανα να φύγω αλλά μια τρύπα στον τοίχο που είχε πρόχειρα κλειστεί με τούβλα μού τράβηξε την προσοχή.
-Από τότε που πέθανε ο κουνιάδος μου κανείς δεν ασχολείται με το σπίτι, απολογήθηκε λίγο πριν απαντήσει σε άλλο ένα τηλεφώνημα η χοντρή κυρία δείχνοντας με το δάχτυλό της στο βάθος του δωματίου. Κι ύστερα συνέχισε:
-Ναι, ναι εγώ είμαι. Ναι. Εγώ. Ναι στη λαϊκή του Αγίου Νεκταρίου, την άλλη Πέμπτη. Πόσα θέλετε; 30; Δεν γίνεται. Δεν προλαβαίνω. Από βδομάδα και βλέπουμε.
Ξαναγύρισε σε μένα : Μπείτε σε όποιο δωμάτιο θέλετε αλλά όχι σε αυτό εδώ. Μου έδειξε μια σπασμένη, ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Εδώ έχω τα σκυλιά. Καλύτερα μην μπείτε.
Κρίνοντας από τη διάχυτη βρόμα αυτά τα σκυλιά μάλλον είχαν να βγουν χρόνια απ’το διαμέρισμα, οπότε ούτε κι εγώ θέλησα να επιμείνω.
Στο μεταξύ, μέσα στο σκοτάδι του χώρου που, μέρα μεσημέρι, επέβαλλαν οι κατεβασμένες τέντες, τα κλειστά αν και τρύπια παντζούρια και τα σβηστά φώτα προσπαθούσα να ξεχωρίσω τι ακριβώς μου έδειχνε. Και τότε κατάλαβα. Δυο κολώνες είχαν φυτρώσει στις άκρες του σαλονιού, προσθήκη και ενίσχυση του από πάνω ορόφου.
- Όλα αυτά τα είχε αναλάβει ο κουνιάδος μου, χρυσός άνθρωπος, μερακλής, έπιανε το χέρι του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να τα χαρεί. Από κάτω μένει η αδερφή μου, μου ξαναείπε ενώ το κινητό της ξαναχτύπησε για έκτη φορά μέσα στα πέντε λεπτά που ήμουν εκεί.
Έκανα μια μικρή βόλτα κρατώντας την ανάσα μου. Χαρτοκούτες πεταμένες εδώ κι εκεί παραγεμισμένες με διάφορα που αντικείμενα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, εικονίσματα καρφωμένα στα γυμνά τούβλα, σπασμένα τραπέζια, ένας εκτυπωτής αφημένος πάνω σ’ ένα νεσεσέρ, ένας τεράστιος αρκούδος, μια ασπρόμαυρη τηλεόραση, πεταμένα χαρτιά , ένα μηχάνημα φαξ στην τουαλέτα. Το σκηνικό συμπλήρωναν κάτι κίτρινοι αρρωστιάρικοι λιγδιάρικοι πολυέλαιοι. Είχα ξεχάσει τα cd του μπαλκονιού, ούτε καν που θέλησα να τα δω. Χαιρέτησα κι έκανα να φύγω. Η κυρία με συνόδευσε μέχρι την πόρτα καθώς συνέχιζε να δέχεται παραγγελίες για άλλες λαϊκές. Βγήκα στον ασοβάτιστο διάδρομο με το γυμνό, χωρίς μαρμάρινη επένδυση πλατύσκαλο και ξαφνικά έκανα μεταβολή.
-Να σας ρωτήσω κάτι; Ο κουνιάδος σας πότε πέθανε;
- Ου! Πάνε δέκα χρόνια τώρα, Θεός σχωρές τον!

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Κι άλλα παιδιά...

