Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΟΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΟΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

BUENOS AIRES MI AMOR


Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Φεβρουαρίου είναι το τέλος του καλοκαιριού και το γιορτάζουν εδώ με αρκετές τιμές. Συναυλίες, εκδηλώσεις, χορούς. Πήραμε ένα ταξί και πήγαμε σε μια δωρεάν συναυλία τάγκο μέσα σε ένα πάρκο δίπλα σε μια λιμνούλα, την οποία πρότεινε ένα freepress που μοιράζανε έξω από τη Ρικολέτα.
Η νύχτα είναι υγρή και γλυκιά. Φοράω ένα μπλουζάκι και μια βερμούδα. Μπροστά από τη σκηνή πάνω από τρεις χιλιάδες άτομα έχουν ξαπλώσει στο γκαζόν με μια μπίρα στο χέρι ή ένα κύπελο μάτε – το πικρό ζεστό τοπικό αφροδισιακό ποτό που πίνουν όλοι εδώ,(όπως εμείς το φραπέ) που παράγεται από ένα χαρμάνι βοτάνων. Ξαπλώνουμε κι εμείς και απολαμβάνουμε τη συναυλία. Είναι αφιερωμένη στη δεκαετία του 20 και από τη σκηνή παρελαύνουν πολλοί ηλικιωμένοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ο κόσμος τραγουδά μαζί τους και τους χειροκροτεί με πολλή θέρμη.
Είναι νύχτα, είναι τέλος του καλοκαιριού κι ακούω μουσική. Μια σκηνή τόσο οικεία. Σαν να ακούω Παπάζογλου στα βραχακια του Λυκαβηττού. Μόνο ο Σταυρός του Νότου ψηλά στον ουρανό μαρτυρά πως είμαι στο νότιο ημισφαίριο και το τάγκο στα ηχεία προσδιορίζει την ακριβή μου θέση.
Εδώ το τάγκο είναι παντού. Στον ηλικιωμένο κύριο που χορεύει μόνος του με μια φανταστική παρτενέρ, όπως φαίνεται στη φωτό,



στους υπαίθριους χορευτές ή μουσικούς στη τουριστική γειτονιά του Σαν Τέλμο όπως φαίνεται στις επόμενες φωτό,
στα ταξί, στα εμπορικά καταστήματα, στο ράδιο, στα παλιά ιστορικά καφέ του 19ου αιώνα που θυμίζουν Αυστρία, όπως το καφέ Τορτόνι ή σε λούμπεν μιλόγκες όπως στο υπόγειο της Αρμενικής Ένωσης στην πανέμορφη μποέμ γειτονιά του Παλέρμο (όπου βρίσκεται και το σπίτι του Μπόρχες), και στο οποίο βρεθήκαμε εντελώς τυχαία ή στις άπειρες ψηλοτάβανες αριστοκρατικές με ξύλινα δάπεδα, βαριές βελούδινες κουρτίνες και τεράστιους καθρέφτες αίθουσες χορού όπως αυτή που είναι δίπλα στο ξενοδοχείο μας.
Είναι σε τόσα πολλά μέρη που είχα αρχίσει να πιστεύω πως απλά το πουλάνε στους τουρίστες. Όπως στην Πλάκα πουλάνε το γκρικ μπουζούκι. Έπρεπε όμως να έρθουμε εδώ για να καταλάβω πως όπως όσο άδικο έχει ο τουρίστας στην Ελλάδα που ακούει ζορμπά και ξενερώνει, επειδή δεν μπορεί να ξέρει τι επίδραση είχε στην σύγχρονη κοινωνική ταυτότητα ο Καζατζίδης και η Σωτηρία Μπέλλου έτσι κι εγώ έκανα λάθος που έγινα προς στιγμή καχύποπτος.
Τρεις μπύρες και δυο ώρες αργότερα η συναυλία τελείωσε και με τα μισοτελειωμένα κουτάκια στο χέρι ανακατευτήκαμε μέσα στο πλήθος που έφευγε και με τα πόδια ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Σαν να το κάναμε από χρόνια…

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

ΑΡΓΕΝΤΙΝΑ,

φωτό από www.trivago.gr
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΚΛΑΡΙΝΑ!

Από 26/2 έως 13/3 κλειστό λόγω διακοπών.

Ύστερα από μια δωδεκάμηνη (σχεδόν) περίοδο απίστευτα πολλής δουλειάς,με πάρα πολύ στρες και άγχος και αφού φαίνεται πως τα διάφορα επαγγελματικά θέματα κλείνουν καλώς έχω τεράστια ανάγκη από ένα μακρινό, ονειρεμένο ταξίδι.

Μπουένος Άιρες, Ουρουγουάη, Παταγονία.


Πατρίδα των Μπόρχες, Πιατσόλα, Περόν, Τσε Γκεβάρα, Μαραντόνα και εσχάτως Μέσι σού ερχόμαστε!!!
Δεν βρίσκω την ώρα να φορέσω κοντομάνικα και να περιπλανηθώ σε μια από τις ωραιότερες και κουλτουριάρικες πόλεις του κόσμου.
Δικηγόροι, μπάτσοι, καλόγριες ραντεβού σε 15 ημέρες.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

(καλό είναι να διαβαστεί πρώτα το Α Μέρος)





Είπα του ταξιτζή να με περιμένει. Μπήκα στο πρακτορείο με τη ψυχή στο στόμα. Θα έχει εισιτήρια; Πριν λίγες ώρες είχε μόνο 3. Θα έχουν παραμείνει; Αποκλείεται να μην είχαν εξαντληθεί μετά από τόσες ώρες. Κι αν κάποιος έχει πάρει τη μια από τις 2 θέσεις στη διπλή και αναγκαστούμε να κάτσουμε χώρια; Πως θα ταξιδέψουμε με χωριστές θέσεις μέσα στη νύχτα; Κι αν δεν έχει καθόλου; Τι θα κάνουμε; Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι αύριο το βράδυ; Θα χάσουμε όλη την ημέρα και θα φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί ή θα πάρουμε αεροπλάνο; Και θα βρούμε θέσεις κι εκεί;
Ζήτησα δυο εισιτήρια με το νυχτερινό για Παλένκε. Η ίδια νεαρή κοπέλα μού χαμογέλασε και γύρισε προς το μέρος μου το μόνιτορ. « Έχει μόνο 2 θέσεις. Τις 2 πίσω-πίσω, δίπλα απ’ τη τουαλέτα». «Οκ, θα τις πάρω» της απάντησα καθώς της χαμογελούσα με ανακούφιση. Έβγαλα 72 δολάρια και πλήρωσα. «Να είστε εδώ το αργότερο στις 8.40» μου είπε με κάποιο τόνο προειδοποίησης Αλλιώς; Αλλιώς τι;
Έξω στο δρόμο ο ταξιτζής, ένας σαραντάρης μαυριδερός συμπαθέστατος Μεξικανός με πλακουτσωτή φάτσα, δεν είχε κουνηθεί.
-«Από πού είσαι αμίγκο;» με ρώτησε στα ισπανικά.
- «Από την Ελλάδα» του απάντησα.
-«Grecia? Nice football!»
Α ρε Ζαγοράκη να ήξερες πως έχεις παραπλανήσει όλο τον πλανήτη! Που έφτασε η χάρη σου! Λίγα χρόνια πριν, στο Μαυρίκιο ή στη Ταϋλάνδη, κανείς δεν ήξερε που πέφτει η Ελλάδα. Και τώρα μας ξέρουν οι πάντες.
- «Είναι τ’ όνειρό μου να πάω στην Ελλάδα» συνέχισε ο ταξιτζής σε σπαστά αγγλικά, προφέροντας τις λέξεις πολύ αργά..Θέλω να μαζέψω λεφτά και να πάρω τη γυναίκα μου να πάμε διακοπές»
Η συζήτηση για το Euro, το ποδόσφαιρο και την Ελλάδα με έκανε να ξεχάσω το άγχος μου. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση. Και πώς να είχε άλλωστε, με την τέλεια ρυμοτομία που διαθέτουν αυτές οι μικρες επαρχιακές πόλεις; Φτάσαμε στο ξενοδοχείο πολύ γρήγορα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχα αφήσει λεφτά στη Χρύσα και δεν είχε να πληρώσει. Λογικά έπρεπε να είναι ακόμα εκεί που την είχα αφήσει. Η ώρα πλησίαζε πλέον 7.30. Είπα του ταξιτζή να με πάει στην κεντρική πλατεία. Πράγματι καθόταν ακόμα εκεί, στο ίδιο τραπεζάκι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, αμέριμνη, σίγουρη ότι θα επέστρεφα. Κόσμος πηγαινοερχόταν μπροστά της, εγώ είχα πεθάνει από το άγχος κι αυτή καθόταν και διάβαζε ήσυχα κι ωραία. Έτρεξα να πληρώσω το γεύμα μας και αμέσως επιστροφή στο δωμάτιο. Πλήρωσα 60 πέσος, δηλαδή περίπου 5 ευρώ στο ταξί για όλη τη διαδρομή και ανεβήκαμε τρέχοντας. Μαζέψαμε μέσα σε 15 λεπτά. Σίγουροι ότι μέσα στη βιασύνη μας κάτι είχαμε ξεχάσει τσεκάραμε ότι είχαμε πάρει τουλάχιστον τα απαραίτητα: διαβατήρια, χρήματα, οδηγούς, μηχανές, κινητά, φορτιστές.
Κατεβήκαμε για τσεκ άουτ. Νέο ταξί μας περίμενε στην είσοδο. Είχαμε όμως να ρυθμίσουμε μια τελευταία μικρή λεπτομέρεια. Που θα κοιμόμασταν το επόμενο βράδυ. Ευτυχώς σταθήκαμε τυχεροί. Ήδη από την Ελλάδα είχαμε κάνει κάποια επιλογή σε ξενοδοχεία και στο 2ο κιόλας τηλεφώνημα κλείσαμε. Το El Paraiso στο κέντρο του Σαν Κριστόμπαλ Ντε Λα :Κάζας, κάτω από το ζόκαλο.
Φτάσαμε στο σταθμό ακριβώς στις 8.40.
Δείξαμε τα εισιτήρια στο φύλακα. Ταξιδεύαμε με luxury bus της εταιρείας A.D.O. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι δεν έκανε ενδιάμεσες στάσεις, παρά μόνο μία στη Καμπέτσε με ενσωματωμένη τουαλέτα και καφέ. Ήταν πολύ πιο ακριβό από το κανονικό λεωφορείο και γι’ αυτό το απέφευγαν οι ντόπιοι. Μας οδήγησε στην αίθουσα αναμονής. Στην είσοδο έγραφε V.I.P. Μπαίνοντας στην αίθουσα είδα την έκφραση απογοήτευσης και ανησυχίας στη Χρύσα.
Όλη η αίθουσα ήταν γεμάτη Μεξικάνους. Μικρούς μεγάλους, οικογένειες, ζευγάρια, μόνους. Δεν είχε ούτε ένα ξένο. Η υπάλληλος είχε δίκαιο. Θα ήμασταν οι μόνοι τουρίστες στη διαδρομή! Ένιωσα μια σκιά να μας βαραίνει. Όσο υπάρχουν τουρίστες νιώθεις μια περισσότερη ασφάλεια. Λες: «δεν θα με φάνε ζωντανό» Βολευτήκαμε σε ένα παγκάκι. Κοίταξα τις φάτσες γύρω μου. Άλλες κουρασμένες, άλλες σκεφτικές, άλλες σκυθρωπές. Καμία όμως χαρούμενη, καμία εκδρομική.
Τα λεπτά περνούσαν και όσο πλησίαζε η ώρα αναχώρησης τόσο μεγάλωνε η ανασφάλειά μας. Ένιωθα να με στοιχειώνει η συμβουλή του Lonely Planet: «Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία!» Ήταν ανεξήγητο. Καθαρά ψυχολογικό. Σαν να περιμέναμε σε μια αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου. Τί γυρεύαμε εμείς εκεί ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρουμε; Η αίθουσα είχε σκοτεινιάσει.
Και ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, πέντε λεπτά πριν τις 9.00 κατέφτασε μέσα σε φωνές και αστεία μια εξαμελής παρέα Ιταλών! Τρία ζευγάρια με σλίπινγκ μπανγκ και ορειβατικούς σάκους. Κοιταχτήκαμε με τη Χρύσα και μόνο που δεν σηκωθήκαμε να τους φιλήσουμε! Τους φάγαμε με τα μάτια προσπαθώντας να καταλάβουμε από πού είναι και που πάνε. Κι ύστερα κι άλλη παρέα Ευρωπαίων κι ύστερα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Όλοι καθυστερημένοι, όλοι τελευταία στιγμή. Σε λίγο η αίθουσα γέμισε από τουρίστες , σχεδόν συνομήλικούς μας. Εν τω μεταξύ ένα λουξ λεωφορείο έφυγε για Καμπέτσε παίρνοντας μαζί του όλους σχεδόν τους Μεξικανούς. Άρα δεν πήγαιναν στο Παλένκε. Λογικό άλλωστε. Τί μπορούσαν να κάνουν όλοι αυτοί σε ένα χωριό, χωρίς καμία υποδομή, στη μέση της ζούγκλας; Ήθελε να επιστρατεύσεις απλή λογική. Κακώς είχα επηρεαστεί. Μείναμε μόνο οι τουρίστες. Λίγα λεπτά αργότερα μια φωνή μας ανακοίνωσε την αναχώρησή μας. Το 80% των επιβατών τελικά ήταν ξένοι. Η κοπέλα στο γκισέ είχε άδικο.
Βολευτήκαμε στις θέσεις μας. Ευτυχώς η τουαλέτα δεν μύριζε. Έβαλα όλα μας τα πολύτιμα στη «μπανάνα» ανάμεσά μας και τυλιχτήκαμε με τα μπουφάν μας. Καλύψαμε τα πόδια με τη μοναδική πετσέτα που είχαμε φέρει από την Ελλάδα. Αρχίσαμε να διασχίζουμε τους ατέλειωτους μονότονους αυτοκινητόδρομους του Μεξικό. Δεν περνούσαμε από χωριά ή πόλεις. Γύρω μας αν ήταν μέρα θα βλέπαμε μόνο απέραντες εκτάσεις από φοινικές και τροπική βλάστηση.
Βγάλαμε τα παπούτσια μας και απολαύσαμε μια ταινία με τον Μόργκαν Φρίμαν και τον Μπομπ Χόσκινς. Στις 12.00 η ταινία τελείωσε και ο οδηγός, του οποίου η θέση για λόγους ασφαλείας απομονωνόταν πλήρως από το χώρο των επιβατών μ’ένα πέτασμα και μια κλειδωμένη πόρτα έτσι ώστε να μην έχει καν οπτική επαφή με μας, έσβησε τα φώτα.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιά με το έντονο κούνημα, λόγω τελευταίας θέσης, να μας νανουρίζει. Κάναμε ένα ύπνο ελαφρύ αλλά ξεκουραστικό. Ξυπνήσαμε πέντε ώρες αργότερα από τη φασαρία και το σούσουρο των συνεπιβατών που μάζευαν τα πράγματά τους. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν πέντε το πρωί. Ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Ήταν νύχτα έξω. Όμως είχαμε φτάσει στο Παλένκε. Έβλεπα τα μικρά ισόγεια σπίτια. Οι ένοικοί τους ακόμα κοιμόνταν. Ήταν σκοτεινά. Ήθελα οπωσδήποτε να κάνω ένα μπάνιο και να πιω ένα δυνατό καφέ. Για το πρώτο έπρεπε να περιμένω μέχρι το βράδυ. Για το δεύτερο ευθύς μόλις κατεβαίναμε θα το φρόντιζα.