Είχα ακούσει για την κυρία Μίνα από φοιτητής ακόμα, όταν έβγαινα με μια κοπέλα από τη γειτονιά της. Μόλις έμαθα πως ετοιμαζόταν να μετακομίσει έτρεξα να την συναντήσω. Έμενε - και προς το παρών ακόμα μένει - σ' ένα υπόγειο στην οδό Ιακωβάτων στα Πατήσια. Πήρα το μετρό, Ομόνοια αλλαγή και κατέβηκα στον Άγιο Ελευθέριο. Περπάτησα λίγο αλλά τελικά βρήκα την πολυκατοικία. Κλασική της δεκαετίας του 60. Μικρά μπαλκόνια, υπερυψωμένη είσοδος με μαρμάρινα σκαλοπάτια, ξύλινη επένδυση στους τοίχους, μαύρο μάρμαρο στο δάπεδο. Τα 5 σκαλοπάτια της εισόδου της έδιναν εκείνο το ύψος που χρειαζόταν για να βγουν παράθυρα στο υπόγειο και οι δηλωμένες αποθήκες να γίνουν διαμερίσματα. Σ΄ένα απ' αυτά ή καλύτερα σε δύο απ' αυτά γιατί ήταν 2 που τα είχε ενώσει, τα δεξιά της σκάλας, έμενε εδώ και 45 χρόνια η κυρία Μίνα.
Λεπτή φιγούρα, μοντέρνα κόμμωση, σπινθηροβόλα μάτια. Το πρόσωπό της έλαμπε.
-"Επιτέλους φεύγω!"μου είπε πριν ακόμα με δεχτεί στο σπίτι της. "Πέρασε μέσα."
- "Για που το 'βαλες γιαγιά;"
- "Για το Γαλάτσι! Θα μείνω σε 3ο όροφο!Ποτέ ξανά σε υπόγειο. Να σε κεράσω κάτι;"
- "Στο Γαλάτσι; Γιατί τόσο μακριά; Εκεί είναι τα παιδιά;" τη ρώτησα επεξεργαζόμενος το χώρο. Τα μισά πράγματα ήταν ήδη συσκευασμένα. Τα μεγάλα, όπως το βαρύ σένιο και οι ξύλινες ντουλάπες με τα φύλλα - καθρέφτες περίμεναν καρτερικά την ώρα που θα αποχωρούσαν ένδοξα, αγέρωχα, με τα μάτια ανοιχτά.
Η παρατεταμένη σιωπή πίσω μου με έκανε να δαγκωθώ. "Πάλι μαλακία θα είπα" σκέφτηκα.
- "Όχι. Εκεί βρήκα. Άλλωστε εγώ δεν βγαίνω σχεδόν ποτέ. Πότε - πότε έρχεται και με βλέπει ο γιος μου. Γι αυτόν το ίδιο είναι. Έχει μηχανή."
- "Και ποιος θα έρθει να μείνει;" γύρισα να την κοιτάξω ενώ στεκόμασταν στο φως κάτω από μια αναμμένη κίτρινη λάμπα, μέρα μεσημέρι.
- "Ένας μαύρος" μου απάντησε χαμηλόφωνα. "Λοιπόν; σου αρέσει το σπίτι;"
- "Ωραίο είναι." απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη ψέμματα. Είχε τρία δωμάτια, ένα τυφλό μπάνιο, μια τυφλή κουζίνα και δυο παράθυρα απ τα οποία έβλεπες τα πόδια των περαστικών.
- "Ωραίο είναι. Δεν αντέχω άλλο γιέ μου. Δεν αντέχω... Σαρανταπέντε χρόνια είναι πολλά. Πάρα πολλά. Έζησα χαρές και λύπες. Πόσες λύπες... "
-" Έχει λεφτά αυτός ο μαύρος;" απάντησα για ν' αλλάξω το θέμα. Μυρίστικα συγκίνηση. " Γιατί νομίζω ότι οι τράπεζες δεν δίνουν τόσο εύκολα πια."
Η γιαγιά με κοίταξε απορημένη και ξαφνικά άρχισε να κλαίει.