Φτάσαμε στο μικροσκοπικό σταθμό του Παλένκε και αποβιβαστήκαμε. Αυτό ήταν! Ούτε ληστείες, ούτε επιθέσεις, ούτε όπλα, ούτε κακοποιοί, ούτε τίποτα! Όλα είχαν πάει κατ’ ευχήν. Βγάλαμε εισιτήρια για το Σαν Κριστόμπαλ το μεσημέρι με το λεωφορείο των 3.
Αφήνοντας τη Χρύσα να προσέχει τα πράγματά μας μέχρι να ανοίξουν τα λόκερς και να τα αποθηκεύσουμε βγήκα έξω απ΄ το σταθμό για να βρω καφέ. Το σκοτάδι δεν έλεγε να σπάσει και η ψύχρα ήταν έντονη. Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Και ο αρχαιολογικός χώρος δεν θα άνοιγε πριν τις 8.00. Σ’ένα χωράφι, 2-3 σπίτια πιο κάτω, πρόσεξα κάτι ντόπιους μαζεμένους. Προχώρησα προς τα εκεί. Μια μεσήλικη ινδιάνα είχε ένα τρίκυκλο πάνω στο οποίο είχε βάλει ένα πλαστικό βαρέλι με ζεστό νερό με μια μικρή βρύση στο κάτω μέρος. ‘Εβαζε ένα ποτήρι γέμιζε με ζεστό νερό και ύστερα έδινε χώρια τον καφέ, τη ζάχαρη και τη γάλα σε σκόνη. Αγαλλίασα! Κανονικός παραδοσιακός νεσκαφέ! Τί τύχη! Καφές! Νερομπλουμ, νεροζούμι, αλλά καφές! Έφτιαξα δύο και γύρισα πίσω θριαμβευτής. Η Χρύσα εν τω μεταξύ είχε τακτοποιήσει τις βαλίτσες μας. Βγήκαμε στο δρόμο να απολαύσουμε στα όρθια τον καφέ μας. Άρχιζε να χαράζει. Τα πρώτα bus collectivos έκαναν την εμφάνισή τους. Άθλια, βρώμικα βαν, χωρίς κατ’ ανάγκη πόρτα για τους επιβάτες εξυπηρετούσαν τους ντόπιους κάνοντας στάσεις μόνο στον κεντρικό δρόμο. Ένα τέτοιο με 10 πέσος το άτομο θα παίρναμε και μεις.







Από μακριά τα βουνά είχαν αρχίσει παίρνουν το σχήμα τους μέσα στην πρωινή ομίχλη, νιώθαμε τη ζούγκλα να ξεκινάει ορμητικά προς τα επάνω και ακούγαμε άγνωστα πουλιά να τιτιβίζουν.


Ανυπομονώντας να θαυμάσουμε το πιο ξακουστό παλάτι των Μάγιας χαζεύαμε τους ντόπιους που πήγαιναν στη δουλειά τους. Ζεστός καφές κυκλοφορούσε στο αίμα μας! Μόλις είχαμε ταξιδέψει στην καρδιά μιας άγνωστης ηπείρου με νυχτερινό λεωφορείο. Είχαμε κάνει μια διαδρομή που όλοι συνιστούσαν να μην κάνουμε. Είχαμε ξεπεράσει τις φοβίες και τις προκαταλήψεις μας! Νιώθαμε σαν να είχαμε κάνει ένα άθλο. Όχι, δεν είχαμε πάθει τίποτα. Απολαμβάναμε τον ζεστό καφέ και ήμασταν ζωντανοί. Ολοζώντανοι! Ίσως πιο ζωντανοί από ποτέ.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΛΕΝΚΕ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)



Φτάσαμε αργά το βράδυ στη Μερίντα. Δεν θα προλαβαίναμε την ανταπόκριση. Δεν είχαμε όμως ούτε που να μείνουμε. Δεν είχα καταφέρει να κλείσω ξενοδοχείο. Όλα τα ξενοδοχεία του Lonely planet γεμάτα. Κι έτσι βγήκα στη γύρα, σε 2-3 κοντά στην plazza grande. Τζίφος. Ενα μόνο είχε δωμάτια, αλλά ήταν τυφλό ,χαμηλοτάβανο και έπρεπε να περάσεις μέσα από ένα πολύ κλειστοφοβικό αίθριο, παραφορτωμένο με αναρριχώμενα φυτά και δέντρα που δεν μού έδινε καλή αίσθηση.
Σουρούπωνε και ένιωθα τη νύχτα να πλησιάζει απειλητικά. Τί θα κάναμε αν δε βρίσκαμε κανένα δωμάτιο; που θα μέναμε; Άρχισα να τρέχω από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Τελικά με την 4η προσπάθεια βρήκα ένα καλό με 120$ στον δεύτερο όροφο. Ήταν κι αυτό τυφλό, με ένα παράθυρο στο διάδρομο, δηλαδή στη Χασιέντα, την εσωτερική αυλή. Ήταν όμως καθαρό και χωρίς κουνούπια.
-Πολύ καλύτερο από την Τσιανγκ Μέι, της είπα για να απαλύνω την έκφραση δυσαρέσκειας του προσώπου της. Εκείνο είχε αίματα στους τοίχους, θυμάσαι;"

Κοιμηθήκαμε αμέσως.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για μια βόλτα στην πόλη. Το λεωφορείο έφευγε στις 9.00 το βράδυ κι είχαμε όλη την ημέρα μπροστά μας.
Η Μερίντα δεν έλεγε τίποτα σαν πόλη. Κι όμως ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας του Γιουκατάν, μιας πλούσιας και κατεξοχήν τουριστικής περιοχής. Είχε κι αυτή την ίδια ρυμοτομία: δρόμοι κομμένοι σαν μπακλαβάς, κτίρια δυόροφα και πολύχρωμα, όλα χωρίς ταμπέλες να κρέμονται αλλά με ζωγραφιστές επιγραφές και στο κέντρο της πόλης η πλατεία, το Ζόκαλο που εδώ το λενε plazza grande ή el centro, με τον καθεδρικό του San Ildefonso και το μάλλον φτωχικό δημαρχείο.
Κανένα τους δεν φανέρωνε κάποια παλιά αίγλη ή αριστοκρατεία όπως της Πουέμπλα.
Το ωραιότερο και πιο σημαντικό απ' όλα φαίνεται πως ήταν το Grand Hotel κι αυτό επειδή το καθαγιασε με την παρουσία του κάποτε ο Φιντέλ.
Ως γνωστός αδιάκριτος προσπαθούσα να ρίξω κλεφτές ματιές μέσα απ΄τα διάπλατα ανοιγμένα παράθυρα στο εσωτερικό των κτιρίων. Ήταν όλα πολύ φτωχικά. Χαμηλούς φωτισμούς, χωρίς έπιπλα, καναπέδες και καρέκλες αλλά, με αιώρες να κρέμονται μέσα στα σαλόνια. Με αυτή την υγρασία τι να τον κάνεις τον καναπέ; Να κολλάς ολόκληρος;
Η υγρασία ήταν πραγματικά αφόρητη. Πρώτη φορά μετά από μια βδομάδα στο Μεξικό την καταλάβαμε εκεί. Στην Playa del Carmen περνούσαμε όλη την ημέρα με το μαγιό πίνοντας μπίρες στην παραλία. Όποτε ζεσταινόμασταν βουτούσαμε στα νερά της Καραϊβικής. Η Μερίντα όμως δεν είναι παραθαλάσσια πόλη. Βρίσκεται στη μέση της τροπικής ζούγκλας της χερσονήσου και μαζεύει όλη την υγρασία της περιοχής. Μόνο μισή ώρα αντέξαμε να περπατάμε. Διάλειμμα για καφέ, ύστερα άλλη μισή ώρα και πάλι δεν παλεύονταν . Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο και να βγάλουμε την υπόλοιπη μέρα στην πισίνα. Το ρολόι έδειχνε περασμένες 12.
Όσο παιρνούσε η ώρα η Χρύσα, που χαμένη με τις ώρες στην πισίνα πλατσούριζε παρέα μ’ ένα 12χρονο μιγαδάκι άρχιζε να μουρμουράει: "Είμαστε σίγουροι γι αυτό που πάμε να κάνουμε; Αφού λένε πως είναι επικίνδυνο. Άλλωστε δεν έχουμε δει όλα τα αρχαία του Γιουκατάν. Μόνος σου το είπες!"
Δεν ήθελα να ακούσω κουβέντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα στο Μεξικό και να μην πήγαινα στην περίφημη επαρχία των Τσιάπας.
Δεν της έδωσα σημασία και κανόνισα να έρθει να μας πάρει ένα ταξί για τον τερματικό σταθμό λεωφορείων, το μόνο μέρος που μπορούσες να αγοράσεις εισητήριο.
- Δεν γίνεται τουλάχιστον να πάμε με αεροπλάνο;

Δεν υπηρχε άλλος τρόπος. Με αεροπλάνο έπρεπε να γυρνούσαμε πίσω στο Κανκούν, 4 ώρες δρόμος και μετά στο Μέξικο σίτι, μιας και δεν υπήρχε απ'ευθείας πτήση για την Τούξτλα Γκουτιέρεζ, την διοικητική πρωτεύουσα της επαρχίας των Τσιάπας και κοντινότερο αεροδρόμιο στον προορισμό μας: το θρυλικό San Cristobal de la Casas, την ιστορική πρωτεύουσα των Τσιαπατίστας. Θα χάναμε όλη την αυριανή ημέρα Με το λεωφορείο έπρεπε να πάρεις το νυχτερινό, να ταξιδεύεις όλο το βράδυ και το πρωί να έφτανες στο Παλένκε. Εκεί θα επισκεπτόμασταν τον αρχαιολογικό χώρο, ίσως την πιο όμορφη πρωτεύουσα των Μάγιας, με τη διάσημη πυκνή τροπική βλάστηση κι ύστερα με άλλο λεωφορείο κι 6 ώρες διαδρομή στα βουνά να συνεχίζαμε για το Σαν Κριστόμπαλ.

Αυτό το σχέδιο συζητούσαμε περιμένοντας τη σειρά μας στο εκδοτήριο. Η Χρύσα όμως επέμενε. Φοβόταν το νυχτερινό ταξίδι.
-"Είστε τυχεροί. Εχουν μείνει μόνο 3 θέσεις. 2 μαζί και μία μονη της", μας είπε η κοπέλα στο γκισέ γυρνώντας ταυτόχρονα το μόνιτορ προς τα εμάς και δείχνοντας στην κάτοψη του λεωφορείου τις κενές θέσεις που ήταν σημειωμένες με πράσινους κύκλους.
- "Να ρωτήσω κάτι;" άκουσα τη Χρύσα να ρωτάει στα ισπανικά. "Υπάρχει κανένας άλλος τουρίστας στο λεωφορείο εκτός από μας;"
-"Μισό λεπτό να δω", της απάντησε και έψαξε στο αρχείο για να τσεκάρει ονόματα. "Μάλλον όχι", αν καταλαβαίνω καλά.
Αυτό ήταν. Πείσμωσε.
-"Δεν μπαίνω σ' ένα βραδινό λεωφορείο που δεν υπάρχει κανένας ξένος!Γιατί δεν πάνε άλλοι τουρίστες;Όχι θα μείνουμε εδώ και θα γυρίσουμε πίσω στην Κάρμεν για μπάνια."

Μάταια προσπάθησα να την μεταπείσω. Δεν είχε κι άδικο. Ο Lonely planet το έλεγε ξεκάθαρα: "Μην παίρνετε νυχτερινά λεωφορεία. Έχουν αναφερθεί πολλές φορές ληστείες και λεωφοροπειρατίες από ένοπλους. Συμμορίες στήνουν ενέδρες στους αχανείς έρημους αυτοκινητόδρομους του Γιουκατάν, έξω απ 'τη Μερίντα και την Καμπέτσε, εισβάλουν στο λεωφορείο και με την απειλή των όπλων ξαφρίζουν τους επιβάτες."
Ξαφνικά την είδα που είχε δακρύσει. "Μην πάμε, σε παρακαλώ..."

Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Ήμασταν διακοπές, μόνοι μας, οι δυο μας σε μια άγνωστη χώρα. Εμείς κανονίζαμε το πρόγραμμά μας. Δεν είχαμε να δώσουμε λόγο σε κανέναν. Κάναμε ό,τι θέλαμε. Αυτό σημαίνει διακοπές. Με το ζόρι δεν είναι διακοπές. Ήδη μας είχαν κλέψει μια φορά. Και επιπλέον είχαμε την εμπειρία από την επιστροφή μας από την Τεοτιχουακάν όπου μέρα μεσημέρι μας σταμάτησε η αστυνομία και έψαξε τους άντρες επιβάτες για όπλα δεν είχε κανένα άδικο. Ανσε σταματάει η Αστυνομία μέρα μεσημέρι για λίγο πιο έξω απ' την πρωτεύουσα για έλεγχο όπλων τότε τί γινεται στην πιο παόμακρη επαρχία της χώρας που βρισκομασταν εμείς; Κι αν στο κάτω - κάτω είχε μια προαίσθηση; Γιατί έπρεπε να το τραβήξω στα άκρα; Ίσως το ρίσκο να ήταν πολύ μεγάλο τελικά και να μην άξιζε τον κόπο.

Ακύρωσα τα εισιτήρια και βγήκαμε από το σταθμό. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης και να πάμε κάπου να φάμε και να καταστρώσουμε τα νέα μας πλάνα.
Και τότε μας έπιασε μια πολύ δυνατή μπόρα. Είχε 3 μέρες να βρέξει απόγευμα. Συνήθως έβρεχε νωρίς το πρωί. Μας έπιασε απροετοίμαστους, με τα κοντομάνικα και τα σορτς. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στα φτωχά σοκάκια της Μερίντα, από υπόστεγο σε υπόστεγο, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους μικρούς χειμάρρους που πρόλαβαν να σχηματιστούν. Δεδομένου ότι δεν έχουν μπαλκόνια, τα υπόστεγα είναι λίγο σπάνια. Γίναμε μούσκεμα. Ύστερα από 2ο λεπτά που σταμάτησε στάζαμε από πάνω ως κάτω. Αλλά δεν κρυώναμε, έκανε ζέστη . Ήταν μια μάλλον μελαγχολική μπόρα σε μια σίγουρα μελαγχολική πόλη.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αλλάξαμε και ακυρώσαμε το τσεκ άουτ που είχαμε στις 2.οο και δηλώσαμε στη ρεσεψιόν ότι θα μέναμε μια ακόμα ημέρα. Κάτσαμε για φαγητό στην πλατεία και βγάλαμε έξω χάρτες και οδηγούς. Είχαμε δει πλέον σημαντικές πόλεις των Μάγιας αλλά όχι της Ουξκαλ και της Ξλαπάκ. Βέβαια αυτό δεν είχε νόημα. Η περιοχή είναι γεμάτη οικισμούς και μνημεία που δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα ούτε σ' ένα μήνα. Είναι σαν να πας στην Ελλάδα για 2 βδομάδες. Μπορεί να προλάβεις να δεις το Μαραθώνα, τους Δελφούς ή την Ολυμπία, αλλά δεν θα προλάβεις την Κνωσό, τη Δήλο, την Κω, τη Δωδώνη, τη Βεργίνα. Εκτός αν είσαι σε εκδρομή με κάποια αρχαιολογική σχολή.
Επιπλέον είχαμε τον υγροβιότοπο του ποταμού Σελεστούν με τα χιλιάδες Φλαμίνγκο, ενώ μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το νησάκι, το Ίσλα Χόλπμοξ, με τους φαλαινοκαρχαρίες και να κολυμπήσουμε μαζί τους. Τέλος υπήρχε πάντα και το ίσλα Μουχέρες που φαινόταν να έχει ωραίες παραλίες και λίγο τουρισμό και φυσικά το Κοζουμέλ, το νησί με τους ωραιότερους ύφαλους του κόσμου σύμφωνα με τον Κουστό.
- Δεν σε καταλαβαίνω, τη ρώτησα καθώς μας σέρβιραν μπουρίτος. Φοβάσαι το λεωφορείο και δεν φοβάσαι να κολυμπήσεις με το φαλαινοκαρχαρία μήκους 30 μέτρων;
- Είναι ακίνδυνος. Τρώει μόνο πλαγκτό. Έχει μεριμνήσει η φύση για αυτό.
- Εγώ προσωπικά μόνο που θα σκέφτομαι ότι μαζί με μένα κολυμπά κάπου από κάτω μου ένα κήτος 30 μέτρων, παθαίνω ένα μικρό εγκεφαλικό.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι τρώγοντας άλλο ένα καταπληκτικό γεύμα.
Ένιωθα ότι οι εναλλακτικές ήταν πολύ φτωχές. Χάναμε πλέον την περιπέτεια και το άγνωστο, το μυστήριο και ξαναγυρνούσαμε εκεί που ήμασταν 7 μέρες τώρα. Αυτή η βροχή ήταν καταληκτική. Σαν να υποδήλωνε ότι "Ό,τι είχες να δεις το είδες. Από δω και στο εξής θα βρέχει κάθε μέρα την ίδια ώρα." Είχα την αίσθηση ότι πήγαινα κάθε χρόνο διακοπές στο Γιουκατάν.