- " Μη μου λες τέτοια γιόκα μου... Μη μου λες τέτοια..." σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της μετανιωμένη και έτρεξε στη στρογγυλή τραπεζαρία. Πήρε μια κορνίζα και ήρθε κοντά μου. Ετεινε το χέρι της να μου τη δείξει χωρίς όμως να με αφήσει να την πάρω. Αυτός είναι ο 2ος γιος μου." Τύλιξε την κορνίζα με τα χέρια της στον κόρφο της σαν να αγκάλιαζε ένα μικρό περιστέρι. "Σκοτώθηκε όταν ήταν 23 χρονών. Με μηχανάκι." η φωνή της είχε σπάσει. Ήταν έτοιμη να ξανακλάψει. Προσπάθησε να το παλέψει, σαν κάποιος να της είχε συστήσει να μην κλαίει, όμως τελικά δεν άντεξε.
- "Και του το 'χα πει του μακαρίτη του άνδρα μου." άρχισε να μονολογεί μέσα σε αναφιλητά, κρατώντας σφιχτά την κορνίζα στην αγκαλιά της. "Του το 'χα πει. Ήθελα πολλά παιδιά. Τουλάχιστον τέσσερα... Αλλά αυτός επειδή ήταν 9 αδέρφια δεν ήθελε...Και να τώρα. Αυτός έφυγε πριν από μένα και με άφησε μόνη στον κόσμο... Δεν λέω το παιδί μου με αγαπάει. Κάνει ό,τι μπορεί... Αλλά εγώ ήθελα κι άλλα παιδιά..."
Αιφνιδιάστηκα. Προσπάθησα να την παρηγορήσω. Είχαμε στο μεταξύ κάτσει στο ντιβάνι του σαλονιού , στρωμένο με κουρελούδες.
- "Αυτά είναι περασμένα γιαγιάκα. Μην τα σκέφτεσαι πια. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς! Σημασία έχει ότι έχεις ένα γιο που σε αγαπάει."
Η γιαγιά σαν να συνήλθε, σκούπισε με το μανίκι τα μάγουλά της και απάντησε.
-"Ξέρεις τί καλό παιδί που είναι ο γιος μου; Δεν υπάρχει καλύτερο. Κάθε μέρα με παίρνει τηλέφωνο. Αυτός μου βρήκε το σπίτι."
- "Ορίστε, τί παραπονιέσαι;"
-" Όχι δεν παραπονιέμαι. Δεν παντρεύεται γιόκα μου. Είναι 39 χρονών και δεν παντρεύεται..."
- "Είναι νέος ακόμα. Μην ανησυχείς Θα παντρευτεί και θα σου κάνει εγγονάκια."
Με κοίταξε συνωμοτικά.
-"Ξέρεις, με μαλώνει. Δεν με αφήνει να με πιάνουν τα κλάματα. Πιστεύει ότι στο καινούριο σπίτι δεν θα με πιάνουν γιατί, λέει, δεν θα έχω τις αναμνήσεις. Αλλά εγώ ξέρω ότι θα με πιάνουν. "
Ξαφνικά τα μάτια της έλαμψαν όπως στην αρχή της συνάντησής μας.
-"Όλη η γειτονιά χάρηκε που θα φύγω!" φούσκωσε από περηφάνια. "Ήρθαν από την πολυκατοικία όλες οι γειτόνισσες να με συγχαρούν. Και θα 'ρχονται λεει να με βλέπουν."
Άνοιξα την εξώπορτα. Μισός αιώνας ζωής μέσα σ' ένα υπόγειο. Πόσο θάρρος χρειάζεται; Πόσο γενναίος πρέπει να είσαι για να το αντέξεις;
- "Να 'ρχεσαι κι εσύ!" ήταν τα λόγια της που με συνόδευσαν μέχρι να ανέβω τα πέντε μαρμάρινα σκαλοπάτια.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007

Η ίδια μέρα

Μόλις είδα το σπίτι σκέφτηκα αμέσως να μπω μέσα. Η πολυκατοικία, με μεγάλη πρόσοψη πάνω σ' ένα δρόμο με νησίδα με λεύκες, φαινόταν πολύ φροντισμένη, νεόκτιστη, το πολύ 1-2 χρόνων. Η είσοδος, η πιλωτή και ο κήπος περιποιημένα, η καμινάδα του τζακιού πετρόκτιστη. Στο δεύτερο όροφο όμως μια μικρή παραφωνία. Το κάγκελο της βεράντας είχε ξεβάψει σχηματίζοντας ένα μαύρο λεκέ πάνω στο αρχικό βεραμάν χρώμα. Δεν το είχαν εντοπίσει; Περίεργο. Σαν ένα πεντακάθαρο, κολλαριστό ρούχο που έχει ένα μικρό σπαστικό λεκέ στο γιακά, ικανό να προδώσει όλη την αμέλεια ή προσπάθεια συγκάλυψης του κατόχου του.