-Ξέρεις κάτι, μου είπε ξαφνικά σαν να διάβαζε τη σκέψη μου: Έχεις δίκιο. Πάμε. Πάμε στο Παλένκε!
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν 6.30. Έπρεπε να πάω να βγάλω εισιτήρια, να γυρίσω στο ξενοδοχείο, να μαζέψουμε τα πράγματα και να κάνουμε τσεκ άουτ. Ίσα που προλαβαίνουμε. Σηκώθηκα και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το δρόμο, αφήνοντάς την να πληρώσει και να γυρίσει μόνη στο ξενοδοχείο. Σταμάτησα το πρώτο ταξί.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 22 ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ


















Τα βράδια, καθώς γυρνούσε στο μικρό κλειστοφοβικό σπίτι του στον αριθμό 22 της οδού Αλχημιστών, με τις τρεις τυφλές πλευρές και τα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη, που αρχικά είχε χτιστεί για να φιλοξενεί στρατιώτες της φρουράς του Κάστρου, το βλέμμα του θα μαγνήτιζαν οι τρομακτικές τερατόμορφες μορφές των υδρορροών του Καθεδρικού του Αγίου Βίτου, τα μπαρόκ κράνη των κωδοναστασίων και τα δίδυμα βέλη των δυτικών πύργων έτοιμα να απογειωθούν και να χαθούν στον σκοτεινό ουρανό.


Οι χάλκινες πρασινωπές τριγωνικές σκεπές του καθεδρικού θα βάφονταν ασημένιες μέσα από το φως του φεγγαριού που θα ξετρυπούσε τα σύννεφα και την ομίχλη και θα του φώτιζε το δρόμο.
Ύστερα από τη δουλειά του σαν άσημος υπάλληλος μιας ασφαλιστικής εταιρίας, θα περπατούσε στα ερεβώδη, υγρά καλντερίμια της Πράγας.



Χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις λέξεις και στις φράσεις που θα του έρχονταν στο μυαλό και θα έγραφε όλο το βράδυ, τα βήματά του θα τον έφερναν στους συγγενείς του, στην Εβραϊκή συνοικία. Θα διόρθωνε τα στρογγυλά γυαλιά του και ανάμεσα από τις φιγούρες των σκοτεινών αγαλμάτων που διακοσμούν τις στέγες και τις προσόψεις των σπιτιών του 18 και 19ου αιώνα θα έψαχνε μέσα στην ομίχλη να βρει εκείνη του τέρατος που δημιούργησε ο μεγάλος δάσκαλος της Καββάλα και της Τορά ο ραβίνος Λεβ, του γιγάντιου Γκόλεμ, του πρόδρομου του ρομπότ και του Φρανγκεστάιν, ενός πλάσματος που δημιουργήθηκε από πηλό και που μια μαγική πέτρα του έδινε ζωή για να κάνει οικιακές δουλειές. Θα κοντοστεκόταν έξω από την Παλιά –Νέα Συναγωγή, την αρχαιότερη της Ευρώπης, από το 1270, και μέσα στην υποβλητική ομιχλώδη ησυχία θα προσπαθούσε να αφουγκραστεί θορύβους που θα αποδείκνυαν ότι όντως ο ραβίνος Λεβ έκρυψε εκεί το άψυχο κουφάρι του δημιουργήματος του αφού έγινε για 2η φορά Θεός αναγκαζόμενος να του αφαιρέσει τη ζωή, όταν αυτό απέκτησε αυθυπαρξία.

Στη συνέχεια θα περπατούσε δίπλα στο ποτάμι. Η υγρασία και η μοναξιά θα τον ανάγκαζαν να σφίξει κι άλλο το φθαρμένο του παλτό. Το κρύο θα διαπερνούσε μέσα από τα υφάσματα του έμπορου πατέρα του και θα κυκλοφορούσε στις φλέβες του. Θα έβηχε και θα του έρχονταν φλέματα στο στόμα. Θα έβγαζε το μαντήλι και θα έφτυνε. Θα κοίταζε το μαντήλι με αγωνία. Πάλι θα έβγαζε αίμα.




Θα περνούσε κάτω από πανύψηλο γοτθικό πύργο
της Παλιάς Πόλης και θα έμπαινε στη, χτισμένη από το 1357, λιθόστρωτη γέφυρα του Καρόλου.

Θα περπατούσε δίπλα στα 30 σιωπηλά αγάλματα – αδριάντες που, μέσα από το αμυδρό φως των φανοστατών, αιώνες τώρα παρακολουθούν με αυστηρό ύφος τους διαβάτες της πόλης και κυρίως τους μοναχικούς.
Τo μυαλό του θα απασχολούσε η τελευταία επιστολή της Φελίτσε, η άρνησή της, η δυσπιστία της, τα διαρκή πισωγυρίσματα, το πείσμα της να μην τον αποδέχεται γι’ αυτό που είναι. Δεν ήταν πλούσιος, ενώ θα μπορούσε. Είχε σπουδάσει νομικά αλλά τον είχε κερδίσει η λογοτεχνία. Αυτό λαχταρούσε να κάνει στη ζωή του. Με γνώμονα τον ελεύθερο χρόνο για συγγραφή είχε διαλέξει τη νέα του δουλειά, η οποία τελείωνε στις 2 κι όχι στις 7 όπως η προηγούμενη. Αλλά η Φελίτσε δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί παρά την αρχική θετική διάθεση τελικά δεν μπόρεσε να ασχοληθεί με το συνεταιρισμό που του πρότεινε ο γαμπρός του για τη δημιουργία ενός εργοστασίου αμιάντου. Θα διέσχιζε την μεγάλη πύλη από την άλλη πλευρά της γέφυρας και θα έμπαινε στην οδό Μοστέτσκα στη Μάλα Στράνα, τη συνοικία στην οποία έχει να χτιστεί κτίριο από τον 17ο αιώνα. Θα διέσχιζε το δρόμο με τους χρυσούς θυρεούς και τα μασονικά σύμβολα και καθώς θα ανέβαινε τα σκαλιά για το Κάστρο στο μυαλό του ίσως να σκεφτόταν πως «όλα είναι χαμένα». Ήξερε πως η φυματίωση είχε προδιαγράψει τη δική του μοίρα. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να φανταστεί ότι 12 χρόνια αργότερα οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία στην πρώτη ουσιαστική πράξη του 2ου Π.Π. κι ενώ τα περιοδικά της εποχής θα δημοσίευαν την είδηση δίπλα σε αποτελέσματα ποδοσφαίρου, ούτε φυσικά αυτή των τριών αγαπημένων του αδερφών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης…










Το κείμενο γράφτηκε ακούγοντας το τραγούδι του Α.Μ.
Ο Α.Μ εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μουσική ύστερα από τη δική του επίσκεψη στην Πράγα πριν 7 χρόνια. Σε πείσμα της εποχής της επίδειξης και της ματαιοδοξίας επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.




Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΠΟΛΗ







Φέτος η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε στην Πράγα. Πέρσι η πρωτοχρονιά 2007 στην Πόλη. Πριν αρχίσω να γράφω για τα φετινά - κι επειδή δεν πρόλαβα να τα αναρτήσω πιο νωρίς- είπα να θυμηθώ λίγα απ' τα περσινά.


Την ημέρα που φεύγουμε έχει πάρα πολύ κρύο. Η μισή Ελλάδα έχει ντυθεί στα άσπρα. Ευτυχώς έχουμε πάρει μαζί μας μάλλινους σκούφους, γάντια και κασκόλ . Καθώς επίσης μια σπανακόπιτα της γιαγιάς και φρούτα. Ο Στέφανος μου τη λέει: Στο ταξίδι με το τρένο πρέπει να τρως ξηρά τροφή, γιατί ποιος να τρέχει στις πενταβρόμικες τουαλέτες. Το τρένο για τη Θεσσαλονίκη ευτυχώς χρόνια τώρα έχει «Γρηγόρη» οπότε τη βγάζουμε όλοι με τοστ και σάντουιτς. Τα βαγόνια έχουν πλημμυρίσει από πολύχρωμα μαντήλια, καπέλα και κοντά παντελονάκια. Είναι γεμάτο προσκόπους! Από πολλά σώματα. «Είμαστε οι Κένταυροι!» μου λέει με περηφάνια ένα πιτσιρίκι δέκα χρονών. Οι δικοί του κατεβαίνουν Λάρισα για να συνεχίσουν στο Πήλιο. Οι πιο πολλοί στην Ημαθία.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη νωρίς το μεσημέρι. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα Lockers και προλαβαίνουμε μια μικρή περατζάδα στην παραλία και ένα καφέ σ’ ένα στενό της Τσιμισκή. Το επόμενο τρένο αναχωρεί στις 8.00 και επειδή κανείς μας δεν θέλει να το χάσει γυρνάμε στο σταθμό από τις 7.30. Μισή ώρα νωρίτερα είναι πολύ σπάνιο για μας.
-Στη γραμμή 1 μας λέει μια υπάλληλος.
Στη αποβάθρα 1 δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε τρένο, ούτε επιβάτες. «Που πάμε;» αναρωτιέται η Λήδα. «Πως πάμε;» τη συμπληρώνω εγώ.
Το τρένο έρχεται στις 7.45. Μπαίνουμε μέσα. Ούτε εισπράκτορες, ούτε αχθοφόροι, ούτε υπάλληλοι. Βρίσκουμε τη κουκέτα μας μόνοι μας. Και τότε παθαίνουμε το πρώτο σοκ. Η κουκέτα μας μόλις και μετά βίας μας χωράει. Τα σεντόνια είναι άθλια. Τρύπια και βρώμικα. Για μένα δεν είναι πρόβλημα. Έχω κοιμηθεί και σε πολύ χειρότερα μέρη. Αλλά δεν είμαι μόνος. Η Χρύσα πίσω μου αρχίζει και κιτρινίζει. Την βλέπω. Έχει αρχίσει να την πιάνει κλειστοφοβία. «Δεν μπορώ εδώ μέσα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, είναι πολύ στενά.» «Δεν είναι πιο στενά από καμπίνα ιστιοπλοϊκού.» της απαντάω για να την καθησυχάσω. Οι μισές κουκέτες είναι σαν τη δική μας οι άλλες μισές καλύτερες. Έχουν το εξής σύστημα: Οι μισές κουκέτες είναι υπερυψωμένες , ανεβαίνεις δηλαδή δύο σκαλάκια και σε τομή έχουν σχήμα V, έτσι ώστε εκατέρωθεν να χωρούν δύο πιο μικρές καμπίνες και να εναλλάσσονται μια μεγάλη και μια μικρή. Ο Στέφανος και η Λήδα έχουν την V κι εμείς την μικρή που έχουν φυτέψει από κάτω. Πάμε να κλειδώσουμε αλλά δεν κλειδώνει. Και μου το είχαν πει: Πάρτε λουκέτα και σλίπινγκ μπαγκ μαζί σας. Δεν είχα πάρει τίποτα απ’ τα δύο. Παίρνω ότι πολύτιμο έχω και βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο διάδρομο και γνωριζόμαστε αμέσως με τους γείτονες του υπόλοιπου βαγονιού. Οι μισοί - που σαν κι εμάς - δεν είχαν ξαναταξιδέψει με τρένο έχουν πάθει σοκ. Οι άλλοι μισοί το παίζουν άνετοι. Όλοι κι όλοι είναι μια μαμά με την κόρη της, ένας έμπορος που πηγαινοέρχεται για δουλειές και δυο φοιτήτριες.
Απ’ τα μεγάφωνα ακούμε μια φωνή: Παρακαλείται ο τροφοδότης νερού να προσέλθει στη γραμμή 1!» «Ωραία ούτε νερό έχουμε! Καλά αρχίζουμε» σκέφτομαι. Τσεκάρω τις τουαλέτες. Μια αντρική και μια γυναικεία σε κάθε βαγόνι. Είναι καθαρές αλλά μάλλον επειδή είναι η αρχή.
Μετά από πέντε λεπτά το τρένο αρχίζει να φεύγει. Έτσι, χωρίς ανακοίνωση, χωρίς προειδοποίηση. Η αντίθεση με το τρένο για Θες/νικη τεράστια. Εκείνο είχε ανακοινώσεις σε κάθε σταθμό, πεντακάθαρο και πλήρως αυτοματοποιημένο. Αυτό εδώ από την πρώτη στιγμή φαίνεται καρβουνιάρικο. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εμφανιστεί κι ένας εισπράκτορας. Του δίνουμε τα εισιτήρια. Πεθαίνω για ένα καφέ. Τον ρωτάω που είναι το κυλικείο. Στο 1ο βαγόνι μου λέει, , αλλά να τελειώσω πρώτα με τα εισιτήρια». «Γιατί;» «Γιατί εγώ το ανοίγω!»
Περιμένουμε λίγο ακόμα κι ύστερα παίρνουμε την κιθάρα και πάμε στο 1ο βαγόνι. Κυλικείο. Ωραίο αστείο. Ένα βαγόνι με τραπεζάκια και αντικριστά καθίσματα. Έχει μόνο νες και ελληνικό. Παραγγέλνω ένα νες μέτριο. Μου φέρνει ένα ποτήρι με ζεστό νερό και τα φακελάκια με τον καφέ και τη ζάχαρη. Τον χτυπάω μόνος μου, προσπαθώντας να μην το χύσω πάνω μου γιατί κουνάει σαν σε καράβι. Έχει λίγο κρύο. Ο καφές έστω και νερομπλούμι με ζεσταίνει. Ξεκινάμε τις κιθάρες. Παίζουμε χαλαρά, τα γνωστά μας κομμάτια. Οι λιγοστοί πελάτες δεν μας δίνουν σημασία και εμείς δεν παίζουμε δυνατά. Σε λίγο όμως σκάει μύτη μια παρέα με κιθάρες μπουζούκια και κρουστά. Είναι οι «Μανιταρόκ», ένα τριμελές συγκρότημα από τα Γρεβενά που έχουν κλείσει στην Πόλη να παίξουν τρία βράδια σε ένα μπαράκι. Μαζί τους είναι και οι κοπέλες τους και διάφοροι φίλοι, σύνολο δέκα άτομα. Και τέσσερις εμείς το κάναμε πάλι το μπούγιο. Είναι πάρα πολύ καλοί. Επαγγελματίες. Αρχίζουν να παίζουν λαϊκά και πολλά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Απαντάμε με Γερμανό, Σαββόπουλο, Δεληβοριά, Περίδη, Μάλαμα.
Σε λίγο όλο το βαγόνι συμμετέχει. Ακόμα κι ο εισπράκτορας. Την έκπληξη όμως την κάνει μια παρέα παπάδων από την Κρήτη, που πάνε στην Πόλη για να δουν τον Πατριάρχη σε προγραμματισμένο ραντεβού. «Μια χαρά μας έχει μείνει κοπέλια» φωνάζει ο ένας τους ο πιο χοντρός. «Το κρασί και το τραγούδι!» Οι παπάδες ξέρουν όλα τα τραγούδια απ’ έξω. Ζητούν και παραγγελιές. Από τη δεκαετία του ‘60. Δεν τους χαλάμε το χατίρι. Εμένα όμως το μυαλό μου είναι αλλού. Πιάνω κουβέντα με τον πιο γέροντα. Πάνε κάθε χρόνο. Άλλωστε εκεί υπάγονται ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία «Αύριο που θα πάτε στον Πατριάρχη να ‘ρθουμε και μεις;» ρωτάω με το γνωστό απύθμενο θράσος μου. «Η συνάντησή μας είναι ιδιωτική και τα ονόματά μας δηλωμένα από καιρό», μου απαντά ευγενικά. «Αλλά αν έρθετε θα δω τι μπορώ να κάνω…αν έχει κάποιο κενό.» Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη στις 10.00. Εντωμεταξύ το γλέντι συνεχίζεται αμείωτο. Κάποια στιγμή πετάγεται ο εισπράκτορας και ρωτάει δυνατά: «ποιοι από σας κοιμούνται στο βαγόνι 3;» 3-4 σηκώνουν το χέρι. «Γιατί;» «Γιατί το χάσαμε!» Η μουσική σταματάει απότομα, και έχουμε μείνει όλοι μαλάκες. «Πλάκα κάνω!» σπεύδει να συνεχίσει γελώντας. «Απλά μετά τη Δράμα πιθανόν να αλλάξετε θέσεις γιατί δεν έχει θέρμανση.» Τελικά κατά τη 1 το διαλύουμε. Πέφτουμε για ύπνο. Έξω το φεγγάρι λάμπει πάνω στα χιονισμένα τοπία. Συνεχίζει και κουνάει σαν να έχει φουρτούνα. Ο θόρυβος πάνω στις ράγες με νανουρίζει και τελικά αποκοιμιέμαι. Όχι όμως για πολύ. Κατά τις 3 φτάνουμε στα σύνορα, στο Σουφλί. Με ξυπνάει ένας μπάτσος που παίρνει τα διαβατήρια. Μετά άλλος ένας που τα φέρνει. Ύστερα το ίδιο κι από τη άλλη πλευρά. Και τέλος ένας υπάλληλος που χτυπάει τις καμπίνες , ανοίγει τις πόρτες ρίχνει μια πρόχειρη ματιά μ’ ένα φακό στις κουκέτες και προχωράει στην επόμενη. Αυτός είναι ο τελωνειακός έλεγχος. Μ’ άλλα λόγια μπορώ να περάσω στην Τουρκία ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Πάντως όλες αυτές οι διατυπώσεις με κρατάνε άγρυπνο 2 ώρες.
Το πρόγραμμα δρομολογίων έλεγε άφιξη στην Πόλη στις 8.00. Κι εμείς οι αφελείς έχουμε βάλει ξυπνητήρι στις 7.00. Ανοίγω την κουρτίνα. Διασχίζουμε πεδιάδες. Πουθενά ένδειξη αστικής ζωής. Σηκωνόμαστε και πάμε στο κυλικείο για το πρωινό νερομπλούμι. Πλέον όλες οι φάτσες είναι γνωστές, με κάποιους έχουμε συστηθεί. Είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Χτυπάει ένα κινητό. «στην Πόλη το ‘χει στρώσει λένε οι ειδήσεις!»
Τελικά φτάνουμε στον τερματικό σταθμό, τον περίφημο σταθμό του Οριεντ εξπρές, με τρεις ώρες καθυστέρηση. Μας υποδέχεται ένα αδιανόητο κρύο, ένα κρύο που σε εμποδίζει να περπατήσεις 5΄. Κατεβαίνουμε απ’ το σταθμό και πάμε προς τη στάση του τραμ. Το ξενοδοχείο μας είναι δυο στάσεις μακριά, πάνω στον Ιππόδρομο. Κοιτάω πίσω μου το τρένο. Η σκέψη ότι θα ξαναγυρίσω πάλι με τρένο με χαροποιεί. «Με τους ρυθμούς της ζωής μας, τις περιορισμένες άδειες, τα αεροπλάνα και τα ταξίδια – αστραπή το έχουμε πλέον ξεχάσει. Αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσουμε να το εκτιμούμε» σκέφτομαι «ότι σ’ένα ταξίδι δεν έχει σημασία μόνο ο προορισμός.»






Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ

Το ferry boat «Δημητρούλα» έφυγε από την Αιγιάλη, με μισή ώρα καθυστέρηση, στις εφτάμιση το απόγευμα. Η ώρα τώρα είναι δύο το πρωί. Μέχρι στιγμής έχουμε περάσει από Δονούσα, Νάξο και Πάρο. Είναι γεμάτο κόσμο. Παντού κόσμος. Αν είχε χερούλια θα είχε και όρθιους. Σαν τα τρόλλευ. Κι όλοι κυρίως νέοι. Ζευγάρια, δυο - τρεις φίλοι ή, όπως εμείς, πιο μεγάλες παρέες. Ελάχιστες οικογένειες και μικρά παιδιά. Ευτυχώς, γιατί το συγκεκριμένο πλοίο έχει μια κακή φήμη σχετικά με την ταχύτητα και το ικανό της πλεύσης του που μάλλον θα την επιβεβαιώσει και σήμερα. Γύρω μου όλοι έχουν ξαπλώσει στα άσπρα παγκάκια. Σε όλο το πλοίο, όλοι έστρωσαν τα στρωματάκια και τα sleeping bang τους προσπαθώντας να κοιμηθούν. Πολλοί φαίνεται πως τα καταφέρνουν. Είμαι στο τελευταίο κατάστρωμα.