Μου άνοιξε την πόρτα χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ήταν ένας άντρας λίγο πιο κάτω απ' τα 40. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει ημικυκλικά σχηματίζοντας ένα είδος αόρατης κοριτσίστικης στέκας. Στα νιάτα του ήταν μποξέρ. Από το μικρό μου πέρασμα στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού ήξερα να αναγνωρίζω το σώμα ενός μποξέρ. Στήθος διάπλατο, σκληρό σαν πέτρα, μπράτσα νευρώδη, κοιλιά επίπεδη, χοντρός κώλος και πόδια βαριά. Είχε μια φυσική ευγένεια, πράγμα παράξενο για το επάγγελμά του. Στρατιωτικός. Ανθυπασπιστής. Με ξενάγησε σε όλο το σπίτι. Από δω η κουζίνα (με ανοξείδωτες συσκευές και πόμολα), τα δύο υπνοδωμάτια με τις μοντέρνες συρόμενες ντουλάπες, το μπάνιο με τα μικρά τετράγωνα μπεζ πλακάκια και το σαλόνι με τη καμινάδα του τζακιού βαμμένη σε χρώμα κεραμιδί, ασορτί με τις κουρτίνες.
Μου έκανε εντύπωση το πόσο καθαρό και περιποιημένο ήταν το διαμέρισμά του. Στην εντέλεια. Σαν να έφερνε τους φαντάρους του και τους έβαζε να κάνουν καθαριότητες κάθε πρωί. Αλλά αυτός δεν ήταν από τους γνωστούς καραβανάδες. Ήταν εντυπωσιακά ευγενικός. "Το χρειάζομαι το σπίτι μου" είπε, καθώς βολευόταν στον βελούδινο καναπέ, απομίμηση γνωστού ντιζάιν, από κάποιο επιπλάδικο τύπου 120. Βολεύτηκα στο διθέσιο απέναντι, δίπλα στην πλάσμα τηλεόραση. "Πριν δύο χρόνια μετακομίσαμε, νιόπαντροι, με τη γυναίκα μου, γεμάτοι όνειρα για οικογένεια, παιδιά, χαρούμενες φωνές και παιχνίδια. " Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν παντρεμένος. Το σπίτι ήταν τόσο τέλεια συμμαζεμένο που δεν πρόσεξα πουθενά ούτε γυναικείες παντόφλες, ούτε οδονόβουρτσες στο μπάνιο ή καλλυντικά παρατημένα. Πού να ναι η γυναίκα του; Και γιατί δεν αφήνει ούτε ένα σημάδι; Και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου. Σαν φάντασμα. Από το πουθενά. Με είχε ξεναγήσει σε όλο το σπίτι. Μου άνοιξε όλες τις πόρτες, ακόμα και του μικρού WC ξένων, δεν την είδα πουθενά. Που είχε κρυφτεί. "Η γυναίκα μου" μας σύστησε. Φορούσε μια κόκκινη φόρμα με μια άσπρη ρίγα στο πλάι κι από πάνω μια λευκή ζακέτα. Μου έτεινε χαμογελαστή το χέρι και σηκώθηκα για να της το σφίξω. Θα ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερή του. Μπορεί και παραπάνω. Κοντούλα, ελαφρώς στρουμπουλή, συνεσταλμένη, με ξανθιές βαμμένες αφέλειες να πέφτουν στο πρόσωπό της. Καθώς την χαιρετούσα, δεν μπόρεσα να μην αναγνωρίσω θλίψη στα μπλε μάτια της, σαν να μην την απασχολούσε η απρόσκλητη παρουσία ενός παντελώς άγνωστου. Η ξαφνική της εμφάνιση με