Ευτυχώς βρήκα ένα κενό ανάμεσα στους ξαπλωμένους και έκατσα. Φυσάει πάρα πολύ. Όχι όμως τόσο όσο στη βορεινή πλευρά. Εδώ μας προστατεύει η μπλε τσίγκινη στέγη, με τα μακρουλά άσπρα φώτα των δύο λαμπών. Κι όμως στη βορινή πλευρά υπάρχουν κάποιοι που κοιμούνται! Πέρασα μια βόλτα και τους είδα. Άλλοι διπλωμένοι κάτω από τις σωσίβιες λέμβους για προστασία, άλλοι σε παγκάκια. Όλοι τυλιγμένοι με σλίπινγκ μπαγκ ή πετσέτες μπάνιου. Πως αντέχουν; Πάντα αναρωτιόμουν πως αντέχουν αυτοί οι άνθρωποι; Και ποιοι είναι αυτοί που αψηφούν τόσο προκλητικά το κρύο και τον υγρό θαλασσινό αέρα; Να όμως που ανάμεσά τους κοιμάται κι ο Βασίλης . Είναι φίλος της Νικόλ και της Ευτυχίας.
- Όλοι μου οι φίλοι έχουν πεθάνει, μου είπε πριν δυο βράδια στο «Q», λίγο πριν ξημερώσει κι ενώ ο Dj συνέχιζε να βάζει ρεμίξ Μιλόνγκες.
- Από τι; Επιδημία; Τον ρώτησα με το μόνιμο περιπαιχτικό μου ύφος που μέχρι τώρα με έχει μπλέξει σε αρκετούς καβγάδες μαλώματα και παρεξηγήσεις, κατεβάζοντας μια ακόμα τεκίλα.
- Όχι, μου απάντησε εκείνος σοβαρά πίνοντας μια γουλιά από τη βότκα του. Από την πρέζα. Αυτή ήταν ο λόγος που σταμάτησα να παίζω μουσική. Γιατί αλλιώς θα πέθαινα κι εγώ.
Με ψάρωσε πολύ χοντρά. Γύρισα και τον κοίταξα. Ήταν σαρανταπέντε χρονών με μακριά ψαρά μαλλιά πιασμένα πάντα κότσο, μεγάλη κοιλιά και με ένα διαρκώς απλανές βλέμμα.
- Τώρα δεν βγάζω πια λεφτά από τη μουσική. Έκανε μια μικρή παύση σαν να ντρεπότανε γι αυτό και συνέχισε:
- Μια φορά είχα πάει και σε σκυλάδικο... Στο μήνα επάνω δεν άντεξα κι έφυγα. Παρόλο που τα λεφτά ήταν πάρα πολύ καλά...
Ο Βασίλης τώρα κοιμάται. Παρά το φοβερό αέρα κοιμάται. Υποθέτω πως όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί επιδιώκεις να κοιμάσαι με αέρα. Διαλύει κάθε είδους φάντασμα. Ο Βασίλης, άμα σε δει από μακριά θα σε χαιρετήσει πρώτος κι αμέσως! Κι ας μη σε ξέρει καλά. Θα κουνήσει το χέρι του και θα σου χαμογελάσει γλυκά. Αλλά δεν θα σου πιάσει πρώτος κουβέντα. Περιμένει πάντα από σένα την επόμενη κίνηση, την απάντηση. Αν δεν του μιλήσεις μπορεί να κάθεται αμίλητος με τις ώρες στο Q πίνοντας τη βότκα του καπνίζοντας και ακούγοντας τη μουσική του. Πάντα με αυτό το απλανές βλέμμα. Πάντα με αυτό το αδιόρατο χαμόγελο. Αλλά αν του μιλήσεις όμως σου ανοίγει την καρδιά του. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για μουσική. Δεν ξέρω πως ήρθε η κουβέντα. Από κάποιο τραγούδι; Από κάποιο περίεργο ακόρντο; Δεν θυμάμαι και δεν έχει και νόημα. Κι αλήθεια τί μπορεί να έχει νόημα όταν όλοι σου οι φίλοι είναι νεκροί; Όταν έχεις επιλέξει να μην έχεις οικογένεια και ξάφνου στα σαρανταπέντε σου μένεις εντελώς μόνος στον κόσμο; Χωρίς ένα δικό σου άνθρωπο; Τί σημαίνει να έχεις παρελθόν και να μην μπορείς να το μοιραστείς με κανένα; Το έχεις όντως; Το έχεις ζήσει; Μόνο κάποιες φωτογραφίες μένουν να το πιστοποιούν, όπως αυτή που μου έδειξε χθες το βράδυ από το παλιό του συγκρότημα. Με τον ίδιο είκοσι χρόνια νεότερο, τριάντα κιλά ελαφρύτερο κι ακόμα ζωντανό.

Στο απέναντι παγκάκι έχει ξαπλώσει μια κοπέλα. Είναι ακριβώς μπροστά μου. Στα δυο μέτρα. Έχει τυλιχτεί ολόκληρη με το σλίπινγκ μπαγκ και τα μαλλιά της τα έχει πιάσει μ’ ένα φουλάρι με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα χείλη της. Λεπτά, κόκκινα, μακριά χείλη. Σ’ ένα λεπτό πρόσωπο, με λεπτά ζυγωματικά κι ένα λεπτό πιγούνι. Δεν βλέπω τα μάτια της, δεν βλέπω τα μαλλιά της, δεν βλέπω τη μύτη της. Παρά μόνο τα χείλη της. Μου φαίνονται τόσο γλυκά. Μου βγάζουν μια ηρεμία την ώρα που κοιμούνται. Μια γαλήνη. Δεν θα ήταν ωραίο σε μια κοινωνία αντί να χαιρετάς δια χειραψίας ή με το τυπικό ψεύτικο φιλί στο μάγουλο να χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη;

Φεύγοντας από την Αιγιάλη αφήσαμε πίσω μας την Νικόλ, με το καρέ ξανθό μαλλί κομμένο κατηφορικά να ακολουθεί τη γραμμή του σαγονιού της και σαν κουρτίνα να μην αφήνει να φανεί το πανέμορφο πρόσωπό της και την Ευτυχία που από το χειμώνα θα παίζει μουσική στον Εν Λευκώ. Ο αποχωρισμός τους θα μπορούσε να ήταν ένα βαθύ φιλί. Μια αναπάντεχη συνάντηση με κάποια που έχεις καιρό να δεις ένα σβουριχτό φιλί και μια καλημέρα ένα θερμό φιλί. Κανονικά έτσι θα έπρεπε. Τους φίλους- αν είσαι γυναίκα - και τις φίλες - αν είσαι άντρας - κι όσους από τους άγνωστους σε προδιαθέτουν θα έπρεπε να τους χαιρετάς μ’ ένα φιλί στα χείλη. Τα υπόλοιπα ας τα βρρείτε εν καιρώ.
Η κοπέλα απέναντι προσπαθεί να αλλάξει θέση για να βολευτεί καλύτερα. «Μην μου το κάνετε αυτό άγνωστα χείλη! Μην βρείτε μια στάση που να μην βλέπω ούτε κι εσάς.»
Το «Δημητρούλα» κουνάει αρκετά. «Στα καλύτερα σ’ έχω! Στα ώπα – ώπα!» μου ‘γραψε στο μήνυμα του ο Πάρις όταν τον ρώτησα πως θα φύγουμε από εδώ. Κι ο αέρας τελικά συνηθίζεται. Τα πέντε μ’ έξι μποφόρ είναι θέμα συνήθειας. Δίπλα μου όλοι συνεχίζουν να κοιμούνται του καλού καιρού. Οι πιο πολλοί είναι γνωστές φάτσες από το κάμπινγκ. Δεν χόρτασαν ύπνο και τώρα τον αναπληρώνουν. Εμείς να δεις. Τρεις ώρες ύπνος 6-9 το πρωί κάθε μέρα. Μόνο μια παρέα τεσσάρων νεαρών μιλάει χαμηλόφωνα πίσω μου και στη γωνιά ένα ζευγάρι πάει να σχηματιστεί. Ο τύπος είναι το πολύ εικοσιπέντε χρονών ψηλός με αθλητικό κορμί και εμφάνιση. Αν δεν είχε στραβή μύτη θα ήταν σίγουρα μοντέλο. Μπορεί όμως να είναι αθλητής ή ηθοποιός. Στο κάμπινγκ τον έβλεπα πολλές φορές να κοιτιέται αρκετή ώρα στον καθρέφτη προσπαθώντας να σουλουπώσει ένα τσουλούφι από τα κοντά του μαλλιά ή ψάχνοντας κάποια ατέλεια στο δέρμα του. Κυκλοφορούσε μονίμως ημίγυμνος μ’ ένα μπλε μαγιό με κόκκινα λουλουδάκια. Η τύπισσα είναι μπάζο. Καμία σχέση με τη «Μις Χαμόγελο» -ονομασία που της χάρισε ο Ιάκωβος - που ο τύπος πολιορκούσε πέντε ημέρες τώρα. Κρίμα που δεν τα φτιάξανε. Αλλιώς η «Μις Χαμόγελο» δεν θα κοιμότανε τώρα μόνη της στο ανεμοδαρμένο ελικοδρόμιο του «Δημητρούλα». Αλλά για αυτούς θα μιλήσω αργότερα.

Τα λεπτά χείλη απέναντί μου δεν άλλαξαν θέση. Ευτυχώς. Αν δεν είχα κι αυτά να τα κοιτάω δεν θα είχα τί να κάνω. Δεν με πιάνει ύπνος. Και το βιβλίο που έχω φέρει μαζί μου δεν μπορώ να το διαβάσω. Βαρέθηκα όλο τα ίδια και τα ίδια. Ελληνική Λογοτεχνία και άλλες μαλακίες. Οι υπόλοιποι είναι μέσα και κοιμούνται. Εκτός από τον Ιάκωβο που πιθανώς να διαβάζει ξαπλωμένος στη θέση που του καβάτζωσα με το βιβλίο του. Ένα πειρατικό. Δεν ξέρω άλλον άνθρωπο που να διαβάζει πειρατικό βιβλίο!
- Είναι σαν να βλέπεις ταινία με τον Έρολ Φλυν ή με τον Τζόνι Ντεπ μου έλεγε στην παραλία χθες βράδυ. Μου αρέσουν τα βιβλία, είμαι μονίμως μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, αλλά το καλοκαίρι θέλω κάτι ανάλαφρο να ταξιδεύω.
Με το που έδεσε το Δημητρούλα στην προβλήτα της Αιγιάλης και κατέβηκαν οι προηγούμενοι τρέξαμε ν’ ανεβούμε για να προλάβουμε καμιά καλή καβάτζα. Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και τα κινητά πήραν φωτιά για τις ενδοσυνεννοήσεις. Τελικά βρήκαμε μία και χωρέσαμε όλοι. Μόνο που είναι σε πέρασμα , μπροστά από το λογιστήριο, πριν το διάδρομο που οδηγεί στην πρώτη θέση κι έχει φασαρία. Στρώσαμε τα μικρά λεπτά στρωματάκια και τα σλίπινγκ μπαγκ και ξαπλώσαμε. Δηλαδή ξαπλώσανε. Η Μίνα, η νεαρή δικηγόρος που ορκίζεται αύριο και θέλει να παραιτηθεί μεθαύριο και που έχει κρυολογήσει. Η Βάσια που χθες, μια μέρα πριν φύγουμε έπαθε κολικό και την έβγαλε στο κρεβάτι. Η κολλητή της, η μικροσκοπική Ράνια , με τα υπέροχα μπλε μάτια, ο κολλητός της ο Πάνος με τα πράσινα μάτια που του την έπεφταν όλα τα θηλυκά του νησιού, από δεκατετράχρονα έως πενηντάρες και φυσικά οι δύο φίλοι μου, ο Πάρις κι ο Ιάκωβος. Οι έτερος της παρέας - ο Νίκος - έφυγε χτες. Ο Νίκος ήταν ο μόνος εκτός της Ευτυχίας και του Βασίλη που δεν τον ήξερα και που τον γνώρισα στην Αμοργό. Με κέρδισε αμέσως με τις ακριβείς και σωστές δόσεις διακριτικότητας και αμεσότητας. Τους υπόλοιπους μέσω των Πάρι και Ιάκωβου τους ξέρω χρόνια.

Τώρα έχει αρχίσει και φυσάει δυνατά. Παρασέρνει χαρτιά, τα στροβιλίζει και τα εξαφανίζει στο μαύρο σκοτάδι του Αιγαίου. Η τσίγκινη στέγη από πάνω μου τρίζει ολόκληρη. Κάποιοι ξυπνάν από τη φασαρία και μπαίνουν μέσα. Τα γλυκά μου χείλη απέναντι αντέχουν σθεναρά. Ευτυχώς φοράω τη μπλε με άσπρες ρίγες πλεχτή μπλούζα που αγόρασα πριν μια βδομάδα από τα χωριά των Μάγιας και δεν κρυώνω καθόλου. Μόλις είχα επιστρέψει από το Μεξικό. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου .Το ίδιο βράδυ έφυγα για το χωριό μου, κοντά στην Ερέτρια να ευχηθώ στη μάνα μου που γιόρταζε και τη επόμενη, ανήμερα της Μεγαλόχαρης, πήρα το «Φλάι κατ» για Κατάπολα. Και τώρα, Κυριακή βράδυ, έξι ημέρες αργότερα, βρίσκομαι στο πλοίο της επιστροφής.

Η Νικόλ και η Ευτυχία θα επιστρέψουν την επόμενη Κυριακή με τους τελευταίους ταξιδιώτες. - Την Ευτυχία θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ στην παραλία ο Πάρις, εντελώς απροσδόκητα. Δεν ξέρω γιατί δεν μου ‘χει συμβεί ακόμα.
- Μου θυμίζεις τον πρώτο μου έρωτα μου εξομολογήθηκε η Ευτυχία, στο άλλο αφτί, λίγο πριν καταρρεύσει από το αλκοόλ και το όγδοο σφηνάκι τεκίλα. «Μολις σε είδα με τον Πάρη να τρώτε στη ταβέρνα μου κόπηκαν τα γόνατα. Μη με παρεξηγείς, είμαι μεθυσμένη.»
«Μεγάλη μου τιμή» σκέφτηκα να της απαντήσω. Αλλά μου φάνηκε μαλακία.
- Και που είναι τώρα; Ρώτησα τελικά.
- Ξέρω γω; Χυμένη στη μπάρα του Άμμος προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη και το βλέμμα της. Δεν τα κατάφερε με επιτυχία.
- Τελευταία φορά που έμαθα νέα του -πριν δυο χρόνια -δίδασκε φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη. Τώρα δεν ξέρω τι κάνει.
Ύψωσε το ένατο σφηνοπότηρο και ήπιε στην υγειά του. Και στην υγειά της Χαϊδελβέργης. Τη μιμήθηκα. Μόνο που εγώ την τεκίλα την έπινα σκέτη σε χαμηλό ποτήρι. Ούτε καν με πάγο. Για την ακρίβεια Μετζκάλ. Ακόμα χειρότερη και πιο νοθευμένη. Έτσι όπως μου την έμαθε ο Φραντζέσκο, ο μπάρμαν του Revolution μπαρ στο Σαν Κριστόμπαλ . Και επιπλέον αντέχω πια το ποτό.
Στο δέκατο σφηνάκι η Ευτυχία έπεσε από τη μπάρα. Κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, αφού αρνιόταν πεισματικά να φύγει πριν ξημερώσει, την πήγε στο σπίτι της η Νικόλ, που ανεξήγητο πως δεν είχε γίνει λιώμα εκείνη τη βραδιά. Μάλλον από αγάπη για την Ευτυχία, για να είναι σε θεση να την προστατέψει.
- Τη Νικόλ θα μπορούσα να την ερωτευτώ μου είπε χτες το βράδυ ο Ιάκωβος λίγο πριν, λίγο μετά ; την κατάρρευση της Ευτυχίας. Αλλά είναι τριάντα χρονών και είναι μονίμως μεθυσμένη, γαμώτο...

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μια θάλασσα



Μια φίλη μου ξέροντας την αδυναμία μου για τη μελαγχολία που μου γεννούν οι χαμένες κοιτίδες του ελληνισμού με προσκάλεσε χθες βράδυ στην παρουσίαση ενός βιβλίου της συγγραφέως Καίτης Μαυρομάτη με θέμα : «Τα χρόνια της Αλεξάνδρειας»(εκδόσεις Ερμής). Δεν γνωρίζω τη συγγραφέα, ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο της. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω. Μία φράση της όμως στην πρόσκληση μου θύμισε κάτι πάρα πολύ οικείο: «...ώσπου είκοσι πέντε χρόνια μετά επέστρεψα στη γενέθλια γη και τότε στη μυρωδιά της... βρήκα το κλειδί που άνοιξε τις πόρτες της καρδιάς μου για να σας διηγηθώ το δικό μου έρωτα γι αυτή την πόλη.»
Ήμουν 2ετής φοιτητής όταν η Θεά Τύχη μου έστειλε δώρο ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Να συνταξιδέψω σ’ ένα ναυλωμένο από το σύλλογο Αλεξανδρινών καράβι που έκανε τη διαδρομή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια με σκοπό τον εορτασμό των 150 χρόνων της ελληνικής κοινότητας αλλά κυρίως να επιστρέψουν οι Αλεξανδρινοί για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, στα μέρη που μεγάλωσαν. Αντιγράφω απ΄το ημερολόγιό μου.