παραξένεψε. Μα πως ήταν δυνατόν να μην την είχα δει; Η νεαρή γυναίκα κατάλαβε ότι μας διέκοψε,ζήτησε συγγνώμη κι αποσύρθηκε προς το μυστικό καταφύγιό της. Γιατί αυτή η διακριτικότητα; Και η θλίψη της; Γιατί; Άρχιζα να φαντάζομαι τα χειρότερα. Όμως αυτό που συνέβαινε ομολογώ ότι δεν μπορούσα να το φανταστώ. «Αυτό που μας συμβαίνει» , άρχισε να μου εξηγεί «δεν το χωράει ο νους τ’ ανθρώπου. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, τον ίδιο μήνα, 15 Μαΐου, τα τρία τελευταία χρόνια η γυναίκα μου αποβάλλει. Τρεις φορές. Τρεις φορές! Την ίδια μέρα, τον ίδιο μήνα. Είναι ανεξήγητο. Οι γιατροί λένε πως είναι σύμπτωση. Τη δεύτερη φορά κι εμείς αυτό πιστέψαμε. Και φροντίσαμε τον επόμενο χρόνο, δηλαδή πέρσι στις 15 του Μάη να είναι σε άλλο μήνα εγκυμοσύνης απ ότι τη πρώτη και τη δεύτερη φορά. Είχε κάτσει σπίτι όλη μέρα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Είχα πάρει άδεια από τη δουλειά και ήμουν δίπλα της. Το ίδιο και η μάνα της και η δική μου. Όλη μέρα πέρασε χωρίς πρόβλημα, χωρίς πόνους κι ενοχλήσεις. Ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Η γυναίκα μου έλαμπε. Κατά τις έντεκα οι συμπεθέρες έφυγαν, ήσυχες, να προλάβουν να γυρίσουν με μονή ταρίφα σπίτια τους. Και τότε κατά τις εντεκάμιση άρχισε να σφαδάζει από τον πόνο. Ήμουν στη τηλεόραση. Ώσπου να τρέξω είχε γεμίσει αίματα. Δεν κράτησε ούτε ένα λεπτό...» Έκανε παύση καθώς ξαναθυμόταν προφανώς τα συναισθήματα πόνου, οίκτου, απογοήτευσης και απελπισίας που τον είχαν κατακλύσει και που δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια.
«Γι αυτό το χρειάζομαι το σπίτι... Το έχω βάλει υποθήκη. Τρέχουμε σε γιατρούς κι εξωσωματικές. Δεν τα πληρώνει η Υπηρεσία», ξεκούμπωσε το μανίκι του και μου έδειξε το μελανιασμένο μπράτσο. «Το βλέπεις; Είναι από τις ενέσεις που κάνω για έλεγχο των λεμφοκυττάρων. Να δούμε αν φταίω εγώ...» Το είχα όμως ήδη καταλάβει. Δεν έφταιγε εκείνος. Και η γυναίκα του το ήξερε.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Η Φωνή

Η φωνή από το τηλέφωνο μου φάνηκε περίεργη. Ήταν ένα τηλεφώνημα ρουτίνας. Σαν όλα τ' άλλα. Αλλά η φωνή από την άλλη άκρη πρόδιδε μια αγωνία, μια προσμονή, μια αδιόρατη ελπίδα. Κι ας ήταν καλά κρυμμένη. Ήταν ένα "εμπρός" όλο μοναχική λύπη. Κι όταν είπα ποιος ήμουν και τι ήθελα μου φάνηκε πως άκουσα ένα ανεπαίσθητο αναστεναγμό διάψευσης. Αναστατώθηκα. Τί ήταν αυτό που θύμισα; Ποιο μηχανισμό μνήμης σάλευσα; Ποια μυρωδιά προς στιγμήν ανέδυσα; Αποφάσισα να πάω να δω τη φωνή. Από που προέρχεται και που οφείλεται. Δεν είχα καμία δουλειά και κανένα λόγο. Ίσως να με υποκίνησαν οι τύψεις μου για εκείνη την εκδοχή του μέλλοντος στην οποία πάντα είμαι εγώ ο φταίχτης κι ο ανίκανος. Όμως ήθελα να πάω. Αφορμή η ίδια. Ταυτοποίησα τηλέφωνο και διεύθυνση και ξεκίνησα. Ψηλά στο Βύρωνα, κοντά στο θέατρο. Πως πάνε εκεί;
Ποτέ δεν είχα πάει εκεί μέρα. Πάντα βράδια σε συναυλίες και παραστάσεις. Δεν ήξερα ποιο λεωφορειο περνάει και πήγα με το αυτοκίνητό μου. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά διώροφα σπιτάκια, με τη στενή αυλίτσα, που η είσοδός τους είναι από μια σιδερένια πόρτα πάνω στο πεζοδρόμιο που αφού σε ανεβάζει 2-3 μαρμάρινα σκαλάκια σε οδηγεί μέσα από ένα μικρό διάδρομο στην είσοδο της οικίας. Με υποδέχτηκε ένα κατάξανθο λαμπραντόρ.

-" Στο σπίτι σου εσύ! Γρήγορα!" Αναγνώρισα τη φωνή. Αυτή τη φορά ήταν επιτακτική. Μια καλοσυνάτη κυρία γύρω στα εξήντα με καλωσόρισε και μου έκανε νόημα να περάσω μέσα.
-"Έλα μέσα. Τι στέκεσαι εκεί έξω;"

Διστακτικός που έφτανα κοντά στην πηγή του μυστηρίου μου προχώρησα μερικά βήματα. Το σαλόνι ήταν πολύ μικρό κι έκανε γωνία χάνοντας πολύτιμο χώρο. Στη δεξιά γωνία δεν είχα ορατότητα και μάντεψα ότι εκεί πρέπει να είναι η κουζίνα. Σωστά. Παλιά ντουλάπια, μαρμάρινος πάγκος και νεροχύτης. Επίσης μαρμάρινος, βαθύς , από αυτούς τους παλιούς που στα περισσότερα παλιά σπίτια συνήθως κυκλοφορούν κατσαρίδες. Όχι όμως στην κουζίνα αυτή. Έλαμπε κι άστραφτε σαν να την τρίβουν ώρες κάθε μέρα.
-"Ωραίο σκυλί έχετε." είπα για να σπάσω τον πάγο. "πόσο είναι;" Ταυτόχρονα κοίταζα το σαλόνι. Μια στριφογυριστή μεταλλική σκάλα που κρεμόταν από το ταβάνι ανέβαινε στον πάνω όροφο. Αντί για κουπαστή είχε κάγκελα που έφταναν κι αυτά μέχρι το ταβάνι. Σαν ένα κλουβί που συγκοινωνούσε με τον επάνω όροφο και ανεβοκατέβαζε γιγάντια πειραματόζωα. Επάνω προφανώς ήταν τα υπνοδωμάτια. Όχι πολλά. Κρίνοντας από το σαλόνι και την τραπεζαρία μάλλον δύο μεγάλα. Μαύρο μάρμαρο στο πάτωμα και βαριά έπιπλα της δεκαετίας του '60 συμπλήρωναν τον χώρο. Πάνω στον μπουφέ - αντίκα της στριμωγμένης τραπεζαρίας πρόσεξα μια ολόχρυση μεγάλη κορνίζα με ένα αντρικό πρόσωπο. Ταυτόχρονα η φωνή είπε:
-"Δεν είναι δικό μου. Είναι του γιου μου." μου απάντησε αγνοώντας εντελώς τη δεύτερη ερώτησή μου. Πλησίασε στη φωτογραφία. "Σπουδάζει στην Κέρκυρα. Αυτή εδώ είναι η αρραβωνιαστικιά του." μου έδειξε τη διπλανή φωτογραφία μιας πανέμορφης ξανθιάς κοπέλας σε μαύρο φόντο, που ταίριαζε με το μάρμαρο του πατώματος, πολύ έντονα βαμμένης και περιποιημένης σαν να είχε τραβηχτεί
από μπουζούκια.