Τώρα είμαι στο κατάστρωμα. Κάνω βόλτες πάνω-κάτω και σιγοτραγουδάω ό,τι μελωδία μου κατεβαίνει στο μυαλό. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κανείς άλλωστε δεν έχει διάθεση για ύπνο. Μόλις γυρίσαμε από το Κοινοτικό Στάδιο και την εκδήλωση με το Λαζόπουλο, τους χορούς της κοιλιάς και άλλα φολκλορικά για την επέτειο των 150 χρόνων της Κοινότητας και η ευτυχία μαζί με μια γλυκιά κούραση αποτυπώνεται στα πρόσωπα όλων. Κανείς δεν θέλει να πάει για ύπνο. Όλοι ζητούσαν να σχολιάσουν, να συγκρίνουν, να ξαναθυμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, παράτησα μια παρέα φοιτητών που έχω γνωρίσει και ανέβηκα στο δεύτερο κατάστρωμα. Η ζέστη παραμένει αποπνιχτική, Οκτώβρης μήνας, σαν ένα τυπικό αυγουστιάτικο αθηναϊκό βράδυ.
Δεν έχω καταφέρει να βρω καρτοτηλέφωνο. Κάπου είδα, αλλά όλο και κάπου έπρεπε να πάω, όλο και κάτι είχα να προλάβω κι έτσι δεν έχω ακόμα τηλεφωνήσει ούτε στους δικούς μου αλλά κυρίως ούτε σ’ αυτήν. Θυμάμαι – παράξενο – εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκα στο καταφύγιο στον Όλυμπο, στο οροπέδιο των Μουσών. Πόσο πολύ ήθελα να είναι μαζί μου! Να ζούμε μαζί τέτοιες στιγμές! Εμπειρίες συγκλονιστικές, μοναδικές, ανεπανάληπτες που μόνο όταν τις μοιράζεσαι ολοκληρώνονται. Πώς να της εξηγήσω αυτήν την ατμόσφαιρα; Αυτό το μεγαλείο ψυχής; Αυτή την ψυχική ανάταση; Το κλάμα της κυρίας μπροστά στην πατρική της πόρτα; Τη βουβή, ψαλιδισμένη υπερηφάνεια μπροστά στο εντυπωσιακά λιτό και απέριττο Αβερώφιο Γυμνάσιο των μαθητικών τους χρόνων με τις μαρμάρινες σάλες και τα άρτια εργαστήρια Χημείας και Φυσικής, που κάποτε φιλοξενούσε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τέσσερις χιλιάδες όνειρα και τώρα μόνο τετρακόσια; Πώς να της εξηγήσω την αγαλλίαση στη θέα του οροπεδίου των Μουσών και του καταφύγιου από το μονοπάτι, μετά από οκτώ ώρες ανηφόρας, σφιγμένων δοντιών, πείσματος και μόνο πείσματος;
Με την άφιξή μας στο λιμάνι και αμέσως μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων αναχωρήσαμε με πούλμαν για την πανηγυρική δοξολογία στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο πρόξενος (Κωστής Μοσκώφ, αν άκουσα καλά). Η κατάνυξη στον καλοδιατηρημένο και πλούσιο Ναό ήταν πολύ δυνατή για όλους. Ακόμα και για μένα που δεν πάω ποτέ μου εκκλησία. Η ησυχία, η ευλάβεια, η συγκίνηση, σε ένα μείγμα θρησκευτικότητας, ελληνισμού και νοσταλγίας - που όμοιο του δεν έχω συναντήσει σε καμία συνοικιακή εκκλησία της Αθήνας διαπερνούσε κάθε κύτταρο του οργανισμού, κάθε ανεξερεύνητο νεύρο του εγκεφάλου, κάθε βαθιά κρυφή πτυχή της καρδιάς μου. Οι ηλικιωμένοι, δακρυσμένοι, δεν τολμούσαν να αρθρώσουν λέξη, παρά εισέπνεαν τη ζωή που είχε εγκλωβιστεί για μισό αιώνα στον Ιερό Ναό, στο περίτεχνο τέμπλο, στους πολυέλαιους, στις βυζαντινές εικόνες και στα μανουάλια. Αν κάποιος έστυβε την υγρή συγκινησιακή ατμόσφαιρα μέσα στο Ναό θα μάζευε σταγόνες από το ελιξίριο της ζωής...
Μετά τη δοξολογία η αποστολή πέρασε στο Πατριαρχείο πίσω από το ναό όπου μας καλωσόρισε η εμβληματική μορφή του Πατριάρχη Φώτιου και στη συνέχεια το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο μέχρι τις 18.30 όπου έπρεπε να παρευρεθούμε στην τελετή αποκάλυψης αναμνηστικής πλάκας και προτομής του Μ. Αλεξάνδρου στο Σάτμπι. Κάναμε βόλτες.
Η πόλη είναι τόσο ζωντανή, που συγκινεί τους συνταξιδιώτες μου ακόμα πιο πολύ. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μικροπωλητές και τελάληδες παντού, τα τραμ παραφορτωμένα. Ταμπέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πολύχρωμες με τα χαρακτηριστικά αραβικά γράμματα μου θύμιζαν την περιοχή στον Πειραιά γύρω από το σταθμό του τρένου, ή το πρωινό Μοναστηράκι. Η οικειότητα που ένιωθα χαζεύοντας την αγορά, τα μαγαζιά με τα τελάρα και τους πάγκους, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά και τα γλυκά, τα κτίρια, τις πολυκατοικίες, τα μικρά διώροφα σπιτάκια, τα ξύλινα χρωματιστά παντζουρόφυλα, τα σιδερένια μαύρα κάγκελα, τα κατεβασμένα ρολά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα παλιά Λάντα ή Ζάσταβα, ακόμα και η κατουρίλα, το γκρίζο και η αίσθηση εγκατάλειψης ήταν εντυπωσιακή. Παρά τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τις ημισέληνους, τα αραβουργήματα και τις αραβικές επιγραφές ένιωθα σαν να τα ήξερα από χρόνια, σαν να τα είχα ξαναδεί. Συμμερίζομαι άραγε τη συγκίνηση των συνταξιδιωτών μου, συμμετέχω κι εγώ στο ταξίδι τους στο παρελθόν ή η Αλεξάνδρεια κατάγεται από τον ίδιο μονοκύτταρο οργανισμό που προέρχεται η Ελλάδα κι ίσως όλη η αυτή η γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου;
Ακολούθησα τη θεία μου στο σπίτι που γεννήθηκε. Το εντόπισε αμέσως και χωρίς δισταγμό, παρά τα σαράντα χρόνια που είχε να το δει. Μια εξαώροφη πολυκατοικία κατασκευής 1928. Μου θύμισε το κτίριο της Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους. Ανέβηκε ενθουσιασμένη από το μεταλλικό ασανσέρ, κοντοστάθηκε με αγωνία στην πόρτα, χτύπησε ήρεμα το κουδούνι και μόλις της άνοιξε μια μεσήλικη πληθωρική Αιγύπτια λύθηκε, μπροστά στην εμβρόντητη γυναίκα, σε κλάματα. Ήταν η κόρη της παλιάς τους υπηρέτριας. Η γυναίκα την αναγνώρισε αμέσως την αγκάλιασε και κλάψανε μαζί. Αυτό ήταν.
Η συσσωρευμένη συγκίνηση του ταξιδιού είχε πλέον βρει το δρόμο να εκδηλωθεί. Όλοι δάκρυζαν. Από όπου κι αν περνάμε, κάποιος κάτι θυμάται και το αναφέρει με δάκρυα στα μάτια ή ακόμα πιο συγκινητικό, θα συναντήσει ένα παλιό του φίλο στη μέση του δρόμου και θα αγκαλιαστούν μέσα σε δάκρυα.
Μόνος στο κατάστρωμα, βηματίζω νευρικά μπρος – πίσω, μέσα στην αποπνιχτική ζέστη, πότε ακουμπώ στην κουπαστή και πότε χαζεύω την νυχτερινή Αλεξάνδρεια, τα αστέρια, τα φώτα, τις μυρωδιές, τους ήχους. Στη μικρή τσέπη της μπανάνας μου, έχω το στυλό και αυτό το φτηνό, μικρό, άσπρο, σπιράλ σημειωματάριο. Δυο στίχοι μου ‘χουν έρθει στο μυαλό: «Μια θάλασσα απόψε σε προσμένει, ό,τι μας χωρίζει και μας δένει / η σκέψη σου μονάχα με ημερεύει κι αυτό το πλοίο μόνο ταξιδεύει».
Έχουν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που τη φίλησα, σε εκείνο το παγκάκι στη Βουλιαγμένη, από την άλλη μεριά αυτής, της ίδιας θάλασσας.
- Πίστευα ότι δεν με ήθελες, της είχα πει ένα βράδυ μερικές νύχτες αργότερα χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα πόδια μου σε ένα πεζούλι του Άη Γιώργη, στον Λυκαβηττό. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι.
-Εγώ , βρε κουτό, δεν σε ήθελα; Από την πρώτη μέρα που σε είδα κάτι με χτύπησε, σαν αστροπελέκι!
-Ποιά πρώτη; Την πρώτη - πρώτη μέρα;
-Μα και βέβαια! Μόλις μπήκα στην αίθουσα, θυμάσαι; Πού γύρισες να με κοιτάξεις;
-Αν θυμάμαι λέει! Μα δεν σου φάνηκε καθόλου! Δεν έκανες τίποτα απολύτως! Σε κοίταζα συνέχεια. Και τότε και πιο μετά. Αλλά εσύ ούτε μια στιγμή!
Από την μία άκρη της Μεσογείου σκεφτόμουν μια κοπέλα στην άλλη. Μια Μεσόγειος και άπειρη αγάπη ανάμεσα μας... Ο αέρας ζεστός, τα νερά ήσυχα...Η Αλεξάνδρεια μπροστά και η Αθήνα πίσω μου...Πίσω μου το μέλλον, μπροστά το παρελθόν....
Το βλέμμα μου τραβάει τώρα ένα παγκάκι στην αποβάθρα, δίπλα στο πλοίο. Ίσως σε αυτό το παγκάκι ένα νεαρό ζευγάρι Αιγυπτίων να έχει φιληθεί εκεί για πρώτη φορά. Ή μπορεί κάποιος από τους Αλεξανδρινούς συνεπιβάτες μου, πριν από πενήντα χρόνια. Ίσως και η θεία μου. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, σαν αυτό της Βουλιαγμένης. Με θέα τη θάλασσα, με θέα τη Μεσόγειο. Σκέφτηκα την Τζασμίν από την Κωσταντινούπολη, και τη συζήτησή μας εκείνο το βράδυ στο καταφύγιο των Μουσών στον Όλυμπο. «Οι Έλληνες επιθετικός λαός. Οι Έλληνες κάνουν παραβιάσεις. Οι Έλληνες απειλούν τα νησιά μας». Αν έβγαζες τους Έλληνες και έβαζες Τούρκους είχες το ίδιο πράγμα. Καμία διαφορά. Τα ρούχα της, τα αγγλικά της, οι μουσικές της. Ίσως η Τζασμίν να είχε κι αυτή ένα δικό της παγκάκι εκεί στο Βόσπορο, όπου θα είχε πρωτοφιληθεί... Τρία παγκάκια, τρία ζευγάρια, μία θάλασσα...

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Rio Madre de Dios, παραπόταμος του Αμαζόνιου



Καθώς κατεβαίνουμε το ποτάμι συναντάμε τα πρώτα ορυχεία χρυσού. Μεγάλες σχεδίες, σαν πεπλατυσμένες βάρκες. Είναι μαζεμένες ανά μικρές ομάδες. Δυο-δυο, τρία-τρία, καμιά φορά 7-8. "Σε κάθε βάρκα είναι 3. Δυο άντρες και μια γυναίκα" μου εξηγεί ο Χεσούς. "Η γυναίκα μαγειρεύει. Οι άντρες, αν είναι υπάλληλοι, δουλεύουν 5 ώρες την ημέρα εναλλάξ. " Σε κάθε βάρκα ξεχωρίζω μια καμινάδα, ένα δωμάτιο κι έναν κυλίομενο ιμάντα, σαν σπαυστήρα. "Στο δωμάτιο μαγειρεύουν και κοιμούνται. Οι άντρες όλη μέρα ανεβοκατεβάζουν ένα ραβδί. Δηλαδή η μηχανή το κάνει. (εξ ου κι η καμινάδα). Το βουτάνε στη λάσπη, το σηκώνουν και το αδειάζουν στον ιμάντα. Οι άντρες ψάχνουν να δουν αν λάμπει κάτι. Εδώ ό,τι λάμπει είναι χρυσός. Αν κάποιος βρει χρυσό έρχεται αμέσως κάποιος άλλος δίπλα του" μου εξηγεί ο Χεσούς το λόγο που είναι ανά ομάδες. "Σαν βδέλα" σκέφτομαι, αλλά δεν του το λέω στ' αγγλικά, δεν θα το καταλάβει. "Ο πατέρας μου δούλευε εδώ. Έγινε πολύ πλούσιος, αλλά τα ήπιε όλα στο ποτό." Το βλέμμα του έχει πάρει εκείνο το ονειροπόλο ύφος που παίρνουμε όλοι μας όταν σκεφτόμαστε τί θα κάναμε αν είχαμε πολλά λεφτά. "Όλοι έτσι κάνουν εδώ. Βγάζουν λεφτά και τα πίνουν. Πολλοί, από άλλα μέρη ήρθαν εδώ και πλούτισαν. Το Πουέρτο Μαλντολάδο είναι πλούσιο. Μέχρι πριν είκοσι χρόνια έβλεπες εταιρίες από Βραζιλία, Καναδά, 200 βάρκες, 300 βάρκες μαζεμένες. Τώρα μάλλον στέρεψε". Παιρνάμε δίπλα από μια βάρκα. Τραβάω βίντεο σα τρελλός. Μας αγνοούν. "Κάθονται 1-2 μέρες κι αν δεν βρουν χρυσό τα μαζεύουν και πάνε αλλού, πιο δίπλα , πιο πίσω, απέναντι. Αν βρουν κάθονται μέχρι και 2 βδομάδες στο ίδιο μέρος. Αν είναι τυχεροί μπορούν να βγάλουν πολλά λεφτά. 10 με 20 γραμμάρια την ημέρα. " Από ένα γρήγορο υπολογισμό που κάνω 150$. Πράγματι πολλά λεφτά. Ακομα και για τα δικά μας εισοδήματα.