-"Συγχαρητήρια" απάντησα με το πιο πλατύ και ευγενικό χαμόγελό μου. "Καλά στέφανα."
-"Μακάρι γιε μου. Μακάρι..." ψέλλισε η κυρία.
-"Γιατί μακάρι; Δεν τα πάνε καλά;"
-"Αγνοείται. Ο γιος μου αγνοείται εδώ και δεκαπέντε μήνες."
Σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα. Πιο μαύρη από το μάρμαρο και το φόντο της κορνίζας. Χαμήλωσα το κεφάλι. Τότε πρόσεξα κι άλλη μία του πάνω στο μικρό τραπεζάκι του καναπέ.
-"Πως έγινε;" ρώτησα χαμηλόφωνα με αυτό το γλοιώδες αίσθημα συμπάθειας και κατανόησης. "Ο γιος μου σπούδαζε στη Κέρκυρα. Σαν φοιτητής έμπλεξε με αυτή την ιστιοπλοΐα. Του αρέσει πάρα πολύ. Του έλεγα εγώ " τι τα θες και μπλέκεις με κάτι που δεν είναι δικό σου; Αφού δεν είσαι ναυτικός; Τί τα θες αυτά τα πράγματα;" "Όχι μάνα, μου αρέσει πολύ. Τί θες να γίνω; Μεταφραστής; Άσε με να κάνω αυτό που με γεμίζει όσο τίποτ' άλλο!" μου 'λεγε συνέχεια. Και να τα καμώματα!". Έτεινε τη φωτογραφία προς το μέρος μου κι έκατσε σε μια καρέκλα. "Πέρυσι το Μάρτιο" συνέχισε "τον έστειλαν μαζί με τον συνέταιρο του να πάει στην Ιταλία να παραλάβει μια οικογένεια και να τους πάει, λέει, Κροατία. Είχαν χαρεί. Πολλά λεφτά. Κάπου στα μέσα τούς βρήκε καταιγίδα. Βρήκαν το σκάφος γυρισμένο ανάποδα και το Νίκο νεκρό μίλια μακριά. Ο Μπάμπης πουθενά..." Σώπασε για λίγο. Γύρισε και με κοίταξε, που στεκόμουν ακόμα όρθιος κρατώντας την ανάσα μου. "Θα μου πεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Δεν ξέρω... Αλήθεια δεν ξέρω. Όλα είναι τόσο παράξενα. Πήγαμε παντού. Στην Ιταλία, στην Κροατία, στην Κέρκυρα, στην Αστυνομία, σε ντεντέκτιβ, στη Νικολούλη. Παντού. Δεν ξέρω...Αν ακούσεις κάτι, αν μάθεις κάτι...ε; με κοίταξε ικετευτικά και συμπλήρωσε: "όσο πιο πολλοί το ξέρουν τόσο το καλύτερο..."
Βγήκα έξω από το σπίτι θέλοντας να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Στον καθαρό αέρα του Βύρωνα. Δεν είχα ξανασυναντήσει μάνα αγνοούμενου. Η μόνη επαφή που είχα ήταν από διάφορες διηγήσεις παππούδων και από τα αφιερώματα στα περιοδικά για τις μάνες στο Λήδρα Μάριοτ. "Παλιά πήγαιναν από χέρι συνανθρώπου, ακόμα κι αδερφού. Τουλάχιστον τώρα πάνε από την προσπάθεια να τιθασεύσουν τη φύση, να πετύχουν το ακατόρθωτο..." ήταν η μόνη παρήγορη μαλακία που σκέφτηκα.